Legislator Case Law & Legislation
570/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of evidence regarding omitted documents.

Case Number 570/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four plaintiffs against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The plaintiffs argued that the lower court failed to consider specific cadastral maps and expert reports submitted during the trial. The court rejected these claims, ruling that the lower court's explicit statement confirming the review of all submitted evidence was sufficient to establish that no relevant documents were overlooked.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 335-346 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's judgment explicitly confirms the review of all submitted documents, leaving no room for doubt.

Keywords

AI generated
appeal admissibility omitted evidence cadastral maps expert report review Code of Civil Procedure burden of proof judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 and following of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 570 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 570/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων- καθών η κλήση: 1. Χ1, 2 Χ2, 3. Χ3 και 4 Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση-Θανασούλα.

Των αναιρεσίβλητων- καλούντων: 1.Ψ1 2. Ψ2, 3. Ψ3 4. Ψ4 5. Ψ5 6. Ψ6.Η 1η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούτσουβα ο οποίος δήλωσε ότι η Ψ2 (2η αναιρεσίβλητη) απεβίωσε την 23-6-2000 και κληρονομήθηκε από τους 3η, 4ο και 5ο εκ των αναιρεσιβλήτων. Επίσης δήλωσε ότι από τους κληρονόμους μόνο η 3η και 4ος συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν. Οι 5ος και 6ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1982 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3379/1984 προδικαστική, 10957/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5609/1998 προδικαστική, 9811/1999 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2001 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 322/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες-αναιρεσίβλητοι με την από 9-9-2004 κλήση τους επί της οποίας εκδόθηκε η 84/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε πάλι την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 18-1-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 28-1-2004 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων( κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει του θάνατο του αντιδίκου του , δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς ( Ολ.

ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2 αποβίωσε στις 23-6-2000, δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 28-6-2001, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους τρίτη , τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, Ψ3, Ψ4 και Ψ5, που είναι τέκνα της.

Από τους αναιρεσιβλήτους αυτούς η Χ3 και ο Ψ4 (τρίτη και τέταρτος ), με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, και ως κληρονόμοι της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...., ...., .... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της από 18-1-2006 κλήσης των πρώτης, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους πέμπτο αναιρεσίβλητο, κληρονόμο της ανωτέρω αποβιώσασας αναιρεσίβλητης Ψ5 και έκτο αναιρεσίβλητο Ψ6.

Ενόψει τούτων, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με παριστάμενους τους ανωτέρω δύο κληρονόμους της αποβιώσασας διαδίκου και με απολειπόμενο τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, κληρονόμο αυτής, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εφόσον δε οι πέμπτος και έκτος αναιρεσίβλητοι, που κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ( άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ). -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1.010 του ΑΚ, αν ο κύριος ακινήτου ανεγείροντας πάνω σ' αυτό οικοδομή την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το δικαστήριο μπορεί, κατά εύλογη κρίση να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε.

Η επιδίκαση γίνεται έναντι καταβολής της αξίας του γηπέδου κατά το χρόνο της κατάληψής του και αποκατάστασης κάθε άλλης ζημίας, ιδίως από την τυχόν μείωση της αξίας του υπολοίπου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να επιδικασθεί η κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε από την επέκταση γειτονικής οικοδομής πρέπει αυτός που επεξέτεινε την οικοδομή του μέσα στην ξένη ιδιοκτησία να ενήργησε με καλή πίστη, ήτοι να ενήργησε με την πεποίθηση ότι οικοδομεί εντός των ορίων του οικοπέδου του και η πεποίθησή του αυτή να είναι δικαιολογημένη, δηλαδή να μην αποτελεί προϊόν αμέλειας, έστω και ελαφράς, καθόσον εκείνος που πρόκειται να οικοδομήσει έχει στοιχειώδη υποχρέωση, καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, να εξακριβώσει προηγουμένως το όριο του ακινήτου του.

Επιπλέον απαιτείται να μην έγινε καμία διαμαρτυρία από τον κύριο του καταπατηθέντος εδάφους κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών και, μάλιστα, πριν αυτές περατωθούν κατά μεγάλο μέρος. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής αρκεί και η ανυπαίτια παράλειψη διαμαρτυρίας, αυτή δηλαδή που οφείλεται σε άγνοια της ανέγερσης της οικοδομής από τον κύριο του καταληφθέντος γηπέδου, λόγω απουσίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο αρχικώς αντενάγων Ψ, ο οποίος αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνέχισαν οι αναιρεσίβλητοι, το έτος 1960 έλαβε την υπ' αριθμ. ....

άδεια ανεγέρσεως ισόγειας οικίας επί ακινήτου, που περιήλθε σ'αυτόν με το υπ'αριθμ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δ. Καζάζη, και ανήγειρε στην πραγματικότητα οικοδομή αποτελούμενη από τρεις ορόφους. Ότι κατά την ανέγερση της οικοδομής αυτής το έτος 1960 επεξέτεινε αυτήν επί τμήματος εδαφικής λωρίδας, διαστάσεων 3 μ.

Χ 16,30 μ., της γειτονικής ιδιοκτησίας της αρχικώς αντεναγομένης ......, που επίσης αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνέχισαν οι αναιρεσσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Ότι ο ανωτέρω Ψ επεξέτεινε την οικοδομή του επί της παρακείμενης ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων με καλή πίστη, αφού αυτός είχε την πεποίθηση, ενόψει της άδειας ανεγέρσεως της οικοδομής του, του προηγηθέντος ελέγχου των τίτλων από δικηγόρο και των διαβεβαιώσεων του μηχανικού ότι οικοδομούσε μέσα στο οικόπεδό το, και ότι η αρχικώς αντεναγομένη δεν πρόβαλε καμία διαμαρτυρία κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών και έως το τέλος αυτών.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1010 του ΑΚ, για την επιδίκαση της κυριότητας του τμήματος ακινήτου που καταλήφθηκε από την επέκταση της οικοδομής στον αρχικώς αντενάγοντα, έναντι καταβολής σχετικής αποζημιώσεως, και έτσι απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1010 του ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε, αφού η παραδοχή του Εφετείου, ότι δεν έγινε καμία διαμαρτυρία από την αρχικώς αντεναγομένη κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών και έως το τέλος αυτών, αρκούσε για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, έστω και αν αυτή αγνοούσε την κατάληψη της επίδικης εδαφικής λωρίδας από την οικοδομή του αντενάγοντος, λόγω απουσίας της στις Η.Π.Α., αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων, κατά την άνω διάταξη, προϋποθέσεων για την επιδίκαση της κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που καταλήφθηκε από την επέκταση της οικοδομής, στον αρχικώς αντενάγοντα διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, για την επάρκεια των οποίων δεν ήταν να αναγκαίο να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν η αντεναγομένη έλαβε γνώση της επέκτασης της οικοδομής του αντενάγοντος στο ακίνητό της.

Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Πράγματα, υπό την έννοια αυτή, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την, κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Όμως λόγοι έφεσης που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αφορούν παράπονα για απόρριψη αιτημάτων, η παραδοχή των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως είναι και το αίτημα να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε τέτοιους λόγους έφεσης δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο έψεγαν την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιατί απέρριψε το αίτημά τους να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη προς εξακρίβωση του εμβαδού της καταληφθείσης από την οικοδομή του αρχικά αντενάγοντος εδαφικής λωρίδας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το παραπάνω αίτημα των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί " πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ.

β'του ΚΠολΔ και συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτού δεν ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης.

-ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 παρ.1, 270, 335, 338 παρ.1 και 339 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εις βάρος εκείνου που ομολόγησε, αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης. Δεν αποτελεί δε δικαστική ομολογία κάθε ομολογία, αλλά μόνο εκείνη η οποία γίνεται με πρόθεση την παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα και ωφελίμου για τον αντίδικό του, ο οποίος φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του.

Συνεπώς, εκείνος που στηρίζει την αγωγή ή την ανταγωγή του σε ορισμένα δικαιογόνα γεγονότα δεν είναι δυνατόν συγχρόνως, με την ίδια αγωγή ή ανταγωγή να ομολογεί και την ανυπαρξία των γεγονότων αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα :

Η αρχικώς ενάγουσα Χ με την από 1-12-1982 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία έστρεψε κατά των Ψ1, Ψ και Ψ6, αφού επικαλέσθηκε ότι έγινε κυρία με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο της περιγραφόμενης σ' αυτήν επίδικης εδαφικής λωρίδας, διαστάσεων 3Χ41,95 μέτρων και εμβαδού 126 τ.μ., ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, που την κατέλαβαν και την κατέχουν, να της την αποδώσουν.

Ο από τους αρχικά εναγομένους Ψ, που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και συνέχισαν γι' αυτόν τη δίκη οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του, με τις από 1-12- 1983 έγγραφες προτάσεις του προς το ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο άσκησε την ένδικη ανταγωγή, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση σ' αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 1010 του ΑΚ, της κυριότητας του τμήματος της επίδικης εδαφικής λωρίδας της ενάγουσας-αντεναγομένης, που περιγράφεται στις προτάσεις του, διαστάσεων 3Χ16,30 μέτρων και εμβαδού 49 τ.μ., στο οποίο, κατά τα ιστορούμενα στην ανταγωγή, επεξέτεινε με καλή πίστη την ανεγερθείσα κατά το έτος 1960, βάσει της υπ' αριθμ. ......

άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών, γειτονική οικοδομή του, έναντι της καταβολής από αυτόν της, κατά το χρόνο της κατάληψης, αξίας του τμήματος τούτου, ανερχόμενης σε 24.000 δραχμές ή σε όσο ποσό θα καθόριζε το δικαστήριο. Στο ιστορικό της ανταγωγής του ο αντενάγων ανέφερε ότι "το τμήμα του ακινήτου της αντεναγομένης που καταλήφθηκε από την οικοδομή του έχει διαστάσεις 2Χ12 μέτρα και εμβαδόν 24 τ.μ.

και αξία κατά το χρόνο της κατάληψής του 24.000 δραχμές ή όση θα έκρινε το δικαστήριο". Η αναφορά όμως αυτή στην ανταγωγή, η οποία έγινε διηγηματικώς, δεν συνιστά δικαστική, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ομολογία του αρχικά αντενάγοντος ότι η καταληφθείσα από την επέκταση της οικοδομής του εδαφική έκταση της κυριότητας της αντεναγομένης έχει εμβαδόν 24 τ.μ.

και αξία 24.000 δραχμών, αφού το αντικείμενο της ανταγωγής, όπως αυτό οριοθετείται από το όλο περιεχόμενο και το αίτημα αυτής, συνίσταται στην επιδίκαση στον αντενάγοντα της κυριότητας του προσδιοριζομένου κατά τα όριά του τμήματος της επίδικης εδαφικής λωρίδας της αντεναγομένης που καταλήφθηκε από την επέκταση της οικοδομής του και έχει διαστάσεις 3Χ16,30 μέτρα και εμβαδόν 49 τ.μ., ενώ αναφορικά με την εκτίμηση της αξίας του τμήματος τούτου κατά το χρόνο της κατάληψης, αυτή γίνεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, το οποίο δε δεσμεύεται από το αίτημα της ανταγωγής.

Για τους ίδιους λόγους δεν συνιστά δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, καθολικών διαδόχων του αντενάγοντος, αναφορικά με το εμβαδόν και την αξία του καταληφθέντος από την οικοδομή αυτού τμήματος και η περιεχόμενη στις υποβληθείσες από εκείνους κατά τη συζήτηση στο Εφετείο από 20-3-1998 έγγραφες προτάσεις τους αναφορά ότι " όπως αποδείχθηκε, ο δικαιοπάροχός τους επεξέτεινε καλοπίστως την ανεγειρόμενη κατά το έτος 1960 οικοδομή του κατά 2Χ12 μέτρα εντός της επίδικης εδαφικής λωρίδας της αντεναγομένης".

Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αφενός τις περιεχόμενες στην ανταγωγή ομολογίες του αρχικώς αντενάγοντος Ψ, αναφορικά με το εμβαδόν της καταλαμβανόμενης από την οικοδομή του εδαφικής έκτασης και την αξία αυτής κατά το χρόνο της κατάληψης, και αφετέρου τις όμοιες ομολογίες των αναιρεσιβλήτων καθολικών διαδόχων του, οι οποίες περιέχονται στις τις από 20-3-1998 έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες κατέθεσαν στο Εφετείο. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ'ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα :

α) το από ..... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...... β) το από μηνός ..... τοπογραφικοό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού...... και γ) το από μηνός .... σχεδιάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα ....... Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι από την επισκόπιση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2001 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9811/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ