Supreme Court dismisses appeal against property ownership ruling regarding church land used for marriage ceremonies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Thessaloniki Diocese and a bishop against the Third Instance Court of Thessaloniki's decision on property ownership. The appellants argued that the court failed to consider evidence proving the land was dedicated to religious purposes and used for marriage ceremonies. The court rejected this claim, stating that the lower court had fully evaluated all submitted documents and that the appellants' assertions regarding the evidence were inadmissible attacks on the final judicial assessment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11γ) KPolD; Art. 561(1) KPolD: The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence; appeals challenging the factual assessment of proof are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 469 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 469/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ιεράς Μητρόπολης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στην Καλλιθέα Συκεών Θεσσαλονίκης επί της οδού ... 11 και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μητροπολίτη Ε., (κατά κόσμο Χ. Ο.), (κατά τον αντίδικό τους Μοναχού Ε.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Όλγα Ζυγούρα και Ναούμα Τζήκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θρησκευτικού Σωματείου με την επωνυμία "Γενικόν Ταμείον της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Κάνιγγος 32, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Ψωμιάδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2000 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας, την από 12-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, και την από 26-9-2008 κύρια παρέμβαση της ήδη 1ης αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28943/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2118/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 15-4-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 169/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 49/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα, "Ιερά Μητρόπολη των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης", με την από 3-12-2000 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου με τα υφιστάμενα σ' αυτό κτίσματα, ήτοι ιερό ναό και τριώροφη οικοδομή) εμβαδού 715 τ.μ., επικαλούμενη ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, θρησκευτικό σωματείο, με την επωνυμία "Γενικόν Ταμείον της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος", αμφισβητεί την κυριότητά της επί του ως άνω ακινήτου.
Επίσης, το αναιρεσίβλητο σωματείο, με την από 12-11-2007 αγωγή του ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριο του ίδιου, πιο πάνω ακινήτου (οικοπέδου και των επ' αυτού κτισμάτων), με παράγωγο τρόπο (δωρεά), επικαλούμενο ότι ο εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων (Μοναχός Ε., κατά κόσμον Χ. Ο.), αμφισβητεί την κυριότητά του επί του ως άνω ακινήτου.
Τέλος με την από 26-9-2008 κυρία παρέμβαση, η οποία στρεφόταν κατά του ήδη αναιρεσίβλητου θρησκευτικού σωματείου και του Μητροπολίτη Ε.), (κατά κόσμον Χ. Ο.), η πρώτη αναιρεσείουσα Ιερά Μητρόπολη, παρενέβη στην ανοιγείσα με την αγωγή του αναιρεσίβλητου, Γενικού Ταμείου, δίκη και επικαλούμενη τα ίδια περιστατικά με εκείνα της αγωγής της, ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς της επί του παραπάνω ακινήτου.
Επί των παραπάνω αγωγών και κυρίας παρέμβασης, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 28943/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες η αγωγή και η κυρία παρέμβαση της πρώτης αναιρεσείουσας, "Ιεράς Μητρόπολης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης" και έγινε δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η αγωγή του αναιρεσίβλητου θρησκευτικού σωματείου και αναγνωρίστηκε η κυριότητα αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, με τον περιορισμό όμως της απαγόρευσης οποιασδήποτε μορφής συναλλαγής επί του ιερού ναού Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, που έχει ανεγερθεί και λειτουργεί επ' αυτού(ως πράγματος εκτός συναλλαγής).
Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε από τους ηττηθέντες διαδίκους η από 20-7-2010 έφεση, καθώς και από το ως άνω θρησκευτικό σωματείο, το οποίο νίκησε, η από 26-4-2010 έφεση, επικαλούμενο ότι βλάπτεται από τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η 2118/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις ως ουσία αβάσιμες.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 15-4-2015 αναίρεση από το ως άνω θρησκευτικό σωματείο, η οποία έγινε δεκτή με την 169/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, διότι, ενώ έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι ο ιδιόκτητος ναός της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου (και το εντός του ίδιου οικοπέδου ανεγερθέν κτίσμα), εξυπηρετεί δημοσιολογικό (θρησκευτικό) σκοπό, στον οποίο έχει αφιερωθεί ο ανωτέρω ιδιόκτητος ναός (και το εντός του ίδιου οικοπέδου ανεγερθέν κτίσμα), δεν έλαβε υπόψη του ότι ο σκοπός αυτός υπερακοντίζεται σε περίπτωση ανυπαρξίας (ή παύσεως) και εν πάση περιπτώσει μη συναινέσεως του ιδιοκτήτη, η οποία συνεπάγεται την παύση του δια θρησκευτικό σκοπό προορισμού του (εκτός συναλλαγής προς τούτο τεθέντος) πράγματος και την απένταξή του από τη νομοθετική πρόβλεψη της ΑΚ 966 και ότι εν προκειμένω, το τότε αναιρεσείον, ως ιδιοκτήτης του ναού μετά του οικοπέδου και του εντός αυτού ανεγερθέντος κτίσματος, μετά την αποστασιοποίηση από τους κόλπους του, του εκ των αναιρεσίβλητων Ε., είχε την δεδηλωμένη αντίθεσή του στην ένταξη του ως άνω ναού (με το εντός αυτού ανεγερθέν κτίσμα) προς εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού από αυτόν (ως άνω 2ο αναιρεσίβλητο) και τους ανθρώπους, οι οποίοι συστοιχήθηκαν μετ' αυτού (ως Ιερά Μητρόπολη-1η αναιρεσίβλητη) και συναποδέχθηκαν την αποστασιοποίησή του.
Στη συνέχεια δε παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο) για περαιτέρω εκδίκαση. Το τελευταίο με την 49/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση του Γενικού Ταμείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του θρησκευτικού σωματείου (ενάγοντος), αναγνωρίζοντας τούτο κύριο του επιδίκου ακινήτου με όλα τα κτίσματα που υφίστανται επ' αυτού.
Κατά της τελευταίας απόφασης οι εφεσίβλητοι "Ιερά Μητρόπολης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης" και Μητροπολίτης Ε., κατά κόσμον Χ. Ο., άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 13 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "1. H ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. H απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων.
H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται..." Επίσης στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256), ορίζεται ότι: "1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ' ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2.
Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων".
Περαιτέρω, με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.ΑΠ 6/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: " Με το υπ' αριθμ. .../1966 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κεραμέως, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Κ. Κ. του Ι.
μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, την κυριότητα του παρακάτω ακινήτου στο ΕΙδικό Φιλανθρωπικό Σωματείο με την επωνυμία "Γενικόν ΦΙλόπτωχον Ταμείον της Εκκλησίας της Ελλάδος", το οποίο είχε συσταθεί το έτος 1946 και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 7383/1946 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών, που τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 21983/1962 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και καταχωρίστηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αύξοντα αριθμό 6098/6-4-1963.
Ειδικότερα, με τη μεταγραφή του παραπάνω συμβολαίου, το προαναφερόμενο θρησκευτικό σωματείο απέκτησε την κυριότητα διαιρετού τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 715 τ.μ, με την επ' αυτού παλαιά οικία, από το υπ' αριθμ. … μείζονος εκτάσεως οικόπεδο του ... Ο.Τ., που βρίσκεται επί της οδού ... του συνοικισμού ... του Δήμου … και συνορεύει, βορείως με την οδό ..., νοτίως με την οδό ..., ανατολικώς με το υπ' αριθμ … οικόπεδο του ίδιου Ο.Τ και δυτικώς με τα υπ' αριθμ….
και … οικόπεδα του ίδιου συνοικισμού. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 1911/1985 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκρίθηκε το από 26-4-1985 καταστατικό του ενάγοντος θρησκευτικού σωματείου με την επωνυμία πλέον "Γενικόν Ταμείον της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος", το οποίο καταχωρίσθηκε, με αριθμό 2669/1985, στα βιβλία αναγνωρισμένων σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την ίδια απόφαση, εγκρίθηκαν και οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο αρχικό καταστατικό του αναγνωρισθέντος με την παραπάνω, υπ' αριθμ. 7383/1946 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών, σωματείου με την επωνυμία "Γενικόν Φιλόπτωχον Ταμείον της Εκκλησίας της Ελλάδος", έκτοτε δε, η επωνυμία του ενάγοντος θρησκευτικού σωματείου δεν έχει τροποποιηθεί.
Σκοπός του σωματείου αυτού είναι, εκτός των άλλων, και "...η υλική ενίσχυσις της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, προς αντιμετώπισιν των αναγκών ταύτης και εκπλήρωσιν των θρησκευτικών καθηκόντων των εν Ελλάδι και τω Εξωτερικώ μελών του Σωματείου, δια της ιδρύσεως Ιερών ναών ή αποκτήσεως διά παντός νομίμου τρόπου και μισθώσεως τοιούτων, και συντηρήσεως και ευπρεπισμού αυτών...".
Το έτος 1969, αποχώρησε από το ως άνω δωρηθέν ακίνητο η δωρήτρια και παρέδωσε πλέον και την κατοχή αυτού στο ενάγον σωματείο, το οποίο είχε πρόθεση να προβεί στην ανέγερση ναού επί του ακινήτου αυτού. Έτσι, το ενάγον παρέδωσε τη χρήση του επιδίκου ακινήτου στους μελλοντικούς εφημέριους του Ιερού Ναού που επρόκειτο να ανεγερθεί, ήτοι, στον τότε εν ζωή Αρχιμανδρίτη της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.
Ελλάδος, Ι. Π. και τον τότε διάκονο, Ε. Ο., εναγόμενο της υπό στοιχ. β' αγωγής, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν και διέμεναν, έκτοτε, στην υφιστάμενη επί του προπεριγραφομένου οικοπέδου, παλαιά οικία. Το Δεκέμβριο του έτους 1969, το ενάγον θρησκευτικό σωματείο αποφάσισε να προβεί στην ανέγερση νέου κτίσματος επί του παραπάνω ακινήτου, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για τη λειτουργία πνευματικού κέντρου.
Στην 39η συνεδρίαση του Δ.Σ. αυτού, που πραγματοποιήθηκε στις 16-12-1969, αποφασίστηκε, αφενός μεν να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της δωρήτριας, αφετέρου δε, να ιδρυθεί, στη Θεσσαλονίκη, πνευματική εστία και για το λόγο αυτό, αποφασίστηκε η ανέγερση επί του εν λόγω ακινήτου, "αίθουσας κατηχητικού, διαστάσεων 14X12, μεθ' όλων των συναφών βοηθητικών χώρων", η απόφαση δε αυτή συμπεριλήφθηκε στο υπ' αριθμ. 36/19-12-1969 πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ.
του σωματείου. Με την απόφαση αυτή του Δ.Σ., αποφασίστηκε να δοθεί, στον Αρχιμανδρίτη Ι. Π. και στον πολιτικό μηχανικό Δ. Α., η εντολή και πληρεξουσιότητα να προβούν, για λογαριασμό του σωματείου, στις απαραίτητες ενέργειες για την ανέγερση του ως άνω κτίσματος και την παρακολούθηση των σχετικών εργασιών.
Μετά την από 3-3-1970 αίτηση του ενάγοντος σωματείου, με την τότε επωνυμία "Γενικόν Φιλόπτωχον Ταμείον της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../1970 (αριθ. πράξης 590/1970) άδεια οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για την ανέγερση, επί του ως άνω οικοπέδου, ισόγειας αίθουσας κατηχητικού, εμβαδού 186 τ.μ., υπό την επίβλεψη του προαναφερομένου πολιτικού μηχανικού.
Η παραπάνω οικοδομική άδεια αναθεωρήθηκε, με την υπ' αριθμ. .../28-11-1970 πράξη, προκειμένου να μετατραπεί η παραπάνω αίθουσα σε ναό. Το έτος 1971, με χρήματα του ενάγοντος σωματείου, προερχόμενα, κυρίως, από εισφορές και δωρεές των πιστών της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, ο παραπάνω ναός αποπερατώθηκε και αφού διαμορφώθηκε, εγκαινιάστηκε και καθαγιάστηκε, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφιερώθηκε δε στη λατρεία της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου.
Ο ιδιόκτητος αυτός Ιερός Ναός καθιερώθηκε έτσι στη λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και ήταν, έκτοτε, προορισμένος για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών και προς άσκηση της θρησκευτικής λατρείας όλων των πιστών της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, η οποία είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε, από το έτος 1924, ως αυτόνομη θρησκευτική κοινότητα, ποιμενόμενη από τον Αρχιεπίσκοπο Α.
και την Ιερά Σύνοδο. Ειδικότερα, μετά την, κατά το έτος 1924, επέκταση του νέου Γρηγοριανού Ημερολογίου και στις εκκλησιαστικές σχέσεις, για τον υπολογισμό των ακινήτων εορτών, αποσπάστηκαν από την Ορθόδοξο Εκκλησία της Ελλάδος οι αυτοαποκαλούμενοι "Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί", γνωστοί ως "Παλαιοημερολογίτες", οι οποίοι συνέπηξαν ιδιαίτερη θρησκευτική κοινότητα, που διαφέρει από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, ως προς το ζήτημα του ημερολογίου και του χρόνου τέλεσης των θρησκευτικών εορτών.
Με απόφαση της παραπάνω Ιεράς Συνόδου, ως εφημέριοι του Ιερού Ναού της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, ορίστηκαν οι κληρικοί της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος Παπαδέλης και ο εναγόμενος, τότε διάκονος Ε., κατά κόσμον Χ. Ο., οι οποίοι τελούσαν εκεί τα Θεία Μυστήρια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά από αίτηση του ενάγοντος θρησκευτικού σωματείου, με την τότε επωνυμία "Γενικόν Φιλόπτωχον Ταμείον Γ.Ο.Χ.
Ελλάδος", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4533/1972 οικοδομική άδεια (αριθμ. πράξης .../1973) του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, για την ανέγερση επί του άνω οικοπέδου προσθήκης τριώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο όροφο, πρώτο όροφο και ένα όροφο σε εσοχή, επί της οπίσθιας όψης της, με σκοπό, αρχικά, η οικοδομή αυτή να χρησιμοποιηθεί για τη λειτουργία γηροκομείου και αργότερα, ορφανοτροφείου.
Η εν λόγω οικοδομή κατασκευάστηκε από το ενάγον σωματείο, με χρήματα που το ίδιο διέθεσε, προερχόμενα, κυρίως, από εισφορές και δωρεές πιστών της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.. Η οικοδομή αυτή αποπερατώθηκε το έτος 1975 και χρησιμοποιήθηκε, τελικώς, για την εξυπηρέτηση των στεγαστικών αναγκών των άνω κληρικών, των λοιπών ιερέων και του νεωκόρου του Ιερού Ναού της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, για τη φιλοξενία άλλων κληρικών της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ., για τη στέγαση των γραφείων του Ιερού Ναού αλλά και για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ενοριτών και των πιστών, γενικά, της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.
και ιδιαίτερα, για εκδηλώσεις σχετικές με τη θρησκευτική τους λατρεία, όπως για τη λειτουργία κατηχητικών, δεξιώσεις μνημοσύνων, τράπεζες κλπ. Τον Οκτώβριο του έτους 1980, στεγάστηκαν στην παραπάνω οικοδομή και τα γραφεία της Ιεράς Μητρόπολης Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης, όταν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης αναγορεύθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν μέχρι τότε Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις αρχές του έτους 1995, στους κόλπους της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, επήλθε ρήξη μεταξύ των Αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου τους. Αποτέλεσμα των προβλημάτων που ανέκυψαν, ήταν η καθαίρεση του εναγομένου, τότε Μητροπολίτη Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης, Ε. Ο., από το Αρχιερατικό αξίωμά του και η επάνοδος του στις τάξεις των μοναχών.
Ο τελευταίος, με την υπ' αριθμ. 1 της 12/25-7-1995 απόφαση του Συνοδικού δι' Αρχιερείς Δικαστηρίου, κρίθηκε ένοχος, μαζί με άλλους συνεργάτες του, για το κανονικό παράπτωμα της δημιουργίας σχίσματος στους κόλπους της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και συγκεκριμένα "...της αποσχίσεως και καταφρονήσεως της κανονικής του Εκκλησιαστικής Αρχής ήτοι της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας...", όπως αναφέρεται στην από 26/2000 βεβαίωση της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ.
Ελλάδος. Επίσης, με την ίδια απόφαση, ο εναγόμενος καταδικάστηκε σε 15ετή εγκλεισμό σε Μονή, με την κατηγορία σοβαρών ηθικών παραπτωμάτων και με την από 7/20 Μαΐου/1996 απόφαση του Δ.Σ. του ενάγοντος σωματείου, διαγράφηκε από μέλος του, έκτοτε δε αυτός αποσχίστηκε από την ενιαία έως τότε Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, μετά την καθαίρεσή του από το αρχιερατικό αξίωμα του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης της ενιαίας μέχρι τότε Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, συνέχισε να λειτουργεί στον ως άνω Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, ως Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, διαμένει δε και χρησιμοποιεί, όπως και προηγουμένως, όλους τους χώρους της παραπάνω τριώροφης οικοδομής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, μετά την καθαίρεσή του, ίδρυσε νέα Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης, με το πλήρωμα που τον ακολούθησε, η οποία είναι, πλέον, διάφορη της ενιαίας Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, που προέκυψε, όπως προαναφέρεται, ως θρησκευτική κοινότητα, το έτος 1924 και διατηρούσε, ήδη, από το έτος 1948, Μητρόπολη, στη Θεσσαλονίκη, με έδρα επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως.
Μετά την ίδρυση από τον εναγόμενο της νέας Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης, ο επίδικος Ιερός Ναός αλλά και η παραπάνω τριώροφη οικοδομή, χρησιμοποιούνται ως έδρα της δεύτερης, Νέας Μητρόπολης των Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης, με Μητροπολίτη τον εναγόμενο, Ε. Ο.. Το εκκαλούν θρησκευτικό σωματείο ισχυρίζεται ότι το άνω οικόπεδο και ο επ' αυτού Ιερός Ναός απώλεσε πλέον την ιδιότητά του ως εκτός συναλλαγής πράγματος, διότι δεν χρησιμοποιείται για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.
Ελλάδος, αλλά για την άσκηση των καθηκόντων αυτών εκ μέρους του πληρώματος της νέας σχισματικής Εκκλησίας, που ίδρυσε ο εναγόμενος. Είναι δε αληθές, ότι το ως άνω οικόπεδο, με τον επ' αυτού ανεγερθέντα Ιερό Ναό και την προαναφερόμενη τριώροφη οικοδομή, μετά την αφιέρωση του Ιερού αυτού Ναού στη θεία λατρεία και τον προορισμό του για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού σκοπού στον οποίο αφιερώθηκε, απέκτησε την ιδιότητα του εκτός συναλλαγής πράγματος.
Ωστόσο, ο προαναφερόμενος Ιερός Ναός δεν χρησιμοποιείται πλέον από το πλήρωμα της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, αλλά από το πλήρωμα της ως άνω νέας Εκκλησίας, το ενάγον δε θρησκευτικό σωματείο, που είναι κύριο του ανωτέρω ναού με το οικόπεδο και το εντός αυτού ανεγερθέν κτίσμα, μετά την αποστασιοποίηση του εναγομένου, Ε.
Ο., από τους κόλπους του, έχει δεδηλωμένη την αντίθεσή του στην ένταξη του προμνησθέντος ναού (με το εντός του οικοπέδου τριώροφο κτίσμα) προς εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού από αυτόν (εναγόμενο) και τους ανθρώπους, οι οποίοι συστοιχήθηκαν μαζί του (όπως η Ιερά Μητρόπολις των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης) και συναποδέχθηκαν την προαναφερόμενη αποστασιοποίησή του.
Σύμφωνα δε, με όσα δέχθηκε η αναιρετική απόφαση, η μη συναίνεση του ιδιοκτήτη-ενάγοντος συνεπάγεται την παύση του προορισμού του ακινήτου για θρησκευτικό σκοπό και ως εκ τούτου, την αποκατηγοριοποίησή του, ως εκτός συναλλαγής πράγματος και την απένταξή του από τη νομοθετική πρόβλεψη της ΑΚ 966.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι το ενάγον θρησκευτικό σωματείο, διατηρεί μεν το δικαίωμα της κυριότητας επί του παραπάνω ακινήτου, που απέκτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, αδρανοποιημένο, όμως, με τον περιορισμό της απαγόρευσης οποιασδήποτε συναλλαγής επ' αυτού, αντικειμένης στο θρησκευτικό σκοπό του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου, ο σχετικός, μοναδικός λόγος της κρινομένης έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως ουσιαστικά βάσιμος".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου σωματείου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε, μη εφαρμόζοντας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ.1 και 2 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ, από τις οποίες προκύπτει η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, ως απόρροια της θρησκευτικής ελευθερίας διότι στην αναφερόμενη ενδοεκκλησιαστική διαμάχη για την κυριότητα του επιδίκου ναού της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, υιοθετεί την θεολογική άποψη του αναιρεσίβλητου, ότι η εκκλησία Γ.Ο.Χ της παράταξης Μακαρίου, στην οποία ανήκει η πρώτη αναιρεσείουσα Μητρόπολη των Γ.Ο.Χ Θεσσαλονίκης υπό τον Μητροπολίτη Ε.
Ο. (δεύτερο αναιρεσείοντα), είναι δήθεν σχισματική και ότι ο δεύτερος αναιρεσείων είναι δήθεν καθηρημένος, παραδοχή που συνιστά κρατική παρέμβαση στην θρησκευτική τους ελευθερία που δεν επιτρέπεται από τις παραπάνω διατάξεις, αφού το ζήτημα αυτό, όπως και εάν οι επί μέρους θρησκευτικές κοινότητες διαφέρουν δογματικώς και λατρευτικώς μεταξύ τους ή όχι, είναι ζήτημα πνευματικό και δεν εξετάζεται από το δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, διότι ουδόλως παρενέβη στη θρησκευτική ελευθερία των αναιρεσειόντων ούτε ερμήνευσε εκκλησιαστικούς κανόνες, η ερμηνεία των οποίων άλλωστε δεν είναι έργο των δικαστηρίων (ΣΤΕ 736/2005), ούτε τέλος προέβη σε κρίσεις σχετικά με θεολογικά, πνευματικά και δογματικά ζητήματα, αλλά απλώς παρέθεσε τα γεγονότα που αποδείχθηκαν ενώπιόν του, με βάση τα προσαχθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα σχετικά έγγραφα (εκκλησιαστικά και μη), που αφορούν την ενδοεκκλησιαστική διαμάχη στους κόλπους της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 561 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο και γι' αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαράδεκτα πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 του Κ.Πολ.Δ., όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνον στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δέσμευση δεν υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά από την απόφαση που αναιρέθηκε, χωρίς η περί τούτου κρίση του να ελέγχεται αναιρετικώς, επιδέχονται νομική λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 921/2015 108/2014, Α.Π. 1297/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (πρώτο), κατά το δεύτερο σκέλος του, επίσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε το άρθρο 971 ΑΚ, προσδίδοντάς του έννοια διαφορετική από την πραγματική, ήτοι δεχόμενη ότι ο ιερός ναός της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, καθιερωθείς στην λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής, ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό, οι ναοί των ΓΟΧ είναι ιδιωτικοί και δεν τίθενται σε δημόσια λατρεία, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτοί (ΓΟΧ) δεν έχουν, κατά νόμο εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που είναι φορείς δημόσιας λατρείας, με αποτέλεσμα η πρώτη αναιρεσείουσα Ιερά Μητρόπολη των ΓΟΧ Θεσσαλονίκης, να έχει αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ναού, του παρακείμενου κτιρίου και του οικοπέδου, με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος αυτά ο δεύτερος αναιρεσείων, δικαιοπάροχός της και στη συνέχεια η ίδια, με διάνοια κυρίου, επί είκοσι οκτώ (28) έτη.
Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτό ότι η διάρκεια νομής των αναιρεσειόντων επί των επιδίκων ανέρχεται σε δέκα εννέα (19) ή άλλως σε δεκατέσσερα (14) έτη, αυτή κατέστησε την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσίβλητου καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος, αφού δημιούργησε στην πρώτη αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι το φερόμενο ως κύριος των επιδίκων, αναιρεσίβλητο, δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκηση αυτού και η ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στον ως άνω λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, ως προς τις αιτιάσεις που αφορούν το νομικό ζήτημα, ήτοι το ότι το ως άνω οικόπεδο με τον επ' αυτού ανεγερθέντα Ιερό Ναό, μετά την αφιέρωση αυτού στη θεία λατρεία και τον προορισμό του για την εξυπηρέτηση του Θρησκευτικού σκοπού στον οποίο αφιερώθηκε, απέκτησε την ιδιότητα του εκτός συναλλαγής πράγματος, καθώς και ότι η μεταγενέστερη μη συναίνεση του ιδιοκτήτη του (ιδιόκτητου) ναού στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, συνεπάγεται την παύση του, δια θρησκευτικού σκοπού, προορισμού του και την απένταξή του ως εκτός συναλλαγής πράγματος, τούτο έχει κριθεί αμετακλήτως (και αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες) με την 169/2017 απόφαση του Αρείου Πάγο κατά τρόπο δεσμευτικό όχι μόνο για το εν λόγω Δικαστήριο της παραπομπής, που επελήφθη της ίδιας υποθέσεως, αλλά και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανήλθε η αυτή η υπόθεση ύστερα από την κρινόμενη νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της παραπομπής.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί κτήσης κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, αυτός έχει απορριφθεί ως μη νόμιμος με την υπ' αριθ. 2118/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η ως άνω απόφαση δεν είχε προσβληθεί με αναίρεση εκ μέρους της Ιεράς Μητρόπολης Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης και του Μητροπολίτη (ή Μοναχού) Ε. (ήδη αναιρεσειόντων) και ως εκ τούτου υφίσταται σχετική δέσμευση για το παρόν Δικαστήριο (Άρειο Πάγο) ως προς το ζήτημα αυτό.
Εξάλλου, όσον αφορά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Γενικού Ταμείου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών της Ελλάδος, ο λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το σχετικό μέρος του είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 382/2020, ΑΠ 344/2019).
Τούτο δε διότι δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 2-11-2018 προτάσεων αυτών ως εφεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, ότι ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος είχε προβληθεί (με άλλο περιεχόμενο) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμος, επαναφέρθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον αυτού (Εφετείου), ενώ δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 769/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, ενδεικτικά και τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι το επίδικο οικόπεδο μετά του ιερού ναού είναι αφιερωμένο στη θεία λατρεία και προορισμένο για την εξυπηρέτηση θρησκευτκού σκοπού και ειδικότερα: 1) τις είκοσι τέσσερεις (24) άδειες τελέσεως γάμου, με αριθμ.
πρωτ. 1390/21-1-2018-1404/15-10-2018, οι οποίες εκδόθηκαν από την πρώτη των αναιρεσειόντων, Ιερά Μητρόπολη, και υπογράφονται από τον δεύτερο τούτων, προς μέλη του ποιμνίου, που αιτήθηκαν να νυμφευθούν, 2) τέσσερα (4) διαβιβαστικά έγγραφα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, προς την πρώτη αναιρεσείουσα, με αίτημα την πνευματική λύση ισάριθμων γάμων, με αριθμ.
πρωτ. 782/18-4-2018, 1092/29-5-2018, 1731/21-8-2018 και 1761/29-8-2018 και 3) το με ημερομηνία 16-7-2018 διαβιβαστικό έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου, προς την πρώτη αναιρεσείουσα, με αίτημα την πνευματική λύση γάμου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος.
Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2019 αίτηση των 1) "Ιεράς Μητρόπολης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Θεσσαλονίκης" και 2) Μητροπολίτη Ε. (κατά κόσμον Χ. Ο.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ