Supreme Court dismisses appeal against First Instance judgment for inadmissible grounds under Article 560 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the First Instance judgment. The appellants raised various grounds including violation of common experience and procedural errors, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the specific grounds cited by the appellants did not fall within the limited scope of reviewable errors permitted under Article 560 of the Civil Procedure Code for appeals against First Instance decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560 of the Civil Procedure Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: Appeals against First Instance decisions are limited to specific grounds such as violation of substantive law or jurisdiction, excluding general errors in fact-finding or procedural irregularities not explicitly listed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 861 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 861/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Τ. του Β., 2 Β. Τ. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Μαυρίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Μ. το γένος Σ. Σ., 2Π. Σ. του Α., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Φανή Ακριτίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 12990/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 16-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από την 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, "κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που προβλέπονται περιοριστικά στο νόμο, αφού στην εν λόγω διάταξη ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των διαλαμβανόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων και, συνεπώς, άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και εκείνες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στον ίδιο. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής.
Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή, καθ’ υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο, με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 812/2010).
Ο εν λόγω τρόπος συνίσταται στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία (άρθρα 974,1045 ΑΚ), στην περίπτωση δε αυτή πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη η μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Τέτοια (ποιοτική) αοριστία συνιστά και η μη αναφορά από τον ενάγοντα διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, που επικαλείται την κτήση κυριότητας του δικαιοπαρόχου του με έκτακτη χρησικτησία, των ειδικότερων πράξεων νομής του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο, εφόσον αμφισβητήσει ο εναγόμενος την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος σε αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση από την, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ….2012 διεκδικητικής αγωγής ακινήτου των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτές ισχυρίστηκαν, τα εξής: Ότι με το .../2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ.
Σ.- Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της πρώτης ενάγουσας το ειδικότερα περιγραφόμενο στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια οικόπεδο, κατόπιν αγοράς από τον Ε. Σ. και σε εκτέλεση του μεταξύ τους καταρτισθέντος .../1994 προσυμφώνου συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Λ.
Γ.. Ότι το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει προηγουμένως στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της με άτυπη παραχώρηση αυτού από τον πατέρα του Σ. Σ. το έτος 1960 και ότι έκτοτε αυτός το νεμόταν συνεχώς με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το έτος 1994 που παρέδωσε στην πρώτη ενάγουσα τη νομή του, την οποία εξακολούθησε να ασκεί η τελευταία με διάνοια κυρίου.
Ότι, στη συνέχεια, με το .../2003 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της αναφερόμενης στην αρχή συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου στη δεύτερη ενάγουσα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, και ότι έκτοτε κατέστησαν συγκυρίες αυτού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ασκώντας παράλληλα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου πράξεις νομής (οριοθέτηση, εκχέρσωση, κλάδεμα δένδρων, αποκατάσταση περίφραξης, παραχώρηση του οικοπέδου για μεγάλο διάστημα στη γειτόνισσά τους Ι.
Χ. για την ξήρανση καπνοφύλλων), επί 20 και πλέον έτη, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής του αρχικού δικαιοπαρόχου τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν. Ότι την 1/9/2011 οι εναγόμενοι, ιδιοκτήτες όμορης με το ακίνητο των εναγουσών ιδιοκτησίας, κατέλαβαν αυθαίρετα το ειδικότερα περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα (επίδικο) του παραπάνω ακινήτου, εμβαδού 293,51 τ.μ., το οποίο αρνούνται να τους το αποδώσουν και εξακολουθούν να το κατέχουν παράνομα μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι τους ανήκει.
Κατόπιν αυτών οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκυρίες, συννομείς και συγκάτοχοι του επίδικου ακινήτου, κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν τη νομή του. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1094, 1045 ΑΚ, διότι απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που πρόβαλαν νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και με την έφεσή τους, περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, η οποία συνίστατο στο ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δεν αναφέρθηκαν είτε στις πρωτόδικες προτάσεις τους είτε καθ’ υποφορά στην αγωγή τους στις πράξεις νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός τους στο επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν αμφισβητήσει την κτήση κυριότητας του τελευταίου τόσο με παράγωγο όσο και με τον επικαλούμενο από τις αναιρεσίβλητες πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν συνιστά νομική αοριστία της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ώστε να υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αλλά ποιοτική αοριστία, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και, συνεπώς, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης που επιτρέπονται κατ’ αποφάσεων Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων Ειρηνοδικείων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της 61/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά που δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν με κάποιο νόμιμο τρόπο την ένσταση περί αοριστίας της ένδικης αγωγής με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε.
Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρα 974, 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη, η εκμίσθωση του ακινήτου κ.ά., με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 α’ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Τέτοιους κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν, μεταξύ άλλων: α) το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και β) οι διατάξεις του Συντάγματος.
Περαιτέρω στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την διεκδικητική αγωγή, για την οποία έγινε λόγος στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του με αρ. .../4.12.2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ.
Σ.- Μ., που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο ... και αύξ. ..., που έγινε σε εκτέλεση του με αρ. .../16.12.1994 προσυμφώνου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Λαγκαδά Λ. Γ., η πρώτη ενάγουσα απέκτησε στην πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή της από το δικαιοπάροχο της Ε. Σ. του Σ. ένα οικόπεδο εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 638,04 τμ και κατά την πρόσφατη εμβαδομέτρηση 625,53 τμ , κείμενο στον τέως συνοικισμό της κοινότητας ...
και στην νυν Δημοτική Κοινότητα ... της Δημοτικής Ενότητας ... του ... της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά και επί της οδού ..., συνορευόμενο γύρωθεν επί πλευρών ΑΒ μέτρων γραμμικών 8,67, ΒΓ μέτρων γραμμικών 9,69 και ΓΔ μέτρων γραμμικών 13,53 με κοινοτική οδό και ήδη δημοτική οδό, επί πλευράς ΔΕ μέτρων γραμμικών 3,41 με τη συμβολή δύο δημοτικών οδών, επί πλευρών ΕΖ μέτρων γραμμικών 6,53, ΖΗ μέτρων γραμμικών 10,11, Ηθ μέτρων γραμμικών 9,09 και ΘΙ μέτρων γραμμικών 7,62 με κοινοτική οδό και ήδη δημοτική οδό και πέρας αυτής με χώρο εκκλησίας, επί πλευράς ΙΚ μέτρων γραμμικών 11,82 με κοινοτική οδό και ήδη δημοτική οδό και επί πλευρών ΚΛ μέτρων γραμμικών 8,97, ΛΜ μέτρων γραμμικών 9,46, ΜΝ μέτρων γραμμικών 2,39 και ΝΑ μέτρων γραμμικών 3,14 με ιδιοκτησίες αγνώστων, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στο ως άνω με αρ. .../4.12.2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του διπλωματούχου αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ.
Σ.. Σύμφωνα δε με το από μηνός Σεπτεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Α., που επισυνάπτεται στην αγωγή και αποτελεί αναπόσπαστο σώμα αυτής, το ως άνω ακίνητο αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρωθεν επί πλευρών ΑΒ μέτρων γραμμικών 4,00, ΒΓ μέτρων γραμμικών 2,26, ΓΔ μέτρων γραμμικών 3,11, ΔΕ μέτρων γραμμικών 7,13, ΕΖ μέτρων γραμμικών 16,96 και ΖΗ μέτρων γραμμικών 2,80 με δημοτική οδό (ασφαλτοστρωμένη) και πέραν αυτής χώρο εκκλησίας, επί πλευρών ΗΘ μέτρων γραμμικών 2,95, Θδ μέτρων γραμμικών 1,89 και δΙ μέτρων γραμμικών 6,97 με δημοτική οδό (ασφαλτοστρωμένη).
επί πλευρών ΙΚ μέτρων γραμμικών 1,13, ΚΛ μέτρων γραμμικών 7,77, ΛΜ μέτρων γραμμικών 9,49, ΜΝ μέτρων γραμμικών 3,88 ΝΞ μέτρων γραμμικών 1,59 με ιδιοκτησίες αγνώστων, επί πλευρών μέτρων γραμμικών 8,68, ΟΠ μέτρων γραμμικών 9,68 και ΠΑ μέτρων γραμμικών 13,59 με δημοτική οδό (ασφαλτοστρωμένη). Στη συνέχεια η πρώτη των εναγουσών δυνάμει του με αρ. .../4.12.2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...
και αυξ... του Υποθηκοφυλακείου … μεταβίβασε στην δεύτερη των εναγουσών ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω περιγραφόμενου οικοπέδου. Ο Ε. Σ. του Σ., δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας απέκτησε το ως άνω ακίνητο από τον πατέρα του Σ. Σ. το έτος 1960. Έκτοτε και μέχρι την 16η Δεκεμβρίου 1994, οπότε και παρέδωσε βάσει του προαναφερθέντος προσυμφώνου τη νομή και κατοχή του ως άνω ακινήτου στην πρώτη των εναγουσών, κατείχε και ενέμετο αυτός διανοία κυρίου συνέχεια χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανένα με καλή πίστη σε χρόνο πέραν της εικοσαετίας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το ως άνω ακίνητο ασκώντας ο ίδιος ή μέσω του πατέρα του, τα διαστήματα που εκείνος έλειπε στη Γερμανία, πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στη φύση του (φύτεψε δέντρα και είχε την εποπτεία του).
Παλαιότερα το ακίνητο αυτό ανήκε στην οικογένεια Π. και χρησιμοποιείτο ως λαχανόκηπος. Οι ενάγουσες από το έτος 2003 δηλώνουν το ως άνω ακίνητο ως ιδιοκτησία τους στα Ε9, όπως προκύπτει από τα οικεία αντίγραφα δηλώσεων ακινήτων των ετών 2003-2005 και τα εκκαθαριστικά σημειώματα ΕΤΑΚ των ετών 2008- 2009, ενώ πληρώνουν τα αναλογούντα τέλη ύδρευσης που αφορούν το ακίνητο κατά τα έτη 1995-2012, όπως προκύπτει από τα οικεία διπλότυπα εισπράξεως τελών ύδρευσης της Δ.Ε.Υ.Α, ενίοτε δε παραχωρούν την καλλιέργειά του σε τρίτους, Ο δεύτερος των εναγομένων νέμεται και κατέχει ένα όμορο ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στο με αρ. ...1915 συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.
Δ., νομίμως μεταγραφέντος, ήτοι ενός οικοπέδου με οικία, η οποία χτίστηκε στη θέση παλαιού αχυρώνα και συνορεύει γύρωθεν με το ακίνητο των εναγουσών, δημοτική οδό που οδηγεί προς την εκκλησία και δημοτική οδό που οδηγεί προς τους αμπέλους. Από το έτος 1915 ο δικαιοπάροχος του δεύτερου εναγόμενου και οι απόγονοι τους νέμονται και κατέχουν το ως άνω οικόπεδο.
Κατά τον ως άνω τίτλο, το ακίνητο που παραχωρήθηκε, περιγράφεται ως αχυρώνας με το έμπροσθεν αυτού οικόπεδο. Πράγματι το οικόπεδο που νέμονται οι εναγόμενοι βρίσκεται έμπροσθεν της οικίας, που χτίστηκε στη θέση του παλαιού αχυρώνα, ο οποίος είχε προσανατολισμό προς την πλατεία του χωριού. Πίσω από την εν λόγω οικία, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου, υπήρχε μία παλιά περίφραξη που όριζε τα σύνορα μεταξύ των δύο όμορων ακινήτων των διαδίκων.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περίφραξης καταστράφηκε όταν το έτος 1982 ο Ε. Τ. ισοπέδωσε την έκταση πλάτους περί του ενός μέτρου πίσω από την οικία του και κατασκεύασε τοιχίο, προκειμένου να προστατευτεί από τα όμβρια ύδατα, που διασχίζοντας το οικόπεδο των εναγουσών, το οποίο είχε υψομετρική διαφορά περίπου 1,5 μέτρου από το δικό του ακίνητο, κατέληγαν στην οικία του.
Λόγω φθορών, που προκάλεσε στο όμορο ακίνητο των εναγουσών, υποχρεώθηκε με τη με αριθμό 26/1983 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά να καταβάλει ως αποζημίωση στον πατέρα του Ε. Σ., Σ., αποζημίωση ύψους 6.990 δρχ. για τη φθορά της περίφραξης. Εξάλλου, ένα μέρος της περίφραξης αυτής, η οποία έχει οξειδωθεί λόγω της παρόδου του χρόνου (σκουριά), υφίσταται ακόμη και σήμερα σε συνέχεια του κατασκευασθέντος τοιχίου.
Δυνάμει της με αρ. .../2.11.2011 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Θεσσαλονίκης Ζ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δεύτερος των εναγομένων αποδέχτηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά από την μητέρα του και τους δικαιοπαρόχους της, ενσωματώνοντας στην ιδιοκτησία του το ένδικο τμήμα, ιδιοκτησίας των εναγουσών και συγκεκριμένα ένα εδαφικό τμήμα, που βρίσκεται όπισθεν της οικίας του στη βορειοδυτική πλευρά Του όλου ακινήτου Των εναγουσών και εν μέρει στη νοτιοδυτική πλευρά του, εκτάσεως του τμήματος αυτού 293,51 τ.μ., με στοιχεία ...
όπως αυτό αποτυπώνεται στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Α., που επισυνάπτεται στην αγωγή και αποτελεί αναπόσπαστο σώμα αυτής, με πλευρά μήκους αβ 8,48 γραμμικών μέτρων, με πλευρά βγ 6,56 γραμμικών μέτρων, με πλευρά γδ 30,80 γραμμικών μέτρων, επί πλευράς δΙ 6,97 γραμμικών μέτρων, επί πλευράς ΛΜ 9,49 γραμμικών μέτρων, πλευράς ΜΝ 3,88 γραμμικών μέτρων και επί πλευράς Να 2,69 γραμμικών μέτρων.
Η είσοδος του οικοπέδου των εναγομένων έχει διανοιχθεί από την δημοτική οδό, που οδηγεί προς την εκκλησία. Το ακίνητο των εναγουσών έχει μια είσοδο, ενώ μέσα από το ακίνητο των εναγομένων δεν υπήρχε πρόσβαση (είσοδο) στο οικόπεδο των εναγουσών, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων. Τον Ιούλιο του 2011, οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα κατέλαβαν το ανωτέρω επίδικο τμήμα το ακινήτου των εναγουσών, κατασκευάζοντας στο όριο αυτού με το υπόλοιπο ακίνητο των τελευταίων περίφραξη από τσιμέντο, σωλήνες και συρματόπλεγμα, μεταθέτοντας έτσι τα υφιστάμενα, μεταξύ των ακινήτων, όρια και ενσωματώνοντας στην ιδιοκτησία τους το πιο πάνω τμήμα, επί του οποίου κατέστρεψαν ένα δέντρο ελιάς και στο οποίο απέρριψαν μπάζα και δη τμήματα από σκάφος αυτοκινήτου.
Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στη θέση της περίφραξης, που εκείνοι κατασκεύασαν το 2011, υπήρχε παλαιά περίφραξη, που οριοθετούσε τα δύο οικόπεδα, η οποία καταστράφηκε. Αντιθέτως, η περίφραξη, που καταστράφηκε ήταν αυτή που υπήρχε στο πραγματικό όριο των δύο οικοπέδων, πίσω από την οικία των εναγομένων, στη θέση της οποίας (περίφραξης) κατασκευάστηκε το 1982 τοιχίο, στην προέκταση του οποίου υφίσταται ακόμη και σήμερα μέρος της παλιάς περίφραξης, όπως προαναφέρθηκε.
Επιπλέον οι εναγόμενοι προέβησαν σε εργασίες διάνοιξης και εκχέρσωσης στο επίδικο, προκειμένου αυτό να είναι προσβάσιμο σε αυτούς από την έτερη δημοτική οδό σε σχέση με την είσοδο του δικού τους οικοπέδου, που οδηγεί προς τους αμπέλους. Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι, απέβαλαν τις ενάγουσες από την κυριότητα και νομή του επίδικου εδαφικού τμήματος, το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν να τους αποδώσουν".
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες απέκτησαν την συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, με παράγωγο τρόπο το έτος 2003 και ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας Ε. Σ. είχε καταστεί κύριος του μεγαλύτερου ακινήτου, μέσα στο οποίο βρίσκεται το επίδικο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ’ αυτού τις ειδικότερα αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, συνεχώς κατά τα έτη 1960-1994, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, στη συνέχεια δε παρέδωσε τη νομή και κατοχή του επιδίκου στην πρώτη ενάγουσα, μετά και τη μεταξύ τους κατάρτιση σχετικού αγοραπωλητηρίου προσυμφώνου.
Επίσης το ίδιο πιο πάνω δικαστήριο έκρινε ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες όμορου με το επίδικο ακινήτου, τον Ιούλιο του έτους 2011 κατέλαβαν παράνομα και αυθαίρετα το επίδικο εδαφικό τμήμα, ιδιοκτησίας των εναγουσών, και το ενσωμάτωσαν στο δικό τους ακίνητο, αποβάλλοντας τις τελευταίες από την κυριότητα και τη νομή του.
Κατόπιν αυτών δέχθηκε κατ’ ουσία την ένδικη αγωγή και απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1045, 1094 ΑΚ, ούτε και εκείνες των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ.2 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 α’ ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, με τα οικεία μέρη των λοιπών λόγων αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια για παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, η οποία, όπως από το όλο περιεχόμενο των λόγων αυτών προκύπτει, συντελέστηκε με την εσφαλμένη (κατ’ αυτούς) εκτίμηση των θεμελιούντων την ένδικη αγωγή πραγματικών γεγονότων, των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων και του περιεχομένου των διαλαμβανομένων σε αυτούς (λόγους) εγγράφων.
Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθ. 560 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010).Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπό στοιχείο ΣΤ’ , κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ.
β’ του άρθ.560 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "δεν μπορεί οποιοσδήποτε με τη χρήση ψευδών στοιχείων και τη χρήση κάποιου μάρτυρα να οικειοποιείται και να ιδιοποιείται έκταση που δεν του ανήκει, όπως έπραξαν οι αντίδικοι". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα εκτιθέμενα σε αυτόν περιστατικά δεν έχουν το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττει την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Τέλος οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη αίτησή τους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις εξής αιτιάσεις: 1) της υπέρβασης εξουσίας 2) της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίστηκαν ή ήταν ανεπίτρεπτα και της μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από αυτούς 3) της λήψης υπόψη ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν 4) της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών 5) της άφεσης αδίκαστης της αίτησης για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης 6) της παρά το νόμο απόρριψης του ισχυρισμού τους περί ύπαρξης δεδικασμένου.
Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες υπάγονται στους από τους αριθμούς 4,11,8,19,9 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης και όχι εκείνους από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ που επικαλούνται εσφαλμένα οι αναιρεσείοντες είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναίρεσης που επιτρέπονται κατ’ αποφάσεων Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων Ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη υπόθεση.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/12/2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 12990/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ