Legislator Case Law & Legislation
769/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment regarding Ottoman property titles and lack of good faith.

Case Number 769/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on land ownership. The appellant argued the lower court erred in finding a lack of good faith due to missing Ottoman titles and failed to consider specific property documents submitted by the State. The court rejected these claims, ruling that the lower court's reasoning regarding the absence of Ottoman titles and procedural violations was legally sound and constituted a valid defense against the appellant's ownership assertion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 10, 19, 11γ of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's finding of lack of good faith based on the absence of Ottoman property titles constitutes a valid defense against a claim of ownership through extraordinary possession, and that an appeal must specifically identify the documents allegedly ignored by the lower court to be admissible.

Keywords

AI generated
Ottoman property titles lack of good faith extraordinary possession civil procedure appeal land ownership dispute State succession legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 11γ of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/57

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 769 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 769/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Ν.-Α., συζ. Μ. Π., ως καθολικής διαδόχου του θανόντος πατρός της Ν.-Α. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου που ανακάλεσε την από 20-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-1996 αγωγή του Ν.-Α. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3788/1998 μη οριστική, 1741/2009 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1647/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των παραπάνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς που αναχώρησαν από την απελευθερωθείσα Ελλάδα, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).

Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνταν δημόσια δάση.

Ειδικότερα με την έβδομη παράγραφο της συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ειδική δε επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Επίσης με την πέμπτη και έκτη παράγραφο του Πρωτοκόλλου της 22ας Ιανουαρίου (3Φεβρουαρίου) 1830, επιτράπηκε στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιοκτησιών που είχαν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά δάση, αδιακρίτως αν αυτά βρίσκονταν εντός ή εκτός των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών). Σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστάθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστική Επιτροπή, η οποία συστάθηκε πολύ πριν από την έκδοση του από 17.11.1836 Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης [(που εγκρίθηκε με το από 4/16.4.1835 ΒΔ (ΦΕΚ ...38),] του από 4/16.10.1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της 1/13.11.1835 διαταγής των επί του Βασ.

Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών που βρίσκονταν εντός ή εκτός τσιφλικιών, από τους αποχωρούντες (φεύγοντες) Οθωμανούς στους Έλληνες, προς εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών.

Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση της εν λόγω Επιτροπής στις ως άνω αποφάσεις περί μη υπάρξεως απαιτήσεως του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης εκτάσεως δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφισταμένου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο ανατρέποντα ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω Δ/τος τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.

Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει σαφώς, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών περί αναγνωρίσεως ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17/29.11.1836, δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις, που αφορούν δάση, της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστικής Επιτροπής.

Πράγματι, μόνο οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποιήσεως της συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του Β Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο του άρθρου 3 του ως άνω Δ/τος.

Αλλά και οι αποφάσεις της επί των Οθωμανικών κτημάτων Εξεταστικής Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοίκησης, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του ανωτέρω Β.Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, δεν είναι δυνατό να παραμερισθούν εντελώς. Εφόσον με αυτές αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες σε δάσος υφιστάμενο το 1836 είναι προφανές ότι και σε αυτές περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής εκτάσεως, δεδομένου μάλιστα ότι κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοίκησης υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέων της Επικρατείας και από το Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας.

Συνεπώς οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής έκτασης, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να επικαλεσθούν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή τους πίστη, κατά την τριακονταετή με διάνοια κυρίου κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 573/2015).

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ. θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκαν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού ήταν η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔτων ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 975 /2008).

Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικό ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατ'άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ο πιο πάνω λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ'αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 § 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ8/2005).

Εξετέρου, από τον αρ. 10 του άνω άρθρου, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι'αυτά, χωρίς ν' απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Ο λόγος ιδρύεται και όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" λήφθηκε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. 'Ετι περαιτέρω ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις (αρ. 17).

Ωσαύτως, κατά τον αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Οι δε λόγοι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 539 ΚΠολΔ υπό το πρόσχημα των πλημμελειών είναι δυνατό να πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη (561 § 1 ΚΠολΔ) κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή, ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, μπορεί να είναι δε ιδιωτικά ή δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επομένως, δεν είναι, ως άνω, έγγραφα εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως λ.χ.

τα πρακτικά συνεδρίαση που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, η έκθεση, πραγ/νης και το συνοδευτικό αυτής σχεδιάγραμμα, τα τοπογραφικά διαγράμματα κ.ο.κ.

ΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 1647/2016, απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου ο ενάγων-εφεσίβλητος επικαλείται δικαίωμα κυριότητας, είναι μία εδαφική έκταση, επιφανείας κατά μεν τον επικαλούμενο με την αγωγή τίτλο κτήσεώς του 168,35 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 158,61 τ.μ.

μετά της επ'αυτού ισογείου οικίας, που βρίσκεται στη θέση "...", εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του ... όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο συνημμένο στην …04 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αριθμό 1 από Ιανουαρίου 2003 και υπό κλίμακα 1:200 τοπογραφικό διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα Δ. Ε.

και συνορεύει κατ'αυτό βόρεια σε πλευρά Μ-Ι, μήκους 7,95 μ., με δρόμο, νότια σε πλευρά Λ- Μ, μήκους 9,52 μ,, με ιδιοκτησία Ι. Κ., ανατολικά σε πλευρά Ι-Κ, μήκους 20,31 μ., με τσιμεντόστρωτο δρόμο και δυτικά σε πλευρά Μ-Λ, μήκους 16,94 μ., με ιδιοκτησία Ν. Τ.. Το παραπάνω ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης εδαφικής έκτασης εκτός σχεδίου πόλεως στη θέση ..., επιφανείας 935,483 στρεμμάτων, που αποτελείται από δύο τμήματα, εκτάσεως 914,833 στρεμμάτων το πρώτο και 20,650 στρεμμάτων το δεύτερο, όπως αυτή απεικονίζεται στο από 6/10/1994 τοπογραφικό διάγραμμα του … Συνεργείου ...τογράφησης της ΠΕΔΑΝ, το οποίο θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Δασών Αττικής στις 10/10/1994 και προσαρτήθηκε στην υπ'αριθμ. .../10.10.1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ 1110Δ 725.10.1994), με την οποία η παραπάνω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα "...

με σκοπό την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε ή υποβαθμίσθηκε με παράνομες λατομικές δραστηριότητες και άλλες επίσης παράνομες ανθρωπογενείς ενέργειες, όπως εκχερσώσεις, οικοδομικές κλπ. κατασκευές". Η ίδια έκταση συμπεριλαμβάνεται στην υπ'αριθμ. 108424/13.9.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας "περί κηρύξεως ως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής" (ΦΕΚ 133BV16.10.1934) και έφερε επ' αυτής και πριν από την καταστροφή και υποβάθμιση της δασικής βλάστησης με παράνομες ενέργειες ρητινευόμενο δάσος πεύκης, που σταδιακά υποβαθμίσθηκε και έτεινε να εξαφανισθεί, όπως αναφέρεται στην υπ'αριθμ. ...10.10.1994 πρόταση της Διεύθυνσης Δασών Αττικής και τα επικαλούμενα με αυτήν στοιχεία περί του ανέκαθεν δασικού χαρακτήρα της έκτασης.

Εξάλλου, με την προαναφερόμενη υπ'αριθμ. 108424/1934 υπουργική απόφαση ορίσθηκε ρητά ότι "Εξαιρούνται της αναδασώσεως α) οι χώροι οι περιλαμβανόμενοι εντός " των μέχρι σήμερον εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και συνοικισμών πλην των εδαφών επί των οποίων δι' ειδικών Υπουργικών αποφάσεων ή διαταγμάτων έχει επιβληθή η αναδάσωσις, β) Άπασαι αι καλ/μέναι γαίαι γεωργικώς, και δενδροκομικώς αγροικίαι, βιομηχανικοί και λοιπαί εγκαταστάσεις μετά των περιοχών των και γ) εκτάσεις ανήκουσαι εις ιδιώτας γυμναί ή υπό φρυγάνων καλυπτόμενοι σχεδόνεπίπεδοι ή με κλίσιν μέχρι 40%...", ώστε η απόφαση αναδάσωσης καταλαμβάνει περιοχές που κατά τον παραπάνω χρόνο είχαν αμιγώς δασικό χαρακτήρα.

Η με αριθμό .../1994 απόφαση επαναλαμβάνει την κήρυξη της αναδάσωσης, που έγινε με την προγενέστερη υπ'αριθμ. 108424/13.9.1934 απόφαση, η οποία δεν καταργήθηκε με άλλη ισοδύναμη νομική πράξη και διατηρεί πλήρως την ισχύ της, ώστε έχει απλώς βεβαιωτικό της προγενέστερης απόφασης χαρακτήρα και, επομένως, ως μη εκτελεστή πράξη κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να προσβληθεί αυτοτελώς (βλ.

προσκομιζόμενες από το εκκαλούν με αριθμούς 2500-2507/1998 αποφάσεις ΣτΕ, που εκδόθηκαν επί προσφυγών ιδιοκτητών ακινήτων κειμένων εντός της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας έκτασης, απορρίπτοντας αυτές για τον παραπάνω λόγο). Η παραπάνω κηρυχθείσα ως αναδασωτέα περιοχή, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, ήταν πριν το έτος 1937 δάσος πεύκης, όπως αποδεικνύεται από τις με αριθμούς ...6.1994, ...9.1994, ...10.1994 και ....10.1994 εκθέσεις του 4ου Συνεργείου ...τογράφησης φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των ετών 1937, 1945, 1960, 1969, 1972, 1978, 1983 και 1987, σύμφωνα με τις οποίες, αλλά και το διάγραμμα και υπόμνημα που τις συνοδεύει, η εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου περιοχή του Δήμου Γαλατσίου προ του έτους 1937 είχε δασικό χαρακτήρα με πεύκα μεγάλης ηλικίας διάσπαρτα σε όλη την έκταση, με μεγαλύτερη πυκνότητα περί την έκταση του κτίσματος των κληρονόμων ...

η παρουσία των οποίων φαίνεται και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1978. Από τις ίδιες εκθέσεις φωτοερμηνείας προκύπτει ότι μέχρι το έτος 1945 η έκταση διατηρούσε ανέπαφο τον δασικό χαρακτήρα της, επεμβάσεις δε σ'αυτήν εμφανίζονται μεταγενέστερα και ιδίως από το έτος 1960 και μετέπειτα. Η ίδια έκταση, ως περιλαμβανόμενη στην ευρύτερη έκταση ολόκληρης της λοφοσειράς των Τουρκοβουνίων, είχε κηρυχθεί, μεταξύ άλλων εκτάσεων του νομού Αττικοβοιωτίας, ως δασωτέα με το από 13/18.3.1915 Β.Δ. (υπ'αριθμ. ....3.1915 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, τεύχος Α'), που εκδόθηκε κατ'επίκληση των άρθρων 1 και 2 του ν.

ΒΨΜ' του 1900, όπως προκύπτει και από τις υπ'αριθμ. .../11.11.1925 και .../8.5.1925 έγγραφες διαταγές του Υπουργείου Γεωργίας προς το Δασαρχείο Αττικής, σχετικά με την κήρυξη της αναδάσωσης στην περιοχή των Τουρκοβουνίων και στους πρόποδες αυτών προς "..." και Γαλάτσι. Ο ίδιος δασικός χαρακτήρας της ευρύτερης περιοχής των 935,483 στρεμμάτων υπήρχε και προ του έτους 1915, όπως αποδεικνύεται από το χάρτη του γερμανού αρχαιολόγου K.

του έτους 1875, στον οποίο εμφανίζεται η επίδικη έκταση ως δασική εντός ευρύτερης έκτασης ίδιας μορφής, αλλά και από την με αριθμό .../5.6.1912 απαγορευτική διάταξη του Δασάρχη Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η ευρύτερη έκταση στη δασική θέση-"... αποτελούσε δάσος πεύκης, επί του οποίου απαγορεύθηκε η ρητινοσυλλογή λόγω της επαπειλούμενης καταστροφής της.

Η ίδια απαγόρευση ρητίνευσης του δάσους "..." από 1/12/1937, "για αισθητικούς σκοπούς και για λόγους αναγεννήσεως κατόπιν της επικινδύνου αραιώσεως και των καταστροφών εκ της ρητινεύσεως, παρανόμων υλοτομιών, εκχερσώσεων κλπ., συνεπεία των οποίων απειλείται η υπόστασίς του", επαναλήφθηκε και με την από 27/12/1937 απαγορευτική διάταξη του Δασάρχη Αθηνών, που εκδόθηκε με πρόταση του ίδιου και εγκρίθηκε με το υπ'αριθμ. .../13.10.1937 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Γεωργίας.

Το γεγονός ότι η περιοχή αυτή κηρύχθηκε ως αναδασωτέα κατά τα έτη 1915 και 1934 καταδεικνύει ακριβώς την προηγούμενη δασική μορφή της και ότι στο μεταξύ αυτή είχε υποβαθμιστεί με κίνδυνο εξαφάνισής της. Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από την με ημερομηνία 4/11/2008 τεχνική έκθεση της Ε. Κ., που συντάχθηκε με εντολή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών Γ.

Α., αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρος του εκκαλούντος Ν. Σ. του Ε., δασονόμου της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών, που περιέχεται στην με αριθμό …/2005 εισηγητική έκθεση, ο οποίος λόγω της υπηρεσίας του έχει γνώση του χαρακτήρα της περιοχής και ο οποίος κατέθεσε ότι ολόκληρη η περιοχή των 935 στρεμμάτων υπήρξε ανέκαθεν δάσος καλυπτόμενο με πεύκα και θάμνους (αείφυλλα-πλατύφυλλα) σε πυκνή μορφή μέχρι το έτος 1937, το οποίο καταστράφηκε σταδιακά κατά την περίοδο της κατοχής από την παράνομη υλοτομία περιοίκων, που χρησιμοποιούσαν τα παραχθησόμενα υλικά για καυσόξυλα.

Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι ήδη από το έτος 1912 είχαν εκδοθεί δασικές απαγορευτικές διατάξεις, με τις οποίες απαγορευόταν η υλοτομία στην περιοχή και ότι στο αρχείο της υπηρεσίας του υπάρχουν αιτήσεις πολιτών για υλοτομία πευκοδένδρων και έγγραφα δασαρχών, που ενέκριναν ή απέρριπταν κατά περίπτωση τις αιτήσεις αυτές, ότι η ύπαρξη δάσους στην περιοχή επιβεβαιώνεται και από το χάρτη του K.

του έτους 1875, στον οποίο απεικονίζονται τα -πευκόδενδρα που υπήρχαν στην περιοχή και, τέλος, ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1937 και 1945 δεν φαίνονται οποιεσδήποτε πράξεις στο επίδικο ακίνητο, παρά μόνο η κατασκευή κτίσματος εντός αυτού μεταγενέστερα περί το έτος 1960. Τα ανωτέρω σχετικά με τον ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα της περιοχής δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ρ.

Χ. του Π. και Ε. Τ. του Β., που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του εφεσίβλητου και περιέχονται στην ίδια παραπάνω εισηγητική έκθεση, οι οποίοι καταθέτουν σχετικά με τη μορφολογία της περιοχής του επίδικου, όπως τη γνωρίζουν από το έτος 1955 η πρώτη και από το έτος 1956 ο δεύτερος, οπότε κατοίκησαν στην περιοχή, ότι δεν υπήρχαν σ'αυτή δέντρα, αλλά το έδαφος ήταν πετρώδες και είχε χαμηλή βλάστηση, δηλ.

θάμνους, αγκάθια, αστιβιές και θυμάρι, τα οποία δεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω, αλλά επιβεβαιώνουν τον δασικό χαρακτήρα της περιοχής και την εναπομείνασα δασική βλάστηση μετά την αποψίλωσή της κατά τα έτη μετά τον πόλεμο. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το επίδικο και η ευρύτερη έκταση που το περιλαμβάνει είχε δασική μορφή ήδη από το έτος 1875 και, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω της ηλικίας και του μεγέθους των εντός αυτού πευκοδένδρων, οπωσδήποτε την ίδια μορφή είχε και κατά το έτος 1836.

Λόγω της δασικής μορφής της κατά τους ανωτέρω χρόνους ανήκε κατά κυριότητα στο οθωμανικό κράτος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη του δικαστηρίου και το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εκκαλούντος, στο οποίο οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου θα μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης με ταπί, την ύπαρξη του οποίου δεν επικαλείται ο τελευταίος για κανέναν.

Επομένως, το επίδικο περιήλθε κατά κυριαρχικό δικαίωμα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου - ως δημόσια γαία (5άσος) δυνάμει της Συνθήκης.- της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά την έκδοση του β.δ/τος της 17.11/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" για το ακίνητο αυτό και τη μείζονα έκταση, στην οποία αυτό περιλαμβάνεται, κανένας ιδιοκτήτης δεν τήρησε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 3 αυτού υποχρέωση υποβολής τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιων τίτλων, έστω και ακύρων, οπότε αναγνωρίσθηκε αδιαφιλονίκητα εθνικό (δημόσιο) κτήμα, που ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Επίσης, από το με αρ. πρωτ. ....3.1997 έγγραφο της ...τικής Υπηρεσίας, αλλά και την με αριθμό ...04 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την θεωρούμενη ως συνεκκληθεισα προδικαστική απόφαση πραγματογνώμονα Δ. Ε., αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται σε μείζονα έκταση επιφανείας 4.500 τ.μ. περίπου στη θέση "...

γνωστή ως Κτήμα ... όπως αυτή εμφαίνεται στο συνημμένο στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αριθμό 2 τοπογραφικό διάγραμμα με κλίμακα 1:5000, που συντάχθηκε στις 14/4/1998 και συνόδευε την υπ'αριθμ. ...98 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Α. Ρ. και Α. Σ., που ορίσθηκαν με την υπ'αριθμ. 9002/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για έκταση 201.359 τ.μ., που διεκδικείτο από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό "...".

Το μείζον κτήμα ... είχε σχηματιστεί με τη σταδιακή αγορά διαφόρων εδαφικών εκτάσεων από τον απώτατο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου Α. Κ. κατά το χρονικό διάστημα 1829 μέχρι 1853, κατά το οποίο μέλη της οικογένειας Κ., ουδείς των οποίων διέθετε οθωμανικούς τίτλους, έστω και άκυρους, μεταβίβασαν τα ακόλουθα εδαφικά τμήματα:

α) με τα από 2/4/1829, 6/5/1829, 29/5/1829, 13/7/1829 και 6/9/1829 έγγραφα, που συντάχθηκαν ενώπιον του Δημοσίου Ν. Δ. Π. το πρώτο και του Δ. Ν. Ι. Λ. τα λοιπά, μεταβιβάσθηκαν από τους Σ. Κ., Σ. Σ. Κ., Μ. Κ., Γ. Κ. και Σ. Κ. αντίστοιχα προς τον αγοραστή Ι. Κ. οι αναφερόμενες σ'αυτά εκτάσεις, επιφανείας 250, 20, 30, 300 και 80 στρεμμάτων αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση "...", για τις οποίες γίνεται μνεία ότι βρίσκονται στην εξουσία των Τούρκων και ότι ο αγοραστής θα τις παραλάβει μετά την αποχώρησή τους, σε αντίθετη δε περίπτωση (μη αποχώρησης) ο αγοραστής δεν θα έχει καμμία αξίωση, β) με τις από 23/11/1829 ισάριθμες πράξεις, που συντάχθηκαν στο σώμα των παραπάνω εγγράφων ενώπιον του Δ.

Ν. Σ. Ε. Ν., ο Ι. Κ. μεταβίβασε τις παραπάνω εκτάσεις στο Ν. Μ., γ) με το από 2/9/1830 έγγραφο του Ι. Κ. και την υπ'αριθμ. ....3.1833 εγκριτική συναφή πράξη (επιτροπικό έγγραφο) του ίδιου παραπάνω Δ. Ν., οι ίδιες εκτάσεις μεταβιβάσθηκαν λόγω πώλησης από τους Ι. Κ. και Ν. Μ. στον Ν. Ζ., δ) με το από 13/2/1833 έγγραφο, που συντάχθηκε ενώπιον του Μνήμονος (Ν.) της πόλης των Αθηνών Π.

Π., οι ίδιες εκτάσεις μεταβιβάσθηκαν λόγω πώλησης από τον Ν. Ζ. στον Α. Κ., ε) με το από 27/2/1833 έγγραφο, που συντάχθηκε από τον Πρόκριτο των Αθηνών Π. Β. ενώπιον των Δημογερόντων Αθηνών Μ. Τ., Σ.Μ. και Σ. Β., οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ. Τ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Φ., θυγατέρας Π.

Κ., στη θέση "...", έκτασης 60 και 120 στρεμμάτων με τα πρώτο και πέμπτο αντίστοιχα και αδιευκρίνιστης έκτασης τα λοιπά και, στ) με τα .../25.8.1837, .../29.9.1841, .../25.8.1843, ....4.1852, ....7.1852, ....8.1852, .../10.12.1852 και ....2.1853 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π. οι 1) Β. Κ. Κ., 2) Σ. Κ. Κ., συζ. Γ. Σ., 3) Π. Σ.. Κ., 4) Σ. Π. Κ., συζ. Μ. Τ., 5) Α. Ν. Κ., 6) Ι. Ν.

Κ., 7) Μ. Ν. Μ., Κ. Δ. Β., Γ. Κ. και, 8) Μ. χα Σ. Σ., θυγατέρα Π. Κ., Μ. και Γ. Ζ., τέκνα της Φ. συζ. Ζ., θυγατέράς Π. Κ., μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον Α. Κ. εκτάσεις συνολικής επιφανείας 60 στρεμμάτων στη θέση "..." και το κτήμα "... σε μερίδια 1/4 αντίστοιχα με το καθένα, η επιφάνεια των οποίων δεν προσδιορίζεται σε όλους τους τίτλους.

Όλες οι ανωτέρω εκτάσεις αποτελούν το γνωστό ως "Κτήμα ...", επιφανείας 4.500 στρεμμάτων περίπου, που κατελάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους (λιβάδια), χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινο, αλλά και δασοκτήματα και βουνά (γην αγρίαν). Με την από 11/1/1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ'αριθμ. 8/11.11.1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α.

Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 10/10/1864, όρισε ως μοναδική κληρονόμο του την Α. χα Λ. ... ή Μ., η οποία απεβίωσε στις 21/1/1899 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό της Γ. Β. Μ., τον οποίο μετά το θάνατο του διαδέχθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγος του Ε. και τα τέκνα του Λ., Μ., Α. και Α.. Η Μ. αποποιήθηκε την κληρονομιά με την υπ'αριθμ. 63/3.3.1911 πράξη του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η κληρονομική της μερίδα προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των λοιμών συγκληρονόμων.

Από αυτούς ο Λ. Β. με την από 31/8/1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη διανομή του ως άνω κτήματος. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε. και την αδελφή του Α. τα μερίδιά τους (1/4 εξ αδιαιρέτου από την καθε μία), δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1918 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …. Στη συνέχεια, αυτός και η αδελφή του Α., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το υπ'αριθμ. .../16.3.1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρ. συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και προέβησαν σε εξώδικη διανομή του με την από 4/6/1927 απόφασή τους, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ'αριθμ. 7008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και με τα με αριθμούς από 1 έως 16/1927 πρακτικά διαιτησίας, που κηρύχθηκαν εκτελεστά με την υπ'αριθμ. 8855/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων στον τόμο …με αύξοντα αριθμό …., από την οποία ο Λ.

Β. έλαβε το βόρειο τμήμα του όλου κτήματος. Μετά το θάνατο του κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τις θετές κόρες του Ι. χα Χ. Α. και Ε. χα Γ. Π., αμφότερες το γένος Γ. Β., αφού η τρίτη θετή του θυγατέρα Ε., το γένος επίσης Γ. Β., είχε προαποβιώσει χωρίς να αφήσει κατιόντες. Οι παραπάνω κληρονόμοι του Λ. Β. αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, τμήμα της οποίας και το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης.

Με το υπ'αριθμ. .../8.9.1943 συμβόλαιο αγοράς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό …., ο Σ. Π. του Ε. αγόρασε από τις Ε. συζ. Γ. Π. και Ι. συζ. Χ. Α. τους υπ'αριθμ. ... αγρούς του … τετραγώνου, που εμφαίνονται στο από 18 Οκτωβρίου 1940 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Κ.

Χ. και Δ. Γ., που προσαρτάται στην υπ'αριθ. ... πράξη του ίδιου Συμβολαιογράφου, στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων και αποτελούν τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης που είχε περιέλθει στις πωλήτριες με τον παραπάνω τρόπο. Στη συνέχεια, τμήμα των παραπάνω αγρών, επιφανείας κατά τον τίτλο 168,35 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 158,61 τ.μ., ο Σ.

Π. πώλησε στην Β. Χ., το γένος Α. Δ., σύζυγο του εφεσίβλητου, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...10.6.1965 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ρ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ….. Ήδη από το έτος 1960 η αγοράστρια μαζί με το σύζυγο της εφεσίβλητο) ανήγειραν εντός του επίδικου ακινήτου ισόγεια οικία επιφανείας 73,50 τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, στην οποία κατοικούσαν έκτοτε.

Η τελευταία απεβίωσε στην Αθήνα στις 10/1/1967 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον εφεσίβλητο/σύζυγό της κατά ποσοστό 12/24 εξ αδιαιρέτου, τη μητέρα της Φ. συζ. Θ. Δ. και τον αδελφό της Α. Δ. κατά ποσοστό 5/24 εξ αδιαιρέτου έκαστο και την ετεροθαλή αδελφή της Ι. συζ. Ν. Κ. κατά ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου, την οποία κληρονομιά οι συγκληρονόμοι αποδέχθηκαν με την υπ'αριθμ. .../20.2.1967 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Με το υπ'αριθμ. ...20.2.1967 συμβόλαιο αγοράς της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα, ο εφεσίβλητος αγόρασε τα ιδανικά μερίδια των λοιπών συγκληρονόμων του. Η παραπάνω σειρά τίτλων, όμως, δεν επαρκεί για να προσπορίσει στον εφεσίβλητο δικαίωμα κυριότητας με παράγωγο τρόπο, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κυριότητα του επιδίκου, όπως και του ευρύτερου ακινήτου έκτασης 935,483 στρεμμάτων, ανήκε στον εκκαλούν, στο οποίο περιήλθε ως διάδοχο του τουρκικού κράτους.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, το οποίο με την υπ'αριθμ. …/1987 απόφασή του έκρινε ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, στο οποίο ανήκε κατά κυριότητα η έκταση. Από την επισκόπηση της ως άνω γνωμοδότησης προκύπτει ότι για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη :

α) τα αναφερόμενα στην εισήγηση του εισηγητή, β) την τουρκική νομοθεσία περί διακρίσεως κτημάτων, γ) το δίκαιο που ίσχυε κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση, δ) τις διεθνείς συμβάσεις για την ανεξαρτησία της Ελλάδος, που ρύθμισαν την τύχη της περιουσίας του Τουρκικού Δημοσίου και των τούρκων υπηκόων στις εκτάσεις που κατέλαβε το νέο ελληνικό κράτος, ε) τα συμβόλαια, με τα οποία ο Α.

Κ. αγόρασε την έκταση στην ... από διάφορες οικογένειες με το κοινό επώνυμο Κ., ότι μεταγενέστερα συμβόλαια των αυτών πωλητών κρίθηκαν πλαστά, και ότι, ενώ με τα συμβόλαια πούλησαν όλα τα κληρονομικά τους μερίδια στην περιοχή, εμφανίζονται μετά να διανέμουν, πωλούν και προικίζουν κληρονομικά τους μερίδια στην ίδια περιοχή, και ότι παρουσιάζουν και πλήρη ασάφεια ως προς την περιγραφή και τον ακριβή προσδιορισμό της μεταβιβαζόμενης έκτασης, στ) το γεγονός ότι στα πρώτα συμβόλαια αγοράς της έκτασης αναγράφεται ότι τελούσαν υπό την κατοχή των Τούρκων, ζ) το γεγονός ότι οι πωληθείσες στον Α.

Κ. εκτάσεις ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων εκτάσεων, η) το ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εκτάσεις που πωλήθηκαν από τους Κ. στον Κ. ανήκαν στην κατηγορία των κτημάτων πλήρους κυριότητας ιδιωτών διότι δεν επικαλούνται οι πωλητές την ύπαρξη τουρκικού τίτλου και ότι ακόμα και στην περίπτωση αυτοί οι πωλητές θα ήταν Τούρκοι και η συμφωνία έπρεπε να επικυρωθεί από τις Μικτές Ειδικές Επιτροπές που είχαν συσταθεί, 9) ότι οι αρχικοί δικαιοπάροχοι δεν επικαλούνται την ύπαρξη χοτζετίου ή τουρκικού τίτλου, 10) ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα όλων των εκτάσεων που ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, 11) ότι και αν υποτεθεί ότι οι αρχικοί τίτλοι που επικαλούνται οι κληρονόμοι Β.

μετάγουν κυριότητα με αυτούς, μεταβιβάσθηκε κυριότητα 1345 στρεμμάτων και δεδομένου ότι από την έκταση των κληρονόμων ... έχουν απαλλοτριωθεί εκτάσεις μεγαλύτερες των 1479 στρεμμάτων, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι είχαν κυριότητα, αυτή έχει μεταβιβασθεί δια των απαλλοτριώσεων στο Δημόσιο και σε άλλους Οργανισμούς, 12) ότι δεν αποδεικνύεται ποια και πόση έκταση νέμονταν οι δικαιοπάροχοι των κληρονόμων Γ.

Β. στην περιοχή, 13) ότι η αναγραφομένη στην από 11/1/1964 διαθήκη Α. Κ. υπ'αριθμ. ....5.1953 πράξη οριοθεσίας της εκτάσεως από τον Ειρηνοδίκη της Βόρειας Πλευράς Αθηνών Π. Σ. κηρύχθηκε πλαστή με την υπ'αριθμ.9244/1972 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 14) ότι από δημόσια έγγραφα προκύπτει ότι έκαναν χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου η κληρονόμος του Α.

Κ. Α. Β., όσο και ο κληρονόμος της Γ. Β., γεγονός που φανερώνει την κακή τους πίστη, 15) ότι στο κείμενο του αντιγράφου της πλαστής πράξης οριοθεσίας αναγράφεται ότι η οριοθέτηση έγινε από τον Ειρηνοδίκη με μάρτυρες τους πωλητές Κ. και γραμματέα τον κληρονόμο Γ. Β., χωρίς αναφορά σε τίτλους κτήσεως, πράγμα που μαρτυρά την προσπάθεια καλύψεως της αδυναμίας των τίτλων και την έλλειψη καλής πίστης, 16) ότι το Ελληνικό Δημόσιο ναι μεν δεν προέβαλε ίδια δικαιώματα κυριότητας στην επίδικη περιοχή κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, τούτο, όμως, έγινε γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης περιοχής, δεν είχε αντιμετωπισθεί ενιαία το πρόβλημα και δεν ήταν γνωστή η πλαστότητα της πράξης οριοθεσίας και ότι η ως άνω στάση του Δημοσίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνώριση της κυριότητας των κληρονόμων Β.

στην επίδικη περιοχή. Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχθηκε ο Υπουργός των Οικονομικών με την υπ' αριθμ. Δ3954/756/20.7.1987 απόφασή του, με την οποία ζητήθηκε να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα τα τμήματα της εκτάσεως των 4.500 στρεμμάτων του κτήματος Β., τα οποία βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ. Β.. Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1096684/6894/Α0010/110.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ζητήθηκε και η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων και όλων των ακάλυπτων χώρων που βρίσκονται μέσα στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμμάτων, ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ.

Β. ή έχουν μεταβιβασθεί σε τρίτους. Εξάλλου με την υπ'αριθμ. 99798/969/29.6.1957 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και κατόπιν της υπ'αριθμ. 22/9/1957 γνωμοδότησης του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων αναγνωρίσθηκε υπέρ της Ε. χας Γ. Π. και Ι. συζ. Χ. Α. (απωτέρων δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου) δικαίωμα κυριότητας σε έκταση 650 στρεμμάτων στην θέση "...".

Στην έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την συνεκκαλουμένη προδικαστική απόφαση πραγματογνώμονος Δ. Ε., αναφέρεται ότι με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Γεωργίας έγινε δεκτή η υπ' 22/1957 γνωμοδότηση του Γ.Σ.Δ.Κ., βάσει της οποίας η μείζονα έκταση 650 στρεμμάτων μεταξύ της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και της λεωφόρου ...

που περιλαμβάνει και το επίδικο, είναι ιδιωτική και ανήκει στις Ε. Π. και Ι. Α. Πλην, όμως, όπως προεκτέθηκε, η Ε. Π. και Ι. Α. είχαν μεταβιβάσει το επίδικο από το έτος 1943 με το υπ'αριθμ. .../1943 πωλητήριο συμβόλαιο στο Σ. Π. και συνακόλουθα κατά το προαναφερθέντα χρόνο αναγνώρισης αυτών ως ιδιοκτητριών της εκτάσεως των 650 στρεμμάτων (1957) δεν μπορούσαν να αναγνωρισθούν κυρίες στο επίδικο ακίνητο, αφού ήδη το είχαν μεταβιβάσει από το έτος 1943.

Σε κάθε δε περίπτωση με την υπ'αριθμ. πρωτ. ...10182/28.3.1989 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ανακλήθηκε η ως άνω υπ'αριθμ. 99798/969/29.6.1957 απόφασή του. Για την έκδοση της ανακλητικής αυτής απόφασης ο Υπουργός Γεωργίας στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 23/1987 γνωμοδότηση του Γ.Σ.Δ.Κ. και στο υπ'αριθμ. 5/1988 πρακτικό της Συνελεύσεως των Νομικών Συμβούλων της Διοίκησης, που έκρινε ότι η αναγνωριστική απόφαση του Υπουργού Γεωργίας αποτελεί διοικητική πράξη, που μπορεί να ανακληθεί σύμφωνα με τις• γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, η δε ανάκληση αιτιολογήθηκε ότι τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η ανακληθείσα απόφαση ήταν αναληθή, καθότι η αναφερθείσα πράξη οριοθεσίας της μείζονος έκτασης με την ονομασία "...

Β." αναγνωρίσθηκε ότι ήταν πλαστή, την οποία πλαστότητα αν γνώριζε το Γ.Σ.Δ.Κ. δεν θα εξέδιδε, την υπ'αριθμ. 22/1957 γνωμοδότηση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξης, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων.

Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται εάν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους (ΣτΕ 4934/2013, ΣτΕ 3906/2008, Α' Δημ. ΝΟΜΟΣ). Κατά τις αυτές, ωστόσο, γενικές αρχές, ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης είναι επιτρεπτή, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν, κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας αρχής, τούτο επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης παράνομης πράξης προκλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου (Σπηλιωτόπουλου "Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου" εκδ. 1989, σελ. 184, ΣτΕ 719/2015, ΣτΕ 3367/2014,ΣτΕ 1016/2013, ΣτΕ 1358/2011, όλες Α' Δημ.

ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε δε περίπτωση η ως άνω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί αναγνωρίσεως ως ιδιωτικής της έκτασης έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα και όχι διαπλαστικό, δηλαδή μεταβιβαστικό της κυριότητας χαρακτήρα (βλ. σχετ. Σταθόπουλο στο ΝοΒ 57.364 επ. και Γεωργιάδη στο περιοδικό Χρονικά Ιδιωτικού Δικαίου έτους 2012, σελ. 484 επ.), για την οποία (κυριότητα) την τελική κρίση έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια, που δεν δεσμεύονται από το περιεχόμενο των γνωμοδοτήσεων του Γ.Σ.Δ.Κ. (βλ.

σχετ. ΑΠ 966/2012 (ποινικό) Α' Δημ. ΝΟΜΟΣ, πρβλ και ΣτΕ3776/2012 Α' Δημ. ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί, όπως αυτοί συμπληρώθηκαν με τις προτάσεις του εφεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σχετικά με την κτήση του επίδικου με παράγωγο τρόπο, που επιχειρείται να στηριχθεί σε αδιάκοπη σειρά τίτλων.

Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται επίσης ότι στο επίδικο ακίνητο, αλλά και στην ευρύτερη έκταση που περιήλθε το έτος 1865 στην Α. χα Λ. ... η τελευταία ασκούσε όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του με διάνοια κυρίας και καλή πίστη και ειδικότερα ότι προέβαινε στην εκμίσθωση αυτού προς καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων τμημάτων του, την εκμίσθωση της χορτονομής του, ενεργούσε πράξεις υλοτομίας και μεριμνούσε για τη φύλαξή του μέχρι το θάνατο της το έτος 1899 χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, όπως και ο διάδοχος της Γ.

Β. μέχρι το θάνατο του το έτος 1911, στη συνέχεια δε και οι καθολικοί του διάδοχοι, ενεργώντας παρόμοιες πράξεις νομής με τα ίδια προσόντα, μέχρι τις 11/9/1915. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος, δεδομένου ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επικαλείται προς απόδειξή του ο εφεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, στο κείμενο των οποίων, ας σημειωθεί, περιέχονται αυτούσιες οι προτάσεις τόσο της πρώτης όσο και της μετ'απόδειξη συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καλυπτόμενες από την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου του στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, καθώς με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (αυτές δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 982/2013, Α' Δημ.

ΝΟΜΟΣ). Ούτε από τις καταθέσεις των προαναφερόμενων μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του εφεσίβλητου και περιέχονται στην εισηγητική έκθεση, αποδείχθηκε η διενέργεια πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου επί του επιδίκου επί τριάντα έτη μέχρι τις 11/9/1915, η μόνη δε αόριστη, ως προς το χρόνο, αναφορά στους κληρονόμους Β.

γίνεται από τον μάρτυρα Ε. Τ., ο οποίος κατέθεσε ότι "οι Β. όταν είχαν την περιοχή την εκμεταλλεύονταν, πουλούσαν και νοίκιαζαν κτήματα διότι ήταν δικά τους και το γεγονός αυτό το ήξερε όλος ο κόσμος", χωρίς να προσδιορίζεται, όμως, σε ποια πρόσωπα από την οικογένεια Β. αναφέρεται, ούτε ο χρόνος άσκησης των πράξεων αυτών, έτι δε περαιτέρω αν ο χρόνος αυτός ανατρέχει στο έτος 1885 και το κρίσιμο διάστημα τριάντα ετών μέχρι το έτος 1915.

Ούτε από τις προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο με επίκληση δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί αιτήσεων αναγνώρισης δικαιούχων ή τακτικών αγωγών, οι οποίες δεν δεσμεύουν την κρίση του δικαστηρίου, αφού δεν προκύπτει δεδικασμένο από αυτές σε σχέση με το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας του εφεσίβλητου, προκύπτει η άσκηση τέτοιων πράξεων νομής, διότι δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν την επίδικη δασική έκταση του κτήματος ...

επί της οποίας μπορούσαν να διενεργηθούν μόνο πράξεις νομής που αρμόζουν στο δασικό χαρακτήρα της περιοχής, δεδομένου ότι το ευρύτερο κτήμα, όπως προαναφέρθηκε, αποτελείτο από καλλιεργήσιμες και βοσκήσιμες εκτάσεις, αλώνια, χέρσες εκτάσεις, ποιμνιοστάσια, κατοικίες, σταύλους, λατομεία και άλλα τμήματα, που δεν είχαν δασικό χαρακτήρα.

Επομένως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο από τους δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ., που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11/9/1915, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, διότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια πράξεων νομής αυτών στη δασική έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί και Το επίδικο/ για χρονικό διάστημα τριάντα ετών πριν την ανωτέρω ημερομηνία και μάλιστα με καλή πίστη, όπως απαιτούσε το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, καθόσον τόσο ο Α.

Κ., όσο και όλοι ανωτέρω διάδοχοί του μέχρι το έτος 1915 γνώριζαν ότι εφόσον δεν διέθεταν οθωμανικούς τίτλους και δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 3 του από 17(29) Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί διωτικών δασών", το επίδικο είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, δεν μπορεί να νοηθεί πεποίθηση αυτών και μάλιστα ειλικρινής ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται το εν λόγω δικαίωμα κυριότητας αυτού.

Υπό τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν καταλύθηκε η επί του επίδικου ακινήτου κυριότητα του εκκαλούντος, την οποία το τελευταίο απέκτησε πρωτότυπα κατά τα ανωτέρω λόγω του δασικού χαρακτήρα του τα έτη 1833-1836, διότι δεν αποδείχθηκαν εμφανείς υλικές πράξεις 30ετούς νομής με διάνοια κυρίου από τους δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από το έτος 1885 μέχρι 11/9/1915, ούτε η καλή πίστη αυτών με την προεκτεθείσα έννοια και αναφορικά με τους τίτλους τους, ούτε η άμεση δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου, θανούσα σύζυγος του, αποδείχθηκε ότι έγινε κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο, διότι απέκτησε από μη κύριο και για τον ίδιο λόγο ούτε ο εφεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου ως καθολικός διάδοχος αυτής.

Επιπλέον, ο εφεσίβλητος δεν έγινε κύριος του επίδικου ούτε με πρωτότυπο τρόπο, διότι οι μετά το έτος 1915 επικαλούμενες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του, αλλά και μετά το έτος 1960 πράξεις νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου του και του ίδιου, έστω και αν έγιναν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά την προεκτεθείσα έννοια, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά και χωρίς καλή πίστη έκτοτε, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητας εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, τα κτήματα του οποίου εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη του Δικαστηρίου." Μετά ταύτα, το (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 1741/2009 οριστική απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου στο ...

ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος Ν.-Α. Χ., πατέρα της αναιρεσείουσας (η οποία μετά την αποβίωσή του στη θέση του και συνεχίζει τη δίκη) και απέρριψε στην ουσία την αγωγή αυτή.

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέρος α', η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'άρθρ. 559 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εξαγωγή της κρίση του περί δασικής μορφής κατά το έτος 1836 της μείζονος έκτασης των 935, 483 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο.

Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η άνω εσφαλμένη εφαρμογή συνίσταται στην κρίση του Εφετείου ότι η δασική μορφή της πιο πάνω ευρύτερης έκτασης και του επιδίκου που περιλαμβάνεται σ'αυτή ήδη από το έτος 1875, "σύμφωνα με διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω της ηλικίας και του μεγέθους των εντός αυτού πευκοδένδρων, οπωσδήποτε την ίδια μορφή είχε και κατά το έτος 1836".

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η κρίση αυτή είναι αναιρετικώς ελεγκτή, αφού αφορά στην υπαγωγή, βάσει των πραγματικών περιστατικών περιόδου 1915-1994 του τμήματος των 935,483 στρεμμάτων στον κανόνα της περιέλευσης αυτού (παραπάνω τμήματος) στο Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1-3 του ΒΔ της 17-11/1-12-1836. 'Ετι δε, κατά το ίδιο (α') μέρος του λόγου η αναιρεσείουσα επιρρίπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και την πλημμέλεια του αρ. 1α του άνω άρθρου για (κατ' εκτίμηση) εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης τα πιο πάνω διδάγματα χρησιμοποιήθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων του δικαστηρίου ως προς τη δασική μορφή του επιδίκου (και της ευρύτερης έκτασης που το περιλαμβάνει) και κατά το έτος 1836.

Μετά ταύτα δε προέβη στην υπαγωγή του άνω αποδειχθέντος περιστατικού στην πρόβλεψη των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων του περί ιδιωτικών δασών ΒΔ, διατάξεις οι οποίες ορθά, επομένως, κατά τα δεκτά γενόμενα, εφαρμόσθηκαν.

Με τον ίδιο λόγο, μέρος β', η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άνω άρθρου, διότι κατ' αυτήν, "η αποδεδειγμένη διαπίστωση ύπαρξης δάσους κατά το έτος 1836 αποτελεί εν προκειμένω ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης, για το οποίο η μνεία πράξεων αναδάσωσης ή δάσωσης, αναγόμενων σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το αποδεικτέο γεγονός, ούτε είναι επαρκής και πρόσφορη προς συναγωγή δικανικής πεποίθησης για το προς απόδειξη γεγονός, το οποίο (κατά την αναιρεσείουσα) έτσι βεβαιώνεται ουσιαστικά χωρίς νόμιμη απόδειξη και αιτιολογία".

Ακόμη, κατά το ίδιο μέρος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα επιρρίπτει την ίδια πλημμέλεια και για την αναφορά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου Ν. Σ., καθώς και στην τεχνική έκθεση της Ε. Κ., που διαλαμβάνουν στοιχεία κατά πολύ μεταγενέστερα του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου (1836), γνωστά σε αυτούς από τις υπηρεσίες τους και άσχετα προς τον ρηθέντα κρίσιμο χρόνο.

Ο λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α' η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε κατ' εκτίμηση, στην πλημμέλεια του αρ. 19 διότι η προσβαλλομένη στερείται επαρκούς αιτιολογίας, όσον αφορά στην κρίσιμη χρονική περίοδο του έτους 1836, αφού, προκειμένου να αποδειχθεί, σύμφωνα με τους ορισμούς του Β.Δ.

του έτους 1836, ο δασικός χαρακτήρας της ευρύτερης περιοχής και του επιδίκου, ουδέν από τα επικαλούμενα, ως άνω, στην απόφαση στοιχεία αφορά στην κρίσιμη χρονική περίοδο. Ο λόγος είναι, κατά το μέρος αυτό, απαράδεκτος, καθόσον, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας, πλήττεται η ουσιαστική, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, (ίδιος λόγος-ίδιο μέρος) η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η προσβαλλομένη (κατ' εκτίμηση) είναι αναιτιολόγητη, διότι από τα ως άνω στοιχεία, τα οποία είναι πολύ μεταγενέστερα από την κρίσιμη περίοδο (1836 και 1821) δεν μπορεί (κατά την αναιρεσείουσα) να συναχθεί, ότι "κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας", η μείζονα έκταση και το επίδικο αποτελούσαν δάσος πριν από το έτος 1836, όπως εσφαλμένα (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας), διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλομένη.

Κατά τούτο ο λόγος, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η περαιτέρω αιτίαση, (για ευθεία παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για δίκαιη δίκη και ιδιοκτησία εξαιτίας της αυθαίρετης συναγωγής συμπεράσματος για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου πριν από το 1836, που επιφέρει δυσανάλογο περιορισμό των αντιστοίχων δικαιωμάτων και οδηγεί σε ανατροπή της δίκαιης ισορροπίας που αυτές διασφαλίζουν μεταξύ του δημόσιου συμφέροντος και της απαίτησης για προστασία των ιδιοκτησιακών της (αναιρεσείουσας) δικαιωμάτων, με την οποία εκτιμάται ότι αποδίδεται η από το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια, επίσης είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση αυτής πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τα ως άνω.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί να αναφέρεται (μόνον) ενάριθμα η καταλογιζόμενη πλημμέλεια, αλλά πρέπει (πάντοτε) επακριβώς να αναπτύσσεται κατά το περιεχόμενό της, (όπως, λ.χ., όταν αποδίδεται το παράπονο της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικού κανόνα). 'Ητοι, πρέπει να γίνεται αναφορά στα επί μέρους εννοιολογικά στοιχεία, κατά την ανωτέρω παρατεθείσα ανάλυση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο υπ'αρ. 3 λόγος αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά σε κάποια από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

V. Με τον υπ'αρ. 4 λόγο (μέρος α') αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η επίκληση της πράξης κήρυξης αναδάσωσης του έτους 1934 άγει σε μη νόμιμη κρίση, δεδομένου ότι η θεμελίωση επ'αυτής του ως άνω συμπεράσματος της αναιρεσιβαλλομένης περί του δασικού χαρακτήρα της έκτασης πριν από το έτος 1934 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 Συντ. και 1 ΠΠ της ΕΣΔΑ, ενόψει του γενικού και αόριστου χαρακτήρα της εν λόγω πράξης, αφού με αυτήν κηρύσσεται αναδασωτέα έκταση το Λεκανοπέδιο Αττικής, ενώ από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει η συμπερίληψη της επίδικης έκτασης σε αυτήν. Γιαυτό, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1α του άνω άρθρθου, ως εκ της παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων (με εσφαλμένη κατ' εκτίμηση, ερμηνεία και εφαρμογή τους). Ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα υπό το περιεχόμενό του εκτιθέμενα συνιστούν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρήματα του δικαστηρίου για την ενίσχυση της αποδεικτικής κρίσης του ως προς το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου.

Περαιτέρω, με το ίδιο λόγο, μέρος β', η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται σε μείζονα έκταση 4.500 τ.μ. περίπου στη θέση ... Γαλατσίου (κτήμα Β.), εν τούτοις καταλήγει με αντιφατική αιτιολογία στο συμπέρασμα, ότι η μείζονα έκταση των 935,483 στρ. όπου περιλαμβάνεται το επίδικο, αποτελούσε (σε αντίθεση με τη λοιπή έκταση των 4.500 στρ του κτήματος ...) δασική έκταση κατά τον κρίσιμο χρόνο του έτους 1836, χωρίς όμως η διαφοροποίηση του τμήματος αυτού σε σχέση με την ευρύτερη έκταση να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. 'Ετσι, το Εφετείο, κατά την αναιρεσείουσα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρ. 19. Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση, αναιρετικώς ανέλεγκτη, του δικαστηρίου της ουσίας. Προσέτι, η αναιρεσείουσα στο τέλος αυτού του λόγου προσθέτει ενάριθμα τις πλημμέλειες των αντιφατικών διατάξεων (αρ. 17) και της παραμόρφωσης εγγράφου (αρ. 20) χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των αντίστοιχων σφαλμάτων που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, είναι αόριστος (και άρα απαράδεκτος). Με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης από τους αρ. 1 (ο πέμπτος και, κατά το δεύτερος μέρος ο έκτος) και 19 (ο έκτος, κατά το πρώτο μέρος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων, κατ εκτίμηση, του ΒΡΔ (και όχι των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ που αναγράφονται στο αναιρετήριο) για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε δημόσια (δασική) έκταση, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο: 1) Απαίτησε την εξειδίκευση επιμέρους διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στο δασικό χαρακτήρα του επίδικου εδαφικού τμήματος, κρίνοντας ότι δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες πράξεις επί 30 έτη μέχρι το έτος 1915, χωρίς να αρκεστεί για τη θεμελίωση της επ'αυτού έκτακτης χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της στην απόδειξη πράξεων νομής αυτών στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμ.

του κτήματος Β., στην οποία περιλαμβάνονται καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοποι ... και δασοκτήματα, και, ειδικότερα, το επίδικο και 2) δέχτηκε με εσφαλμένη αιτιολογία, ότι για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε εδαφικό τμήμα μεγαλύτερης έκτασης απαιτείται η άσκηση επί 30 έτη μέχρι το 1915 επιμέρους πράξεων νομής πάνω στο τμήμα αυτό χωριστά και όχι ότι αρκεί το πνευματικό στοιχείο της νομής να εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του ενιαίου ακινήτου, όπως απέδειξε ο ενάγων, στην προκειμένη περίπτωση, για ολόκληρο το κτήμα των 4.500 στρεμ.

ως ενιαίο σύνολο, στο οποίο εμπίπτει και το επίδικο ακίνητο. Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, διότι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε, προεχόντως, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στο επίδικο, αλλά και στην ευρύτερη έκταση που περιήλθε το έτος 1865 στην Α.

Χ. Λ. Β., αυτή και οι διάδοχοί της ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (καλλιέργεια, εκμίσθωση χορτονομής, υλοτομία, φύλαξη) με διάνοια κυρίων και καλή πίστη μέχρι τις 11-9-1915. Η παραδοχή της απόφασης ότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια πράξεων νομή των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος (εφεσιβλήτου) που προσιδιάζουν στο δασικό χαρακτήρα του επιδίκου εδαφικού τμήματος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, μέχρι τις 11-9-1915, συνιστά επιχείρημα προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου ότι ο ενάγων δεν απέκτησε ούτε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου και ότι έτσι δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, υπό το πρόσχημα θεμελίωσής τους στις προαναφερόμενες διατάξεις, ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Προσέτι, ο υπ'αρ. 7 λόγος είναι παντελώς αόριστος, γιατί δεν γίνεται καθόλου αναφορά σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, όπως αναπτύσσεται στην αντιμετώπιση του υπ'αρ. 3 λόγου αναίρεσης.

Ακόμη, με τον υπ'αρ. 8 λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις δικαστικές αποφάσεις που εκθέτει στο αναιρετήριο και στις προτάσεις του ο εφεσίβλητος, την έκθεση πραγμ/νης του πραγμ/να Δ. Ε., που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα έγγραφα που την τεκμηριώνουν και αναλύονται σ'αυτήν, που αφορούν στον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό του εφεσίβλητου περί άσκησης από τους δικαιοπαρόχους του πράξεων νομής επί της περιλαμβάνουσας και το επίδικο μείζονος έκτασης.

Ως εκ τούτου, κατά την αναιρεσείουσα, (που συνεχίζει τη δίκη μετά το θάνατο του εφεσιβλήτου), το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11γ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όχι μόνο στην εισαγωγική σκέψη του αποδεικτικού πορίσματος αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ως και η πραγμ/νη του Δ.

Ε., αλλά τούτο κατέστη αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, με τον ένατο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, μέρος α' η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθ. 559 1α ΚΠολΔ διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία (και κατ' εκτίμηση εφαρμογή) των διατάξεων του ΒΔ της 17-11/1-12-1836 (περί ιδιωτικών δασών) και του άρθρου 16 του ν.

της 21-6/10-7-1837 (περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων), δέχθηκε την ύπαρξη και προσκομιδή οθωμανικών τίτλων στην επί των Οικονομικών Γραμματεία από τον πιο πάνω Α. Κ. και τους δικαιοπαρόχους τους ως απαιτούμενη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων έναντι του Δημοσίου επί του σχηματισθέντος συνολικού ακινήτου (Κτήματος Β.), ενώ κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δεν απαιτείτο τέτοια προϋπόθεση για τα ευρισκόμενα στην Αττική ακίνητα, τα οποία κατέχονταν και χρησιδεσπόζονταν από έλληνες και πριν από το έτος 1829 και γιαυτά, κατά την αναιρεσείουσα, δεν δημιουργήθηκε κανένα δικαίωμα του Δημοσίου, εφ' όσον κατέχονταν και μεταβιβάσθηκαν από έλληνες.

Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι το επίδικο και η ευρύτερη έκταση που το περιλαμβάνει κατέχονταν και χρησιδεσπόζονταν από έλληνες και πριν το έτος 1829, αλλά ότι αυτά ανήκαν, λόγω της δασικής τους μορφής (και κατά το έτος 1836), στο οθωμανικό κράτος και ότι στη συνέχεια περιήλθαν, κατά κυριαρχικό δικαίωμα, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως δημόσια γαία, δυνάμει της Συνθήκης της Κωνστ/λεως και, επίσης, ότι μετά την έκδοση του ΒΔ του 1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τίτλων, έστω και ακύρων, από κανένα ιδιοκτήτη, οπότε ολόκληρη η πιο πάνω έκταση αναγνωρίσθηκε αδιαφιλονίκητα εθνικό (δημόσιο) κτήμα που ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Με τον ίδιο (9ο) λόγο, μέρος β', η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 10 του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο περιορίστηκε στην επίκληση της ανυπαρξίας οθωμανικών τίτλων και της μη τήρησης της διαδικασίας του Β.Δ. του 1836 ως στοιχείου διάγνωσης της έλλειψης καλής πίστης στο πρόσωπο του Α.

Κ. και των διαδόχων του. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια για τη χωρίς απόδειξη κρίση του Εφετείου ως προς την έλλειψη καλής πίστης των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας, ως στοιχείο της κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ δεν αφορά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά άρνηση του εναγομένου ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό περί κτήσης κυριότητας του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία.

Ωσαύτως, στον ίδιο λόγο, γ' μέρος, (με το ανωτέρω περιεχόμενο) η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άλλως) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση και υπέπεσε, έτσι, στην πλημμέλεια του αρ. 19, λόγω ανεπαρκούς (κατ' εκτίμηση) αιτιολογίας, αντίστοιχα. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει αιτιολογία ως προς τη διάγνωση από το Εφετείο της έλλειψης καλής πίστης στα πρόσωπα των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας και, συγκεκριμένα, την αιτιολογία που επικαλείται η ίδια στο αναιρετήριο και συνίσταται στην ανυπαρξία οθωμανικών τίτλων και μη τήρηση της διαδικασίας του ΒΔ του 1836 από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους της.

Τέλος, με τον ίδιο (ένατο) λόγο (τελευταίο και κατά το δ', τελευταίο μέρος) η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 11γ, διότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη τους τίτλους ιδιοκτησίας, που είχε προσκομίσει ο εφεσίβλητος δικαιοπάροχός της και τις προσκομισθείσες με επίκληση δικαστικές αποφάσεις, που ουσιωδώς επηρεάζουν την έκβαση της προκείμενης δίκης, από τα οποία προκύπτει η ανεπίληπτη και καλόπιστη νομή του Α. Κ. και των διαδόχων του από το έτος 1833 και εφεξής, ανενόχλητα από το αναιρεσίβλητο, για τα επί μέρους τμήματα του κτήματος Β.. Ο λόγος, κατά το τελευταίο αυτό μέρος, είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα έγγραφα που προσκόμισε με σαφή και ορισμένη επίκληση στις προτάσεις του ο εφεσίβλητος, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 § 1, 495 § 3 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2018 αίτηση της Σ. Χ., (ως καθολικής διαδόχου του θανόντος την 6-11-15 πατέρα της Ν.-Α. Χ.), κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 1647/2016 απόφασης του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ