Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding interest claims not explicitly in the original complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court erred by ordering payment of interest despite the original complaint lacking such a request. The court held that interest is an autonomous request creating a separate procedural claim, not a substantive violation of law under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559 of the Code of Civil Procedure: Interest claims constitute autonomous requests creating separate proceedings, not substantive legal violations justifying appeal under Article 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 46 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 46/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: … Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … 5) Α. Ζ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλαϊτζίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κασσάνδρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14-6-2021 (2/14-6-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 54/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που ταυτίζεται, κατά περιεχόμενο, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται, όταν κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 10/2011, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 341/2021, Α.Π. 1527/2017).
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται.
Στους κανόνες δε του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (Α.Π. 1324/2018).
Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή, την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και, κυρίως, εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος (Α.Π. 737/2000, Α.Π. 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών (Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 220/2016, Α.Π. 934/2014).
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 1531/2017, Α.Π. 25/2016, Α.Π. 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (Α.Π. 252/2016, Α.Π. 44172015). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (Α.Π. 934/2014, Α.Π. 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυστεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (Α.Π. 315/2016, Α.Π. 934/2014, Α.Π. 737/2001).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 738/2018, Α.Π. 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Όταν η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (Α.Π. 45/2019, Α.Π. 366/2018, Α.Π. 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 396/2018, Α.Π. 738/2018, Α.Π. 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ομοίου περιεχομένου με αυτή του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008).
Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά.
Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021).
Ενόψει των ανωτέρω, προϋπόθεση ιδρύσεως του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (Ολ. Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π.12/1991, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 15/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το κύριο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής) ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., για το λόγο ότι, ενώ διαπίστωσε έμμεσα την ύπαρξη κενού και ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσιβλήτων, που διαλαμβάνονται στα σ' αυτήν (αναιρεσιβαλλομένη) ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια περί του εάν θεωρούσαν ότι προέβαιναν σε αγορά ιδανικού μεριδίου από αγροτεμάχιο ή σε αγορά αυτοτελούς και διαιρεμένου τμήματος αυτού, προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων αυτών, δεχόμενο ότι πίστευαν ότι θα αγόραζαν αυτοτελή τμήματα τούτου (αγροτεμαχίου), χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών (άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), για το λόγο ότι δεν διευκρινίζεται αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεων των αντιδίκων της και, εντεύθεν, αν χρήζουν συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο, δικάζον ως δευτεροβάθμιο, δέχθηκε, ως προς το αφορών στον ως άνω αναιρετικό λόγο, μέρος αυτής, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Κουκουδήμου, νόμιμα μεταγραμμένου...., η ομόρρυθμη εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "…" κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 4.580,04 τ.μ., κειμένου στη θέση … του δημοτικού διαμερίσματος … του Δήμου ...
η εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία τυγχάνει καθολική διάδοχος της ομόρρυθμης εταιρείας..., Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κυκλοφόρησε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο με την προμετωπίδα …, στο οποίο γινόταν αναφορά στη δημιουργία ενός οικισμού υπό την ονομασία …, σε έκταση 54 στρεμμάτων, που κατανέμονταν σε 101 οικοπεδούχους, με έκαστο οικόπεδο έκτασης 500 τ.μ., με άμεση έκδοση οικοδομικών αδειών και δυνατότητα άμεσης έναρξης οικοδομικών εργασιών, η κάθε δε οικοδομή θα αποτελούνταν από δύο (2) ορόφους, ισόγειο, εμβαδού 35 τ.μ.
και πρώτο (1ο) όροφο 35 τ.μ. Στο οπισθόφυλλο του φυλλαδίου αυτού αναφέρονταν α) τρόπος εγγραφής, που απαιτούσε 500 ευρώ προκαταβολή και το ονοματεπώνυμο του καταθέτη σε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα, β) τα έξοδα συμβολαίου, που βαρύνουν τον αγοραστή και ανέρχονται σε 950,00 ευρώ και θα έπρεπε να καταβληθούν κατά την ημέρα της κλήρωσης..., γ) η αξία κάθε οικοπέδου 500 τ.μ., που μαζί με την εγγραφή-προκαταβολή ανέρχονταν σε 15.000,00 ευρώ..., η άδεια οικοδομής, που ανέρχονταν σε 4.500,00 ευρώ, οι συνδέσεις με δίκτυα Δ.Ε.Η.-Ύδατος έναντι 1.500,00 ευρώ και εν συνόλω 21.000,00 ευρώ για κάθε αγοραστή, που θα πλήρωνε μετρητοίς...
Ανάμεσα σε αυτούς που εκδήλωσαν ενδιαφέρον ήταν α) η... εξόφλησε το ποσό των 21.000,00 ευρώ, πλέον 950,00 ευρώ για συμβολαιογραφικά έξοδα..., β)… ... εξόφλησε το ποσό των 21.000, 00 ευρώ, γ) οι Α. Ο. του Λ. και Σ. Α. του Γ...., οι οποίοι είναι σύζυγοι... εξόφλησαν το ποσό των 21.000, 00 ευρώ και δ) ... ... εξόφλησε το ποσό των 21.000,00 ευρώ...
Οι ενάγοντες μαζί με άλλους ενδιαφερομένους, στις 21/12/2009, μετέβησαν σε παραλιακή ταβέρνα στη Νέα… , προκειμένου να λάβουν μέρος σε κλήρωση για την απονομή σε κάθε ιδιοκτήτη του τεμαχίου του. Όντως πραγματοποιήθηκε κλήρωση και οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι θα λάμβαναν τεμάχια από το υπ' αριθμ. … ακίνητο..., έκτασης 4.580,04 τ.μ...
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Κ. Κ. του Ν. τους παρέδωσε επιτόπου τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζονταν τα τεμάχια που θα λάμβαναν, το οποίο όμως δεν προσκομίζεται... Αυτό που αποδεικνύεται είναι ότι στην κλήρωση ήταν παριστάμενος ο Συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ν. Π. και οι ενάγοντες, ως μελλοντικοί αγοραστές, υπέγραψαν πληρεξούσια προς τον Κ.
Κ. του Ν., στα οποία του παρείχαν την εντολή και πληρεξουσιότητα να αγοράσει για λογαριασμό τους και με τίμημα που ο ίδιος θα ορίσει ιδανικό εξ αδιαιρέτου μερίδιο από αγροτεμάχιο, έκτασης 4.000 τ.μ. Συγκεκριμένα, η πρώτη ενάγουσα υπέγραψε το υπ' αριθμό … ειδικό πληρεξούσιο..., η δεύτερη ενάγουσα υπέγραψε το υπ' αριθμό … ειδικό πληρεξούσιο, οι τρίτος ενάγων και τέταρτη ενάγουσα υπέγραψαν το υπ' αριθμό … ειδικό πληρεξούσιο...
και ο πέμπτος ενάγων υπέγραψε το … ειδικό πληρεξούσιο... Σε κανένα από τα πληρεξούσια δεν γίνεται λόγος για αγορά οικοπέδου ή αυτοτελούς και διηρημένου τμήματος, αλλά μόνο για αγορά εξ αδιαιρέτου μεριδίου αγροτεμαχίου. Πρόκειται για την προφανή περίπτωση, κατά την οποία, οι αγοραστές που δεν είναι εξοικειωμένοι με τους νομικούς όρους, το καθεστώς ιδιοκτησίας και τις πολεοδομικές διατάξεις αντιλαμβάνονται ως αυτοτελές και διηρημένο 'οικόπεδο', το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης που τους παρέχει π.χ.
η σύσταση κάθετης ή οριζόντιας ιδιοκτησίας σε ένα μεγάλο ακίνητο ή ακόμα και η άτυπη οριοθέτηση του ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου σε ένα αγροτεμάχιο ή γήπεδο, χωρίς να αντιλαμβάνονται τον όρο εξ αδιαιρέτου που αφορά το όλο ακίνητο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι ενάγοντες όντως πίστευαν ότι θα αγόραζαν ένα οικόπεδο, εμβαδού 500 τ.μ., στο οποίο ο καθένας τους θα μπορούσε να ανεγείρει διώροφη κατοικία, συνολικού εμβαδού 70 τ.μ., έτσι ακριβώς όπως του τα παρουσίαζε το φυλλάδιο...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δέχεται ότι, με τα στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφερόμενα ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια των εναγόντων προς τον Κ. Κ., νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, οι πρώτοι παρείχαν στο δεύτερο, υπό την ως άνω ιδιότητά του, την πληρεξουσιότητα να καταρτίσει για λογαριασμό τους τις συμβάσεις αγοραπωλησίας των αναλογούντων στον καθένα εξ αυτών (αγοραστών) ιδανικών μεριδίων επί του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου), χωρίς να εμπεριέχεται σ' αυτά (ειδικά πληρεξούσια) οποιαδήποτε ασάφεια, χρήζουσα συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Όσα διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλομένη, σχετικά με την πεπλανημένη πεποίθηση των ήδη αναιρεσιβλήτων ότι επρόκειτο να αγοράσουν αυτοτελές και διαιρεμένο τμήμα του ως άνω αγροτεμαχίου, παρατίθενται διηγηματικά και δεν ασκούν οποιαδήποτε επίδραση στην ένδικη αξίωση και, εν τέλει, στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, τυγχάνει αβάσιμος, δεδομένου ότι από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε το σαφές περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων βουλήσεως των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως διατυπώθηκαν στα επίμαχα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων. 158, 159, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 του Α.Κ. καθώς και του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 1587/1950 προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της. Στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πωλήσεως τούτου, ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή, το πράγμα και το τίμημα.
Η μη τήρηση, όμως, του τύπου αυτού, ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση, κατά την οποία το τελευταίο συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό, που αναγράφεται στο συμβόλαιο, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της όλης συμβάσεως, αλλά η σύμβαση είναι άκυρη, μόνον, κατά τη συμφωνία του τιμήματος που δόθηκε επί πλέον του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος, με ποινή ακυρότητας, τύπος.
Το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο επί πλέον μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 1616/1999, Α.Π. 95/1999, Α.Π. 810/1998), αφού ο αγοραστής εκ νομίμου αιτίας έλαβε ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο, με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, ώστε κατά το επί πλέον τίμημα ο μη καταβαλών αγοραστής δεν ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία.
Στην αντίθετη περίπτωση, κατά την οποία το επί πλέον μέρος έχει καταβληθεί, μπορεί να αναζητηθεί από τον αγοραστή, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου (Ολ.Α.Π. 560/74, Α.Π. 1126/2002, ΑΠ 1566/2001, Α.Π. 1616/1999). Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικές πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 904 του Α.Κ., αφενός μεν ευθέως, για το λόγο ότι από τις παραδοχές, που διαλαμβάνει στο αιτιολογικό του, εκτίμησε στοιχεία μεταγενέστερα των επίδικων μεταβιβάσεων, που δεν ανάγονται αποκλειστικά στο χρόνο κατάρτισής τους και στις τότε συνθήκες και περιστάσεις, αφετέρου δε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος ως προς το αν αυτή εφαρμόστηκε ορθώς.
Από την, παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το αφορούν στον αναιρετικό λόγο μέρος αυτής, προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Συγκεκριμένα, α) η πρώτη (1η) ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Κουκουδήμου, νόμιμα μεταγραμμένου..., κατέστη κυρία ιδανικού μεριδίου 12,50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου, β) η δεύτερη (2η) ενάγουσα, δυνάμει του … συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Κουκουδήμου, νόμιμα μεταγραμμένου..., κατέστη κυρία ιδανικού μεριδίου 12,50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου, γ) οι τρίτος (3ος) ενάγων και τέταρτη (4η) ενάγουσα, δυνάμει του … συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Κουκουδήμου, νόμιμα μεταγραμμένου..., κατέστησαν κύριος ο καθένας τους ποσοστού 6,25% εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγροτεμαχίου και ο πέμπτος (5ος) ενάγων δυνάμει … συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Κουκουδήμου, νόμιμα μεταγραμμένου..., κατέστη κύριος ιδανικού μεριδίου 12,50% εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγροτεμαχίου.
Σε όλα τα συμβόλαια συμβάλλεται ο Κ. Κ. του Ν., εκπροσωπώντας την πωλήτρια, κυρία του αγροτεμαχίου... και τον εκάστοτε αγοραστή και το τίμημα ανέρχεται σε 2.000,00 ευρώ, που είναι και η αντικειμενική αξία του ποσοστού ακινήτου. Το πραγματικό τίμημα όμως αγοραπωλησίας δεν είναι ήταν αυτό των 2.000,00 ευρώ..., το οποίο είναι εικονικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αλλά αυτό των 15.000,00 ευρώ...
και το οποίο άπαντες οι ενάγοντες προεξόφλησαν προ της υπογραφής των συμβολαίων. Το δε ζητούμενο εν προκειμένω είναι αν το ποσό, που όντως κατέβαλαν οι ενάγοντες των 15.000,00 ευρώ για ιδανικό μερίδιο 1/8 εξ αδιαιρέτου (ή ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου) επί του αγροτεμαχίου... ανταποκρίνεται ή όχι στην πραγματική αγοραία αξία του.
Εκκινώντας από το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν αγόρασαν ποτέ αυτοτελές και διαιρετό οικόπεδο αλλά ιδανικό μερίδιο αγροτεμαχίου και από το έτερο γεγονός ότι ουδεμία κατοικία έχει κατασκευασθεί, όχι μόνο στο αγροτεμάχιο συγκυριότητας (και) των εναγόντων, αλλά όλος ο οικισμός παραμένει αναξιοποίητος, επί της πραγματικής αξίας του αγροτεμαχίου κατά το έτος 2010, λεκτέα τα εξής:
α) σύμφωνα με την από 05/10/2016 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Θ. Α., η περιοχή όπου βρίσκεται το αγροτεμάχιο είναι μειονεκτική καθώς πρόκειται για περιοχή με δασικό και αγροτικό ενδιαφέρον, αρκετά απομακρυσμένη από τον πλησιέστερο οικισμό και τη θάλασσα, χωρίς αναπτυξιακές προοπτικές, β) σύμφωνα με την από τον Οκτώβριο του 2016 τεχνική έκθεση εμπορικής αξίας του πολιτικού μηχανικού Θ.
Α., που εφαρμόζει τη μέθοδο των συγκριτικών στοιχείων, πρόκειται για αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, με απόσταση 2.150 μ. από τη θάλασσα και πρόσβαση από αγροτικό χωμάτινο δρόμο, με αγοραία αξία κατά το 2010 53.000 ευρώ (11,55 ευρώ/τ.μ.)... για τη συγκεκριμένη περιοχή δεν υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον και γι' αυτό χρησιμοποιούνται ως βάση αγροτεμάχια παρόμοιων χαρακτηριστικών, κείμενων σε γειτονικές δημοτικές ενότητες του … και της…, γ) καμία οικία δεν κατασκευάστηκε στον εν λόγω οικισμό..., γεγονός, που καταδεικνύει την έλλειψη ενδιαφέροντος για απόκτηση κατοικίας στον συγκεκριμένο οικισμό, η οποία έλλειψη συνδέεται πάντα με την εμπορικότητα ή μη του ακινήτου.
Η ενάγουσα, προς απόκρουση των ανωτέρω, δεν προσκομίζει κάποια τεχνική έκθεση εκτίμησης, αλλά: α) αγγελίες έτους 2010, όπου: ι) αγροτεμάχιο στο …, τεσσάρων στρεμμάτων, στο βουνό με θέα θάλασσα, με οικοδομική άδεια, πωλείται προς 130.000 ευρώ... ιι) αγροτεμάχιο στο … με υπέροχη θέα στη θάλασσα, έκτασης 4.000 τ.μ. πωλείται προς 120.000 ευρώ, αγροτεμάχιο στο… , έκτασης τεσσάρων στρεμμάτων, με οικοδομική άδεια πωλείται προς 130.000 ευρώ και αγροτεμάχιο στη…, τεσσάρων στρεμμάτων, με πανοραμική θέα στον οικισμό, οικοδομική άδεια και άμεση πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο μέσω ασφάλτου, πωλείται προς 250.000 ευρώ..., ιιι) αγροτεμάχιο στη …, τεσσάρων στρεμμάτων, με πανοραμική θέα στον οικισμό, οικοδομική άδεια και άμεση πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο μέσω ασφάλτου, πωλείται προς 250.000 ευρώ, πλην όμως, στο ίδιο τεύχος αγγελιών το Δικαστήριο εντοπίζει αγροτεμάχιο στη…, 6.000 τ.μ., προς 65.000 ευρώ..., ιν) αγροτεμάχιο στη…, τεσσάρων στρεμμάτων, με πανοραμική θέα στον οικισμό, οικοδομική άδεια και άμεση πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο μέσω ασφάλτου, πωλείται προς 250.000 ευρώ και προφανώς πρόκειται για το ως άνω αναφερθέν αγροτεμάχιο, πλην όμως στο ίδιο τεύχος αγγελιών, το Δικαστήριο εντοπίζει οικόπεδο στο…, 1.000 τ.μ.
που χτίζει 400 τ.μ. (ενώ το υπό εξέταση αγροτεμάχιο 'χτίζει', κατά παραδοχή και της εναγομένης 200 τ.μ....) και β) την υπ' αριθμό … ένορκη βεβαίωση του Γ. Γ., αρχιτέκτονα μηχανικού-μεσίτη, ο οποίος γενικά και αόριστα αναφέρει πως το ποσό των 25.000,00 ευρώ για ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου μαζί με τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι ένα πολύ λογικό ποσό...
Με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και αφού ληφθεί επιπλέον υπόψη ότι: α) η εναγομένη δεν προβαίνει σε όποιο ισχυρισμό περί του πραγματικού τιμήματος που αυτή κατέβαλε για την αγορά του ανωτέρω αγροτεμαχίου, όταν μάλιστα το αγόρασε δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη σύνταξη των επίμαχων συμβολαίων αγοραπωλησίας...., β) τα αναφερόμενα στις εκάστοτε αγγελίες ποσά αντικατοπτρίζουν τις επιθυμίες των πωλητών και απέχουν πολύ από τα τελικά καταβαλλόμενα ποσά των όποιων συντελεσθεισών αγοραπωλησιών, γ) σε κάθε αναφερόμενη (από την εναγομένη) ανωτέρω αναγγελία μέσα στην αιτούμενη τιμή περιλαμβάνεται και μια εκδοθείσα οικοδομική άδεια, την οποία η ίδια η εναγομένη κοστολόγησε σε 4.500,00 ευρώ για κάθε ιδιοκτήτη μεριδίου..., δ) πως ποτέ δεν θα ήταν δυνατό να κτιστούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες κατοικίες των 70 τ.μ., όπως διαφημίστηκε, αλλά μία οικοδομή, αποτελούμενη από οκτώ αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αναγκαστικά σε κάποια σημεία θα εφάπτονται μεταξύ τους..., το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως η αγοραία αληθινή αξία του αγροτεμαχίου ανέρχεται στις 53.000,00 ευρώ και επομένως το τίμημα που έπρεπε να καταβάλουν ο καθένας εκ των 1ης, 2ης και 5ου των εναγόντων ανέρχεται σε 6.625,00 ευρώ και ο καθένας των 3ου και 4ης των εναγόντων σε 3.312,50 ευρώ και κατά συνέπεια βάσιμα αναζητείται με την υπό κρίση αγωγή το καταβληθέν ποσό που υπερβαίνει την αξία αυτή, καθόσον η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων κατά της 99/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας, που είχε απορρίψει την αγωγή τους, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα στο διατακτικό οριζόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, εκτίμησε και αξιολόγησε αναλυτικά όλα τα υπό των διαδίκων μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, που αφορούσαν στα κριτήρια καθορισμού της αληθούς (εμπορικής) αξίας του επίδικου αγροτεμαχίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο (2010), με βάση τα χαρακτηριστικά τούτου.
Συνεπώς, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς υπήγαγε τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 επ. του Α.Κ. και συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται ευθεία παραβίαση των εν λόγω διατάξεων τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, που αφορά στην από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτο, αφενός μεν, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν παρατίθεται σ' αυτό το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, ήτοι η έλλειψη, η ανεπάρκεια και ποία τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα των αιτιολογιών ή η αντίφαση των αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές και σε ποια μέρη εντοπίζεται η αντίφαση, αφετέρου δε γιατί, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, βάλλει κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης περί τα πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτίθεται, η προσβαλλόμενη απόφαση παραθέτει με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα περιστατικά, που απαιτούνται για την πλήρωση του πραγματικού των συγκεκριμένων διατάξεων, που εφαρμόστηκαν.
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής διέλαβε ανεπαρκείς και πλημμελείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή του ισχυρισμού των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί αθετήσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για ανοικοδόμηση διώροφων κατοικιών 70 τ.μ., με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο πόρισμα σχετικά με την αγοραία αξία των εξ αδιαθέτου ποσοστών του επίμαχου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, αφετέρου δε, καθόσον, η αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει, εν τοις πράγμασι, την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Δικαστήριο διαμόρφωσε τη δικανική του πεποίθηση ως προς την αγοραία (εμπορική) αξία του επίμαχου ακινήτου, λόγω της μη δυνατότητας ανοικοδόμησης αυτοτελών κατοικιών 70 τ.μ. επί του επίμαχου ακινήτου, ενώ τούτο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, με βάση τα χαρακτηριστικά τούτου, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο.
Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο έχει ταυτόσημο περιεχόμενο με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 11/1996).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 9α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, δηλαδή, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνον η αυτοτελής αίτηση των διαδίκων περί παροχής έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Ως τέτοια αίτηση νοείται και το αίτημα περί επιδικάσεως τόκων (Α.Π. 34/2003, Α.Π. 2085/1984, Α.Π. 282/1982).
Από τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που προβλέπονται περιοριστικά στην εν λόγω διάταξη. Οι διατάξεις του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι ειδικές, ως προς τους λόγους αναίρεσης των διαλαμβανόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων και, συνεπώς, άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης, όπως είναι, μεταξύ άλλων και εκείνες από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 861/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείου Χαλκιδικής υποχρέωσε την εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, παρότι στην από 10-11-2017 (30/2017) αγωγή τους δεν διαλαμβάνεται αίτημα για την επιδίκαση τόκων. Οι ως άνω αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμηση του αληθούς περιεχομένου τους, δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθόσον το αίτημα περί επιδικάσεως τόκων δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά αυτοτελή αίτηση του διαδίκου, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα, δεν προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχος του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου του προαναφερόμενου αγωγικού δικογράφου, σαφώς προκύπτει ότι στο ιστορικό και δη στην κατακλείδα τούτου, το οποίο συμπληρώνει παραδεκτώς το αιτητικό του, διαλαμβάνεται ρητά αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας επί των καταβληθησόμενων ποσών από την επομένη της 14ης-4-2010, ημερομηνία σύνταξης των συμβολαίων αγοράς του ακινήτου από τους ενάγοντες, άλλως, από την επίδοση της αγωγής. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2021 (2/14-6-2021) αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της 54/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ