Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific Ottoman land laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Court of Appeal's decision regarding land ownership in the Cyclades. The appellant argued that the lower court violated Ottoman land laws and specific Greek statutes but failed to cite them precisely. The court rejected these claims because the appeal lacked the required specificity to identify the exact legal provisions violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 559(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a violation of substantive law is inadmissible if the specific article of law violated is not clearly identified and the precise legal error is not defined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 468 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 468/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ι. Σ., το γένος Α. Π., κατοίκου ... νήσου Θήρας Ν. Κυκλάδων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη που ανακάλεσε την από 16-11-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 19/3/2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1830/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 42/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-8-2019 αίτηση και τον από 11-2-2021 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 27/08/2019 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.42/ 2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού συνεκδικασθεί με τον πρόσθετο λόγο αυτής, που ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο(άρθρο 246 ΚΠολΔ), αφού συνεκδικασθεί με τον πρόσθετο λόγο αυτής, που ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 του Ν.4842/2021 (έναρξη ισχύος 1/1/2022), οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από, για οποιονδήποτε λόγο, ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ και επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων( Ολ.ΑΠ654/1984, ΑΠ470/2020, ΑΠ1132/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για την συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 16-12-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17/3/2021, οπότε ματαιώθηκε λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, εξαιτίας της πανδημίας, προσδιορίσθηκε δε αυτεπάγγελτα δικάσιμος για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης(17/11/2021).
Η αναιρεσείουσα στις 12/02/2021, δηλαδή, πολύ μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης, κατέθεσε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου το από 11-02-2021 δικόγραφο πρόσθετου λόγου(βλ. την αριθμ.26/12-02-2021 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό), ο οποίος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος.
Α1. Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, <<η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος>>. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.
ΑΠ 5/2011). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για την υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 772/2020, ΑΠ 191/2013, ΑΠ1740/2012, ΑΠ 91/2011). 2.
Κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά τη διάταξη του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, έχει εφαρμογή, στην προκείμενη υπόθεση, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, εφόσον η ένδικη έφεση κατατέθηκε στις 13-02-2006, πριν, δηλαδή, την έναρξη εφαρμογής, την 01-01-2016, της ήδη ισχύουσας ρύθμισης, <<Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης....., 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως>>. Κατά δε το άρθρο 269 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού με το άρθρο 27 Ν. 3994/2011 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή κατά τις μεταβατικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 2 και 4 ίδιου νόμου (3994/2011), εφόσον τόσο η αγωγή όσο και η έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν πριν από την, κατά την 25.7.2011, έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 (ΑΠ 127/2016, ΑΠ1248/2014 ), ήτοι η μεν αγωγή κατατέθηκε στις 26/06/2003 (χωρίς να προκύπτει ο χρόνος επιδόσεώς της), η δε έφεση στις 13/12/2006 (με αριθμ.
κατ.47/13/12/2006), <<1. Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2. Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση, με τις προτάσεις ή και προφορικά:
α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων>>.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη και β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνον εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος.
Εξάλλου, η κατ' άρθρο 281ΑΚ ένσταση ,καίτοι στηρίζεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ εξάλλου από καμμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή κατά την άνω έννοια και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς του περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 472/1983, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 760/2019, ΑΠ 691/2018, ΑΠ 1467/2017, ΑΠ 2943/2009, ΑΠ 2024/2009). 3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ.
ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020) Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 963/1985, ΑΠ 1847/2017, ΑΠ 1568/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας, την από 25/06/2003 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, που βρίσκεται στη νήσο Σαντορίνη, στη δημοτική κοινότητα Οίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 49/2004 απόφαση που απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον άσκησε την από 11/12/2006 (με αριθμ. κατ. 47/13-12-2006) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 133/2012 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το εκκαλούν με την από 26/03/2013 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1830/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που αναίρεσε την εν λόγω απόφαση, για την πλημμέλεια του αριθμού 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.Ακολούθως, εκδόθηκε, επί της άνω εφέσεως, η προσβαλλόμενη με αριθμό 42/2018 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 49/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης και ως απαράδεκτη (και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμη) την προταθείσα από την εναγομένη - εφεσίβλητη με τις, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προτάσεις της ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκε στην πρωτόδικη δίκη αλλά με τις προτάσεις της στο Εφετείο και ότι υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή της.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: <<Η εναγομένη με τις προτάσεις της στο Δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο προτείνει για πρώτη φορά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, για το λόγο ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την υπό κρίση αγωγή το 2003, ενώ δεκατέσσερα χρόνια πριν (ήτοι το 1989) της είχε χορηγήσει οικοδομική άδεια και ενώ το επίδικο συνορεύει με άλλα ακίνητα για τα οποία δεν υποβλήθηκε αντίστοιχος ισχυρισμός, πληρουμένης της προϋπόθεσης της κακόπιστης συμπεριφοράς του άρθρου 281ΑΚεκ μέρους του.
Η υπό κρίση ένσταση, ανεξαρτήτως του νόμιμου ή μη αυτής με βάση τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, απαραδέκτως προβάλλεται για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και την άποψη που υιοθετεί το Δικαστήριο και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέα, αφού τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά μπορούσαν να έχουν προταθεί κατά τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν πρόκειται για περιστατικά που προέκυψαν μεταγενέστερα και δεν είναι περιστατικά που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, επιπλέον δε δεν διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή>>.
Επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία για πρώτη φορά η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε στην κατ'έφεση δίκη, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτη την προβολή της εν λόγω ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογούν την προβολή της για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και ως εκ τούτου το ως άνω Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Έτσι, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ713/2020, ΑΠ1518/2017, ΑΠ383/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος, κατά ένα μέρος και ο δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1α'(νομική αοριστία) και 14 (ποιοτική αοριστία, ΑΠ886/2018, ΑΠ1106/2014), αντίστοιχα, από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, πλήττει την επάλληλη αιτιολογία, με την οποία το Εφετείο έκρινε ως αόριστη την ίδια προαναφερόμενη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, επειδή δεν διαλαμβανόταν και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για την αιτία αυτή και ως μη νόμιμη,επειδή τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, είναι αλυσιτελείς, εφόσον με την μη πληττόμενη αποτελεσματικά, κύρια αιτιολογία του Εφετείου, με την οποία η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω βραδείας προβολής της, στηρίζεται αυτοτελώς το απορριπτικό πόρισμα.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι.
Γ. Από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης περί της παραβίασης από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει σ' αυτόν, μεταξύ άλλων, να καθορίζεται και μάλιστα ενάριθμα (ορισμένο άρθρο, ορισμένου νόμου) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε ευθέως και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ452/2017, ΑΠ 113/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο κάνοντας δεκτή την κύρια βάση της αγωγής και απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των Οθωμανικών Νόμων περί γαιών, των Πρωτόκολλων Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, τις οικείες - προϊσχύσασες του ΑΚ- διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας επί ακινήτων στις Κυκλάδες, στη Θήρα και ειδικότερα στην Οία, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα οι συγκεκριμένοι, κατά τον αριθμό, νόμοι και τα άρθρα αυτών που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ευθέως ούτε αναφέρεται και το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Δικαστηρίου.
Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Τομέα, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που το τελευταίο, υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένα όμως κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-08-2019 αίτηση και τον από 11/02/2021 πρόσθετο επ' αυτής λόγο της Α. Σ. για αναίρεση της αριθμ. 42/2018 απόφασης του Τριμελούς ΕφετείουΑιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ