Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding statute of limitations and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the Fund against the First Instance Court's valuation of the respondent's property. The appellant argued for a two-year limitation period due to non-service of the judgment and sought to challenge the factual assessment of the property's value. The court ruled that the appeal was inadmissible because the arguments concerned the evaluation of facts and evidence, which are not subject to appellate review under the relevant civil procedure articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when arguments relate to the evaluation of facts, the reasoning, and the analysis of evidence by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 471 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 471/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Τζιοβάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13-3-2020 έως 31-5-2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7-11-2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών... "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194)", ήτοι η 6-4-2021", κατά δε τη μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν.4963/2022 "1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της άσκησης των ενδίκων μέσων και άρα και της αναίρεσης και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7-9-2020 και με αριθμό κατ. …/8-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 169/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.
ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010,οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων). Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του καθού η αίτηση-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 8-9-2020 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1.1.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Ειδικότερα, από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 169/21-5-2018 απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (22-5-2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 22-5-2020, λόγω όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), που επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, πλέον των τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 (ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 272/2022), δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία), κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης στις 8-9-2020.
Συνακόλουθα η αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως (άρθρα 552,553, 556, 558, 564 παρ. 3,566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση της αναιρεσίβλητης περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης στις 13-11-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 για την ρύθμιση των οφειλών του, είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, την οποία πρέπει να περιγράφει την αίτησή του και, ακολούθως να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη του (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατά τα άρθρα 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη περιουσία ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 550/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ257/2020, ΑΠ882/2019).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019).
Με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.
Με τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ. του ΑΚ ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους. Κατά δε το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 550/2023, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019). Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (8-9-2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠοΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-11-2013 και (αριθμ. εκθ. κατάθ. …/13-11-2013) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το καθ' ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3896/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 134/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη αυτής καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς το αναιρεσείον ποσού 80 ευρώ για χρονικό διάστημα 25 μηνών και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτής, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας, καθορίζοντας μηνιαία καταβολή ποσού 199,5 ευρώ, για χρονικό διάστημα 20 ετών.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης το καθ'ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 10-4-2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση επί της ουσίας και δέχθηκε την αίτηση εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ρύθμισε τα χρέη της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 8 του Ν.3896/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς το αναιρεσείον στο ποσό των 386,5 ευρώ για χρονικό διάστημα είκοσι πέντε (25) μηνών [αντί του ποσού των 80 ευρώ μηνιαίως που είχε ορίσει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο] και εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτής, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής της αξίας, καθορίζοντας το ύψος των μηνιαίων καταβολών για την εξόφλησή του στο ποσό των 199,4 ευρώ, για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών.
Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ελλιπή αιτιολογία στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα: α) της περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών (πρώτο σκέλος) και β) του προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της αναιρεσίβλητης (δεύτερο σκέλος).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν, ως Εφετείο, Δικαστήριο, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ερευνώμενο ως άνω ζήτημα: "Η αιτούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), ηλικίας 54 ετών, είναι έγγαμη με τον Μ.
Β., με τον οποίο έχουν αποκτήσει τρία τέκνα ηλικίας σήμερα 22,24 και 26 ετών αντίστοιχα. Η αιτούσα εργάζεται ως παρασκευάστρια στο Γ. Π. Ν. …. και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1.500 ευρώ (βλ. μισθοδοσία μηνός Φεβρουαρίου 2017), ενώ ο σύζυγός της εργάζεται ως τεχνίτης μηχανικός αυτοκινήτων στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της εταιρείας T.
στην …, λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των 790 ευρώ. Άλλη πηγή εισοδήματος δεν διαθέτει η αιτούσα, ούτε ο σύζυγός της, οι οποίοι διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία της πρώτης. Όσον αφορά τα τέκνα της αιτούσας, ο υιός της (πρώτο τέκνο) είναι απόφοιτος του Τμήματος Ρ.- Α. της Σ. Ε. Υ. και Π. του Τ. Α., η κόρη της δεύτερο τέκνο είναι φοιτήτρια Γ.
στο Γ. Π. …., ενώ ο μικρότερος υιός της φοιτά στις σχολές ΟΑΕΔ, στην …. Η αιτούσα διαμένει με τον σύζυγό της σε διαμέρισμα κυριότητάς της, κείμενο στο δεύτερο όροφο οικοδομής επί της οδού ... αριθ. … στην …., εμβαδού 84,64 τ.μ. παλαιότητας 10 ετών, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της και η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται σε 59.824,41 ευρώ (βλ.
φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας της συμβολαιογράφου … Μ. Ζ.), όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού περί του αντιθέτου λόγου της υπό κρίση έφεσης...Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η αιτούσα είχε λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη αναιρεσείον), που αποτελεί και τον μοναδικό της πιστωτή, ένα στεγαστικό δάνειο, από το οποίο όφειλε, έως την κατάθεση της αίτησης, το ποσό των 128.025 ευρώ και το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη στην ανωτέρω κύρια κατοικία της αιτούσας.
Για την εξόφληση του ανωτέρω δανείου μέχρι και τον Μάρτιο του έτους 2014 γινόταν παρακράτηση από το μισθό της αιτούσας, ύψους 741,13 ευρώ μηνιαίως. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω και ειδικότερα των αναγκών διαβίωσης της αιτούσας, του ύψους του ανωτέρω δανείου και των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στην χώρα, κρίνεται ότι η αιτούσα βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της απέναντι στο καθ'ού, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού περί του αντιθέτου λόγου της υπό κρίση έφεσης.
Η αξία του ως άνω ακινήτου δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας (όπως αυτό καθορίζεται από το άρθρο 21 Ν.3842/2010 και κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4441/2013), προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό...". Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: "...Οι οικογενειακές ανάγκες της αιτούσας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες διαβίωσης των δύο τέκνων της, που είναι φοιτητές, όχι όμως και του πρώτου τέκνου της που είναι άνεργος (δοθέντος ότι δεν εμπίπτει στην έννοια των προστατευομένων μελών), ανέρχονται στο ποσό των 1700 ευρώ μηνιαίως.
Λαμβανομένων δε υπόψη των μηνιαίων αποδοχών της αιτούσας και του συζύγου της (1.550 ευρώ και 790 ευρώ αντίστοιχα), η αναλογία συμμετοχής εκάστου στις οικογενειακές δαπάνες ανέρχεται σε ποσοστό 65,5% για την αιτούσα και 34,5% για το σύζυγό της, ήτοι η αιτούσα συμμετέχει στην κάλυψη των ανωτέρω αναγκών, με την καταβολή ποσού 1.113,5 ευρώ μηνιαίως και ο σύζυγός της με την καταβολή του υπολοίπου ποσού 586,5 ευρώ μηνιαίως.
Επομένως, το συνολικό προς διάθεση από την αιτούσα ποσό στον πιστωτή της - καθ' ού ανέρχεται σε 386,5 ευρώ μηνιαίως (1500-.1113,5), ποσό το οποίο βρίσκεται εντός των οικονομικών της δυνατοτήτων, αφού συνεκτιμηθεί η συμβολή της στις οικογενειακές δαπάνες για διατροφή, ένδυση, θέρμανση και καταβολή λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας της οικογένειας της συμπεριλαμβανομένων των δυο τέκνων της που τυγχάνουν σπουδαστές...".
Ακολούθως, το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αίτηση της τελευταίας για ρύθμιση των οφειλών της κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, μετά δε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της υπόθεσης επί της ουσίας δέχθηκε την αίτηση εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Δικαστήριο με το να οδηγηθεί στην ως άνω κρίση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διέλαβε δε, στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης της ήδη αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον, στην προσβαλλόμενη αναφέρονται η οικογενειακή κατάσταση της αναιρεσίβλητης, η επαγγελματική της ιδιότητα, η εργασιακή απασχόληση του συζύγου της, η προς αυτήν χορήγηση στεγαστικού δανείου από το ήδη αναιρεσείον, ο χρόνος λήψης του, το ποσό αυτού και το ύψος της μηνιαίας παρακράτησης από το μισθό της για την αποπληρωμή του, τα μηνιαία εισοδήματα αυτής κατά το έτος συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η μη ύπαρξη άλλων εισοδημάτων, πλην αυτών από την εργασία της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης της ίδιας και της οικογένειάς της και η αναλογία συμμετοχής της ιδίας στις οικογενειακές δαπάνες, η αρνητική σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη αυτής και δη η ανεπάρκεια του μηνιαίου εισοδήματός της για την εξυπηρέτηση του δανείου και την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης της ίδιας και της οικογένειάς της, με βάση το ποσό συνεισφοράς της σ' αυτές και ότι η αρνητική σχέση δεν αναμένεται να βελτιωθεί (λόγω της οικονομικής κρίσης).
Με βάση δε τα ως άνω γενόμενα δεκτά περιστατικά το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς το αναιρεσείον και ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν.3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, τα οποία το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης περί της περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και την εντεύθεν υπαγωγή της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κρίνονται αβάσιμες. Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται: α) τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης κατά το έτος ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, β) η εξέλιξη των εισοδημάτων της από το χρόνο δανεισμού της έως τον χρόνο συζήτησης της έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γ) η εξέλιξη της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης των δυο εκ των τριών ενηλίκων τέκνων της (ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης 22 και 24 ετών) και επιπλέον ότι θα έπρεπε να αιτιολογείται ειδικά η κρίση της προσβαλλομένης ότι σε περίπτωση εξόφλησης του αναιρεσείοντος το γεγονός αυτό θα απέβαινε σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών διαβίωσης της αναιρεσίβλητης και των προστατευομένων μελών της οικογενείας της, αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη του αντιθέτου ισχυρισμού του, που, όμως, δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο το αναιρεσείον θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, όσον αφορά το ενδιαφέρον έτερο ζήτημα του προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της αναιρεσίβλητης διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, όπως αυτές προκύπτουν από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διαλαμβάνονται τα προσδιοριστικά στοιχεία της κύριας κατοικίας της αναιρεσίβλητης (διαμέρισμα κείμενο στο δεύτερο όροφο οικοδομής επί της οδού ...
αριθ. … στην …., εμβαδού 84,64 τ.μ., παλαιότητας 10 ετών καθώς και της αντικειμενικής αξίας της, ανερχόμενης στο ποσό των 59.824,41 ευρώ (με βάση το φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας της συμβολαιογράφου …. Μ. Ζ.). Ανεξαρτήτως και επιπλέον αυτού, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 561 αριθμ.1 ΚΠολΔ, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων.
Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' αρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1047/2021,ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1683/2022,ΑΠ 785/2022,ΑΠ 507/2020,ΑΠ1400/2019,ΑΠ 1379/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2020 (αρ. κατ. …./8-9-/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 169/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ