Legislator Case Law & Legislation
469/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming court ignored evidence and improperly weighed an unsigned fax.

Case Number 469/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a share purchase dispute. The appellant argued the lower court ignored evidence and failed to properly weigh an unsigned fax document. The court ruled that the appellate court had correctly considered all valid evidence, including witness testimonies and official documents, and that the unsigned fax was admissible in the second instance despite formal defects.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(11)(b) C.P.D.; Art. 270(2)(a)(b) C.P.D.; Art. 524(1) C.P.D.; Art. 438 C.P.D.; Art. 393, 395 C.P.D.; The appellate court's finding of fact based on all lawfully submitted evidence is binding, and appeals claiming the court ignored evidence or improperly weighed an unsigned document are inadmissible if the document was considered within the scope of second-instance admissibility rules.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence admissibility unsigned fax appellate court findings burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(11)(b) C.P.D.
Art. 270(2)(a)(b) C.P.D.
Art. 524(1) C.P.D.
Art. 438 C.P.D.
Art. 393, 395 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 469/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε" (πρώην ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Αντωνιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σταυρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Νοεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4907/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7899/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουνίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή είναι ανύπαρκτες. Στην έννοια των αποδείξεων που ιδρύουν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία, την οποία το δικαστήριο της οποίας αναφέρει στην απόφασή του ως δήθεν περιεχόμενη σε δικόγραφο ή στις προτάσεις του διαδίκου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ πράγματι δεν περιεχόταν (ΑΠ 570/2008).

Κάθε ομολογία δικαστική πρέπει να περιέχει και συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 1336/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο δέχθηκε τ' ακόλουθα που αφορούν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά πρόταση των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα μετ' επικλήσεως από αυτούς προσκομιζόμενο ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του καθώς και απ' όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕ" και έδρα την ..., είναι χρηματιστηριακή ανώνυμη εταιρία και έχει ως αντικείμενο εργασιών τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών και τη σύναψη όλων των χρηματιστηριακών συμβάσεων που καθορίζονται στο κεφάλαιο Ε του Ν. 1806/1988, με δυνατότητα κατά το καταστατικό της ιδρύσεως καταστημάτων και υποκαταστημάτων σε πόλεις της Ελλάδος και του εξωτερικού.

Έτσι, με την 16/5.8.1994 και αριθμό πρωτ. 528/5.8.1994 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ίδρυσε σύμφωνα με το άρθρο 71 του Ν. 1969/1991 δύο (2) υποκαταστήματα στη ... με υπεύθυνο υπάλληλο και διευθυντή του επί της οδού ... αριθμός ... υποκαταστήματος της, το ΑΑ. Σύμφωνα με το από 24.11.1994 Πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, παραχώρησε σε αυτόν το δικαίωμα να εκπροσωπεί την εναγομένη ΑΧΕ, εντός του κύκλου των δραστηριοτήτων της, δηλαδή εντός του κύκλου των χρηματιστηριακών συναλλαγών της εταιρείας στη ...

και να διαχειρίζεται την περιουσία αυτής, ο δε ΑΑ τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της προστήσασας στην υπηρεσία αυτή εναγομένης, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση. Ειδικότερα, ο πιο πάνω υπάλληλος της με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, μπορούσε να παραλαμβάνει στο όνομα και για λογ/σμό της ΑΧΕ και να παραδίδει σε τρίτους- πελάτες αυτής- χρεώγραφα, επιταγές και μετρητά, να ενεργεί εισπράξεις και πληρωμές της εταιρίας εκδίδοντας τα νόμιμα παραστατικά, να δίνει εντολές αγοράς και πωλήσεως των πελατών και να κινεί το λογ/σμό όψεως που είχε ανοιχθεί στην Τράπεζα ALPHA BANK για την εξυπηρέτηση του υποκαταστήματος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ανάμεσα στον ενάγοντα και την εναγόμενη εταιρία είχε καταρτισθεί και λειτουργούσε από τις 22.9.1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (όπως η τελευταία με την έφεση της ομολογεί), δυνάμει της οποίας ο πρώτος ανέθεσε στην τελευταία τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, με την εντολή να προβαίνει στην αγορά και την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για λογ/σμό του".

Για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματός του, και ιδιαίτερα εκείνου που αναφέρεται στο γεγονός: α) της κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων αγωγικής σύμβασης και β) της χρονολογίας κατάρτισής της, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και ρητά μνημόνευσε τη δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας ως εκκαλούσας στο δικόγραφο της από 19-10-2004 έφεσής της, όπου από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπησή του προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι :

α) ... ο εφεσίβλητος είχε ανοίξει κωδικό (χρηματιστηριακό λογαριασμό) με την εταιρεία μας και έκανε συναλλαγές αγοράς και πώλησης μετοχών από την 22.9.1998 ..." (σελ. 4) και β) "η μόνη σύμβαση που είχε σκεφθεί μεταξύ της εταιρείας μας και του αντιδίκου είναι η σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ..." (σελ. 9). Εξ άλλου, στη συνέχεια το Εφετείο με ίδιες παραδοχές του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το πραγματικό περιεχόμενο της ίδιας πιο πάνω σύμβασης και τι ακριβώς αυτή περιελάμβανε, συνεκτίμησε όχι την πιο πάνω δικαστική ομολογία (την οποία σαφώς διέκρινε κατά το περιεχόμενό της), αλλά όλα τα πιο πάνω λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που ρητά μνημονεύει για να δεχθεί τελικά κατ' ουσίαν ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση στην διαχείριση του χαρτοφυλακίου του αναιρεσιβλήτου, περιελάμβανε την εντολή προς την αναιρεσείουσα για την αγορά και πώληση μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και για λογαριασμό του".

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο για την απόδειξη του περιεχομένου της μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου σύμβασης, και ιδιαίτερα εάν αυτή περιελάμβανε και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη δικαστική ομολογία της, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην έννοια των αποδείξεων που ιδρύουν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία την οποία το δικαστήριο της ουσίας καίτοι την επικαλέσθηκε ο αντίδικος του ομολογήσαντος ως περιεχόμενη στις έγγραφες προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να τη λάβει υπόψη του καίτοι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος που αποτελούσε βάση καταλυτικού ισχυρισμού εκείνου που επικαλείται την ομολογία (ΑΠ 1336/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα ως εναγομένη με την ιδιότητα του προστήσαντος εκείνον που ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τον αναιρεσίβλητο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από εκείνη και επ' ευκαιρία και εξ αφορμής εκείνης, έστω και κατά κατάχρησή της υπηρεσίας του, υπέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της τον καταλυτικό ισχυρισμό από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ, που επανέφερε και στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι: "ο αναιρεσίβλητος ενάγων είχε προσωπική ιδιωτική συμφωνία με τον ΑΑ (προστηθέντα της), έξω και πέρα από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, η οποία συμμφωνία μάλιστα είχε εξωχρηματιστηριακό και σε μεγάλο βαθμό παράνομο περιεχόμενο, γνώριζε δε πολύ καλά αυτή τη συμφωνία και το χαρακτήρα της ο ίδιος και συνεπώς εάν ακόμη ζημιώθηκε σε ιδίου πταίσματος και δεν μπορεί να διεκδικεί τίποτε από εμάς".

Την ουσιαστική βασιμότητα του πιο πάνω καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ρητά αρνήθηκε ο αναιρεσίβλητος ως ενάγων με το να ισχυρισθεί με τις έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (σελ. 9 και 10) ότι: "ισχυρίζομαι ότι είχα πλήρη εμπιστοσύνη και ακεραία την πεποίθηση ότι το από 9-5-1998 FAX της εναγομένης αντιπροσώπευε την πορεία των συναλλαγών του τις οποίες για λογαριασμό μου διαπραγματευόταν και διεξήγαγε η αντίδικος.

Εκείνο που μου είχε αποτυπωθεί στο μυαλό, είναι ότι η συμφωνία μας ήταν να αγοράζει και να πωλεί μετοχές στο χρηματιστήριο με πλήρη ελευθερία κινήσεως και χωρίς καμία απολύτως δική μου ανάμιξη ή συμμετοχή, πέραν των καταθέσεων ορισμένων χρηματικών ποσών". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής της με τις ακόλουθες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, που αφορούν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης: "...

Τέλος από τα αυτά αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε ότι ο ΑΑ ενεργούσε παρανόμως συναλλαγές καθώς και συναλλαγές εκτός ελέγχου των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, ούτε επίσης ότι εμπιστεύτηκε σε αυτόν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα διαχειριστεί κατά τη δική του κρίση, ώστε να καταλογιστεί ότι αυτός έστω και ελάχιστο ποσοστό πταίσματος της όλης συμπεριφοράς και συνεργασία του με το ΑΑ, όπως αβάσιμα η εναγομένη πρωτόδικα με τις προτάσεις της κατ' ένσταση (Α.Κ. 300), ισχυρίσθηκε, το Εφετείο για να καταλήξει στο πιο πάνω απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμά του συνεκτίμησε όλα τα πιο πάνω λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που ρητά μνημονεύει στην απόφασή του και δεν παρέλειψε να εκτιμήσει και αντίστοιχη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, που δεν περιλαμβανόταν στις έγγραφες προτάσεις του κατά την από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ εκτίμηση που περιεχομένου τους από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του πιο πάνω καταλυτικού ισχυρισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την πιο πάνω δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που όμως ήταν ανύπαρκτη κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) [Ολ.ΑΠ 1/1999].

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των η οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι.

δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ως κάτοικος ...

ο ενάγων συνεργαζόμενος με το υποκατάστημα της εναγομένης επί της οδού ... αριθ. ..., για όλες τις επενδυτικές συναλλαγές του ερχόταν σε επαφή με τον εκεί υπεύθυνο, ΑΑ, ο οποίος παράλληλα του υπεδείκνυε και τον συμβούλευε στις επενδυτικές του επιλογές. Έτσι, ο ενάγων, προκειμένου να προβεί η εναγομένη (μέσω του πιο πάνω υπαλλήλου της) σε επένδυση των χρημάτων του, κατέθεσε κατόπιν υποδείξεως του άνω ΑΑ σε λογ/σμό της εναγομένης στην ALPHA BANK στις 22.9.1998 το ποσό των 10.000.000 δραχμών και στις, 13.1.1999 επίσης το ποσό των 10.000.000 δραχμών, ενώ στις 10.5.1999 κατέθεσε σε άλλο λογ/σμό της αυτής Τράπεζας, κατόπιν υποδείξεως και πάλι του άνω υπαλλήλου της εναγομένης (ο οποίος ήταν κοινός λογ/σμός του άνω ΑΑ και της συζύγου του, ΒΒ), το ποσό των. 10.008.700 δραχμών.

Στην τελευταία μάλιστα κατάθεση προέβη ο ενάγων τελώντας με την πεποίθηση ότι κάλυπτε την αξία μετοχών της εταιρείας ΟΙΝΩΝ, τις οποίες η εναγομένη είχε αγοράσει για λογ/σμό του και βρίσκονταν ήδη στο χαρτοφυλάκιό του, όπως προς τούτο τον είχε πείσει και πληροφορήσει ο άνω υπάλληλος της εναγομένης. Ο τελευταίος, έπεισε τον ενάγοντα ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί που η τελευταία κατάθεση χρημάτων του έγινε σε κοινό λογαριασμό του ιδίου και της άνω συζύγου του, και όχι σε λογ/σμό της εναγομένης, αφού οι άνω μετοχές, στις οποίες αντιστοιχούσε το κατατεθέν ποσό των 10.008.700 δραχμών, είχαν ήδη αγοραστεί και βρίσκονταν στο χαρτοφυλάκιό του.

Μάλιστα, ο εν λόγω ΑΑ, απέστειλε στον ενάγοντα για να τον ενημερώσει το μετ' επικλήσεως από αυτόν προσκομιζόμενο από 4.5.1999 fax, με το οποίο γνώριζε στον τελευταίο ότι το χαρτοφυλάκιό του την άνω ημεροχρονολογία, περιλάμβανε τις παρακάτω μετοχές και χρήματα: 1) 3.000 μετοχές ΑΚΤΩΡ Α.Ε. τρέχουσας αξίας 19.800.000 δραχμών, ήτοι 3.000 μετοχές Χ 6.600 δραχμές τρέχουσα αξία ανά μετοχή, 2) 1.200 μετοχές ΤΡΙΑ ΕΨΙΛΟΝ (Α) τρέχουσας αξίας (1.200 μετοχές Χ 9.280 δραχμές τρέχουσα αξία ανά μετοχή =) 11.136.000 δραχμών και μετρητά 704.958 δραχμές, δηλαδή η συνολική αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό τω 31.640.958 δραχμών.

Επίσης, την Κυριακή 9.5.1999, με άλλο fax, που κατά τον αυτό τρόπο στο Δικαστήριο τούτο προσκομίζεται, ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι κατά την ημέρα εκείνη η διάρθρωση του χαρτοφυλακίου του περιλάμβανε : 1) 3.000 μετοχές ΑΚΤΩΡ Α.Ε. τρέχουσας αξίας (3.000 μετοχές 6.450 δραχμές κάθε μετοχή=) 19.350.000 δραχμών, 2) 4.000 μετοχές ΟΙΝΩΝ τρέχουσας αξίας (4.000 μετοχές Χ 2.930 δρχ.

κάθε μετοχή =) 11.720.000, 3) 1200 μετοχές ΤΡΙΑ ΕΨΙΛΟΝ (Α) τρέχουσας αξίας (1200 μετοχές Χ 9.350 δρχ. κάθε μετοχή=) 11.220.000 δραχμών, ήτοι η αξία του ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 42.290.000 δραχμών, με οφειλόμενο προς την εναγομένη το χρηματικό ποσό των 9.297.970 δραχμών για την αγορά των μετοχών ΟΙΝΩΝ, οπότε η καθαρή αξία του άνω χαρτοφυλακίου του ανερχόταν σε 32.992.030 δραχμές.

Μετά την κατάθεση από τον ενάγοντα στις 10.5.1999 κατά τα άνω του ποσού των 10.008.700 δραχμών για τις αγορασθείσες για λογαριασμό του μετοχές ΟΙΝΩΝ, η αξία του χαρτοφυλακίου του ανερχόταν πλέον στο ποσό των 43.000.730 δραχμών. Όπως προκύπτει από τα άνω δύο (2) έγγραφα (fax), στο επάνω δεξιό μέρος τους αναγράφεται ως αποστολέας "ΑΛΚΗ ΑΑ", δηλαδή η πρώτη από τις δύο (2) λέξεις της επωνυμίας της εναγομένης και το όνομα του άνω διευθυντή του υποκαταστήματός της στη ..., ενώ στο αριστερό μέρος κάθε εγγράφου, σε πλάγια γραφή είναι γραμμένη ξενόγλωσσα η ημεροχρονολογία αποστολής κάθε εγγράφου και ο αποστολέας και συγκεκριμένα : "4.ΜΑΥ.1999 18:42 ...

NO. 369" και "9.ΜΑΥ 1999 17:13 ... NO.555" αντίστοιχα. Ο ενάγων θεωρούσε ότι οι ενημερώσεις του αυτές γίνονταν εκ μέρους της εναγομένης που ενεργούσε δια του άνω εκπροσώπου και υπευθύνου του εν λόγω υποκαταστήματός της, ο οποίος ήταν και το πλέον αρμόδιο προς τούτο πρόσωπο. Αφού δε ληφθεί υπόψη ότι η συνεργασία του ενάγοντος με τον άνω εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας μέχρι τότε δεν παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα, δεν είχε λόγο ο πρώτος να υποψιαστεί το λόγο που τα πιο πάνω έγγραφα (FΑΧ) δεν έφεραν την επίσημη σφραγίδα της εναγομένης, αλλά μόνο τα άνω στοιχεία.

Πρέπει δε να λεχθεί ότι τα έγγραφα αυτά, παρά το γεγονός ότι είναι ανυπόγραφα παραδεκτά λαμβάνονται υπόψή κατ' άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου (και εκτιμώμενα ελεύθερα), αποδεικτικά μέσα ΑΠ 302/1999 Δνη 40.1310). Όμως, αρχές Ιουνίου 1999, ο ενάγων πληροφορήθηκε από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως ότι το άνω Υποκατάστημα της εναγομένης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα σχετικά με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων πελατών της τελευταίας, μεταξύ των οποίων και του ιδίου.

Έτσι, θορυβημένος (ο ενάγων) από τις φήμες αυτές, με την από 8.6.1999 εξώδικη πρόσκληση και δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγομένη την αυτή ημέρα (βλ. την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ...), κάλεσε την τελευταία μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επίδοση σε αυτή της παρούσας να του παραδώσει τους τίτλους ή τα αποδεικτικά των τίτλων που καταγράφονταν στην από 9/5/1999 διάρθρωση του χαρτοφυλακίου του στο άνω από 9/5/1999 FAX, χωρίς όμως στο αίτημά του αυτό να έχει ανταπόκριση από την εναγομένη.

Παράλληλα, ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσ/νίκης κατά του ΑΑ και λοιπών προσώπων την από 10/6/1999 μήνυσή του για τα αδικήματα της απάτης και της υπεξαιρέσεως σε βάρος του, ενώ στις 8/9/1999 κατέθεσε, συμπληρωματικά για τα άνω πρόσωπα μηνυτήρια αναφορά για το αδίκημα τής πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων.

Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το άνω πρόσώπο εκτός από τα χρηματικά ποσά που του εμπιστεύθηκε ο ενάγων, είχε εισπράξει και άλλα χρηματικά ποσά από πελάτες της εναγομένης του άνω Υποκαταστήματός της στη ..., προκειμένου να διαχειριστεί τα χρήματα αυτά και να τα επενδύσει, ενεργώντας και για λογαριασμό αυτών, ως εκπρόσωπος της εναγομένης ΑΧΕ στο άνω Υποκατάστημα.

Αποδείχθηκε δε ότι, ενώ ο ενάγων έδωσε εντολή σε αυτόν, ως υπεύθυνος της εναγομένης εταιρίας να ενεργήσει για λογαριασμό του χρηματιστηριακές πράξεις και συναλλαγές με την αγορά μετοχών που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (για την αξία των οποίων κατέθεσε το αντίτιμό τους στους τραπεζικούς λογ/σμούς της εναγομένης και του ιδίου, δηλ.

του ΑΑ), αυτός δεν απέδωσε την αξία των μετοχών που εισέπραξε για λογαριασμό του μετά τη ρευστοποίηση αυτών ούτε και επέστρεψε τα χρήματα που κατέθεσε για τον άνω σκοπό, αλλά κατακράτησε αυτά και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταθέσει στους άνω λογαριασμούς για τον προεκτεθέντα σκοπό:

α) στις 22.9.1998 και στις 13. 1.1999 σε λογαριασμό της εναγομένης στην ALΡΗΑ BANK ανά 10.000.000 δραχμές και β)στις 10-5-1999 σε λογαριασμό του ΑΑ και της πιο πάνω συζύγου του 10.008.700 δραχμές. Με τα χρήματα αυτά ο τελευταίος αγόρασε για λογαριασμό του ενάγοντος μετοχές, τις οποίες πούλησε και αγόρασε άλλες ώστε στις 9/5/1999, στο FAX που απέστειλε ενημερωτικά στον ενάγοντα, να περιλαμβάνονται κατά την ημέρα εκείνη στο χαρτοφυλάκιό του:

α) 3.000 μετοχές της εταιρίας ΑΚΤΩΡ Α.Ε., β) 4.000 μετοχές της εταιρίας ΟΙΝΩΝ και γ) 1.200 μετοχές της εταιρίας ΤΡΙΑ EΨΙΛON (Α), συνολικής κατά το χρόνο αυτό αξίας κατά τα άνω λεχθέντα 42.290.000 δραχμών Έτσι, αφού αφαιρεθεί από το ποσό αυτό το οφειλόμενο προς την εναγομένη από αυτόν ποσά των 9.297.970 δραχμών που αναφέρεται στο άνω FΑΧ και προστεθεί το καταβληθέν στην τελευταία από τον ενάγοντα στις 10/5/1999 ποσό των 10.008.700 δραχμών για την αγορά των μετοχών της εταιρίας ΟΙΝΩΝ, το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος κατά την τελευταία ημεροχρονολογία ανερχόταν στο ποσό των 43.000.730 δραχμών.

Τις πιο πάνω μετοχές πούλησε στη συνέχεια ο παραπάνω ΑΑ, χωρίς όμως και να αποδώσει στον ενάγοντα την άνω αξία τους μετά τη ρευστοποίησή τους, ενώ είχε εισπράξει και την τελευταία κατάθεση που έγινε από τον τελευταίο στο λογαριασμό του. Στο μεταξύ, κατά τη γενόμενη από αυτόν διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, για να φαίνεται ότι ο τελευταίος είχε λάβει από την εναγομένη αντίστοιχο χρηματικό ποσό, είχε εκδώσει στις 23/4/1999 τη με αριθμό ...

επιταγή της ΑLΡΗΑ BANK ποσού 16.000.000 δραχμών σε διαταγή του ενάγοντος και φερόμενη ως εκδότρια την εναγομένη. Στη συνέχεια, έβαλε την υπογραφή του ενάγοντος στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και μεταβίβασε την επιταγή σε τρίτο, άγνωστο στο Δικαστήριο πρόσωπο, το οποίο, αφού εισέπραξε από την πληρώτρια τράπεζα το ποσό της, το παρέδωσε στη συνέχεια στο ΑΑ, που το ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Επίσης, στις 3 και 4-5-1999 ο εν λόγω ΑΑ είχε εκδώσει τις με αριθμούς ... και ... αποδείξεις, στις οποίες ανέγραψε ότι ο ενάγων εισέπραξε από την εναγομένη τα ποσά των 3.744.539 και 4.000.000 δραχμών αντίστοιχα, χωρίς όμως να υπάρχει στην αντίστοιχη θέση η υπογραφή του εισπράξαντος. Για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, που του είχαν εμπιστευθεί ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, καθώς επίσης της πλαστογραφίας με χρήση και εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, που φέρεται ότι διέπραξε ο άνω, ΑΑ, σε βάρος του ενάγοντος αλλά και σε βάρος άλλων ατόμων, πελατών του Υποκαταστήματος της εναγομένης στη ...

μετά τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως και αφού έγινε δεκτό με το 642/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, που έχει ήδη καταδικαστεί τελεσίδικο, παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφεΐείου (Κακ/των) Θεσσαλονίκης χωρίς μέχρι σήμερα οι σε βάρος του κατηγορίες να έχουν εκδικασθεί.

Επίσης, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, ΓΓ και Δ, με τα 1093 και 1999/2002 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκαν στο ίδιο ακροατήριο για να δικαστούν για συνέργεια από κοινού στις άνω πράξεις του άνω υπαλλήλου της εταιρίας τους. Περαιτέρω δέχεται ο Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι η ρευστοποίηση από τον άνω υπάλληλο της εναγομένης, ΑΑ, των αναφερομένων στο από 9/1999 FAX του ιδίου προς τον ενάγοντα, μετοχών του τελευταίου καθώς και η παράνομη ιδιοποίηση της αξίας αυτών, όπως επίσης και του κατατεθέντος κατά τα άνω στο λογαριασμό του, ποσού των 10.008.700 δραχμών, έλαβε χώρα από τις 10/5/1999 μέχρι τέλος Μαΐου του αυτού έτους.

Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μετά την άνω εξώδικη προς την εναγομένη πρόσκλησή του και, αφού αρχές Ιουνίου του αυτού έτους πληροφορήθηκε για ανωμαλίες στη διαχείριση χαρτοφυλακίων πελατών της από τον άνω υπάλληλό της, ζήτησε από την τελευταία τις άνω μετοχές του, χωρίς όμως, όπως κατά τα άνω έχει λεχθεί, να έχει στο αίτημά του ανταπόκριση από τη τελευταία, που ισχυρίστηκε προς αυτόν (ενάγοντα) εξώδικα ότι ο λογαριασμός του προς αυτήν, δηλαδή το άνω χαρτοφυλάκιό του, εμφάνιζε μηδενικό υπόλοιπο.

Αυτά ενισχύονται και από το γεγονός ότι η εναγόμενη με το από 6/6/1999 εξώδικό της προς τον άνω υπάλληλό της (το οποίο μετ' επικλήσεως προσκομίζεται από τον ενάγοντα), κατάγγειλε για σπουδαίο λόγο τη μεταξύ τους σύμβαση. Κατά συνέπεια, η αδικοπραξία από τον υπάλληλο της σε βάρος του ενάγοντος, τελέστηκε αμέσως μετά τις 10-5-1999 και έως τα τέλη Μαΐου του αυτού έτους, η δε ζημία που υπέστη ο ενάγων από την αιτία αυτή ανέρχεται κατά τα άνω στο ποσό των 43.000.736 δραχμών.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, υπαλλήλου της, ΑΑ, ευθύνεται εις ολόκληρον με αυτόν και η προστήσασα τούτον εναγομένη (ΑΚ 922), καθόσον συντρέχουν όλες οι προς τούτο απαιτούμενες και αναφερόμενες στην αρχή προϋποθέσεις και συγκεκριμένα : α) ανάμεσα στην τελευταία και τον άνω υπάλληλό της, η ύπαρξη σχέσεως προστήσεως, καθόσον αυτή διατηρούσε κατά τον άνω χρόνο τελέσεως της πράξεώς του το δικαίωμα να δίδει οδηγίες σε αυτόν σχετικά με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του στο άνω Υποκατάστημά της, β) η πιο πάνω πράξη (υπεξαίρεση) του προστηθέντος, πληροί τις προϋποθέσεις της ΑΚ 914, γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, αλλά και επ' ευκαιρία η εξ αφορμής της υπηρεσίας του έστω και αν έγινε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, με την αναφερόμενη στην αρχή έννοιά της, δηλαδή κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του είχε δώσει να εκτελεί τις εντολές των πελατών της αγοράζοντας και πουλώντας μετοχές για λογαριασμό τους, δ) ζημία του ενάγοντος από τη συμπεριφορά του αυτή και ε)εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως του προστηθέντος υπαλλήλου της και της υπηρεσίας, που του είχε αναθέσει".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δίκαιου των άρθρων 914, 922, 297, 298 του ΑΚ, τις οποίας προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων ιδιαίτερα για τον προσδιορισμό της ζημίας του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Επίσης, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ίδιο τρίτο λόγο από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του, και έχουν σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι ο προστηθείς της αναιρεσείουσας πλαστογράφησε την υπογραφή του αναιρεσίβλητου σε μία επιταγή και κατάρτισε δύο άλλες πλαστές αποδείξεις, με τις οποίες εμφάνισε ψευδώς ότι ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε τα πιο πάνω ποσά από τη δήθεν εκποίηση μετοχών του χαρτοφυλακίου του, κρίνονται αβάσιμα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αφού στις πιο πάνω παραδοχές δεν περιλαμβάνεται και το γεγονός της πραγματικής τότε εκποίησης των ίδιων μετοχών του χαρτοφυλακίου του αναιρεσίβλητου, ώστε να δικαιολογείται μείωση της αξίας του.

Εξάλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των (αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ζημίας δηλαδή του αναιρεσιβλήτου από την υπεξαίρεση εκ μέρους του προστηθέντος της αναιρεσείουσας του χαρτοφυλακίου του (αναιρεσείοντος) με την εκποίησή του, όπως και με την ιδιοποίηση του προϊόντος της εκποίησης, που ήταν ισόποσο, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο με το οποίο προσδιορίστηκε η συνολική ζημία του αναιρεσίβλητου στο ποσό των 43.000.730 δρχ.

ή 126.194,27 ευρώ με βάση το χρόνο της ιδιοποίησης από 9 έως 30-5-1999 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 τταρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα και επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της, αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ενώ η παραβίαση της υποχρέωσης του να μη λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα ιδρύει το λόγο αναίρεσης το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης περιστατικά που πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων, διαφορετικά ο αντίστοιχος λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθ. 1093 και 1099/2002 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης και δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 1478/2004 μεταγενέστερο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης που είχε αυτή προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο, από το οποίο αποδεικνυόταν η αναίρεση των δύο πιο πάνω προηγούμενων βουλευμάτων με το υπ' αριθ. 1093/2002 βούλευμα του Αρείου Πάγου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης όπως διατυπώνεται είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιόν αφορούσαν τα αναιρεθέντα υπ' αριθ. 1093 και 1099/2002 βουλεύματα, πως διαμορφώθηκε η ποινική ευθύνη του προστηθέντος της αναιρεσείουσας με το υπ' αριθ. 1478/2004 μεταγενέστερο βούλευμα και για την απόδειξη ποιού ισχυρισμού προσήχθη το βούλευμα αυτό, και αν ήταν ο ισχυρισμός αυτός ουσιώδης ως προς την έκβαση της ένδικης δίκης αστικής φύσεως.

Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. ... έγγραφη βεβαίωση του χρηματιστηρίου αξιών Αθηνών από την οποία προέκυπτε ότι μετά την 30-4-1999 δεν έγινε καμία συναλλαγή μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία έγινε δεκτό ότι μετά την 30-4-1999 μεσολάβησε εκ μέρους του προστηθέντος της αναιρεσείουσας ΑΑ η αγορά 4.000 μετοχών της εταιρείας "ΟΙΝΩΝ" για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, που στη συνέχεια και μετά την καταβολή εκ μέρους του αναιρεσίβλητου προς τον ίδιο προστηθέντα του ποσού των 10.008.700 δραχμών για το τίμημα της αγοράς τους, ενσωματώθηκαν στο χαρτοφυλάκιο του αναιρεσίβλητου στις 9-5-1999, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού άλλωστε δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η παραδοχή, που θα ήταν αντίθετη με το περιεχόμενο του ίδιου πιο πάνω εγγράφου, ότι η προαναφερθείσα αγορά αφορούσε αποκλειστικά συναλλαγή μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου.

Για τους ίδιους δε λόγους είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και ο ίδιος πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του αριθ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην πιο πάνω έγγραφη βεβαίωση του χρηματιστηρίου Αθηνών τη δέουσα αποδεικτική βαρύτητα από τη διάταξη του άρθ. 438 του Κ.Πολ.Δ και εκείνες των άρθρων 393 και 395 του Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, ο ίδιος πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη το από 9-5-1999 ανυπόγραφο FAX κινήσεων χαρτοφυλακίου του αναιρεσίβλητου, που δεν έφερε υπογραφή και σφραγίδα του εκπροσώπου της φερόμενης ως εκδότριας του εγγράφου αυτού αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή στη δευτεροβάθμια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

α' και β' του Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθ 524 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, κατά τις οποίες λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και συνεπώς και άκυρα έγγραφα, όπως στην προκείμενη περίπτωση το πιο πάνω FAX.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7899/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ