Legislator Case Law & Legislation
464/2021 AI generated

Supreme Court quashes appeal judgment for violating mandatory judge tenure requirements in Greek civil procedure.

Case Number 464/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed a first-instance appeal judgment because the presiding judge lacked the mandatory five-year tenure required by law. The appellants argued the court's composition violated Article 17A of the Code of Civil Procedure, noting the judge had not met the service duration threshold while senior colleagues did. The court ruled this procedural defect affected public order and mandated a retrial before a newly constituted panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17A, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; A judgment rendered by a court composed in violation of mandatory tenure requirements for judges is void as it concerns public order, necessitating a retrial before a properly constituted court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure judge tenure requirements court composition validity public order violation retrial mandate monomelous court procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 17A of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 464 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 464/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Ν. Κ. & ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Ε. συζύγου Γ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δήμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ζ. του Ι., κατοίκου …. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 421/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Εξάλλου, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής: "2.

Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, καταχωριζόμενη στα πρακτικά.

Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης, ο διάδικος παραστεί αυτοπροσώπως, δηλαδή χωρίς δικηγόρο και δεν είναι ο ίδιος δικηγόρος, δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και λογίζεται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 632/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 4786β'/6-3-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Ευβοίας Β.

Σ., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 421/2018 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας επισπεύσθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου την δικάσιμο της 27-4-2020, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί.

Κατά την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του Α2 τμήματος και γράφτηκε με πρωτοβουλία του γραμματέα στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.

Συνεπώς η εγγραφή αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ο αναιρεσίβλητος παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς να είναι δικηγόρος, καταθέτοντας το υπογραφόμενο από τον ίδιο από 8-2-2021 έγγραφο, με το οποίο προβάλλει ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, που υποχρεώνει το διάδικο να παρίσταται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ωστόσο, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ΝΔ 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (ΣτΕ Ολομ. 1858/2015, ΣτΕ 432/2020, ΑΠ 581/2019, ΑΠ 2031/2017).

Εξάλλου, η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ επιβάλλεται για λόγους προστασίας τόσο των συμφερόντων των διαδίκων, όσο και του δημοσίου συμφέροντος, προς εξασφάλιση της ομαλής, ταχείας και ορθής διεξαγωγής της δίκης και την επίτευξη των σκοπών της. Η αυτοπρόσωπη υποστήριξη της υποθέσεως από διάδικο μη δικηγόρο θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο τα συμφέροντά του, αλλά και τους ορισμούς της δίκης γενικότερα.

Ιδιαίτερα δε, η αναιρετική διαδικασία προϋποθέτει ειδική νομική συγκρότηση, την οποία, κατά κανόνα δεν μπορεί να έχει ο μη δικηγόρος διάδικος. Κατά συνέπεια, η πιο πάνω διάταξη του ΚΠολΔ, ο σκοπός της οποίας συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή του δικαίου, δεν αναιρεί ούτε περιορίζει ανεπίτρεπτα το δικαίωμα των πολιτών, που απορρέει από το άρθρο 20 του Συντάγματος, ενώ και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν αίρεται η υποχρέωση του διαδίκου να παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο, εκτός των νομίμων εξαιρέσεων, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων (ΑΠ 632/2004).

Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κλήθηκε προσηκόντως, δεν παρίσταται νομίμως, θεωρούμενος δικονομικά απών και γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 560 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεση του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.

Ο αναιρετικός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α1 του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο καθορισμός της συνθέσεως του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του Ν. 1756/1988. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.

Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου Πρωτοδικείου, και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία, ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη" (ΑΠ 1342/2018, 502/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε, ως Εφετείο, συγκροτήθηκε από την Πρωτοδίκη Γεωργία Ταράτσα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, αφού η τελευταία κατά το χρόνο που δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων, δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο συζητήσεως αυτής (εφέσεως), υπηρετούσαν στο ίδιο δικαστήριο τρεις (3) δικαστές με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και τέσσερις (4) πρωτοδίκες, εκ των οποίων οι τρεις με πενταετή υπηρεσία, όλοι δε αρχαιότεροι αυτής.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι πράγματι η προαναφερόμενη πρωτοδίκης, που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου στις 8-12-2017, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο πενταετούς υπηρεσίας, συνυπολογιζομένης και της υπηρεσίας της ως παρέδρου Πρωτοδικών, καθόσον διορίστηκε ως Πάρεδρος στις 22-7-2014.

Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας τρεις Πρόεδροι Πρωτοδικών και, συγκεκριμένα, οι 1) Κωνσταντίνα Φλετούρη, 2) Αφροδίτη Κούτσουλα και 3) Μιχαήλ Ντόστας, τρεις πρωτοδίκες με πενταετή υπηρεσία και, συγκεκριμένα, οι 1) Ουρανία Καραντζίκη, 2) Ιωάννης Πετρόπουλος και 3) Αθηνά Χότζια, καθώς και η πρωτοδίκης Ευτυχία Μάρη, η οποία ήταν αρχαιότερη κατά διορισμό από την ανωτέρω πρωτοδίκη Γεωργία Ταράτσα (διορισθείσα στις 19-7-2013).

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, έστω και αν αορίστως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κωλύονταν οι δικαστές του άρθρου 17Α εδ. β' Κ.ΠολΔ (βλ. ΑΠ 737/2019). Επομένως, ο παραπάνω λόγος τους αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτώς προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, τους κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. εδ. 4 του Ν. 4045/12, και να συμψηφισθούν τα δικαστικά μεταξύ των διαδίκων κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 421/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ