Supreme Court quashes single-judge appeal verdict for violating mandatory five-year service requirement for judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the first-instance appeal judgment because the single judge presiding over it had not met the mandatory five-year service requirement. The appellants argued that the composition of the court violated Article 17A of the Code of Civil Procedure, which mandates specific seniority for single-judge appellate panels. The court found the violation factual and procedural, ruling that the judgment was invalid and remanding the case for retrial before a newly constituted judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17A, 560, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; A single-judge appellate court's decision is void if the judge lacks the mandatory five-year service tenure required by law, constituting a violation of public order grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 737 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 737/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 359/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-10-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση. Και αν μεν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση από την ...34/13-12-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Αιγίου Ε. Γ. Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ο αναιρεσίβλητος, ούτε παρέστη, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υποθέσεως θα χωρήσει ως να ήταν παρών και αυτός (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 560 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεση του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.
Ο αναιρετικός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α1 του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο καθορισμός της συνθέσεως του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του Ν. 1756/1988. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011, "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.
Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου Πρωτοδικείου, και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία, ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη" (ΑΠ 1342/2018, 502/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε, ως Εφετείο, συγκροτήθηκε από τον Πρωτοδίκη Κ.
Ρ., κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, αφού ο τελευταίος κατά το χρόνο που δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων, δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο συζητήσεως αυτής (εφέσεως), υπηρετούσαν στο ίδιο δικαστήριο έξι δικαστές με το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών και δέκα πρωτοδίκες, εκ των οποίων με πενταετή υπηρεσία οκτώ, όλοι αρχαιότεροι αυτού.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι πράγματι ο προαναφερόμενος πρωτοδίκης, που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου την 10-1-2017, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο πενταετούς υπηρεσίας.
Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά τον ίδιο χρόνο υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Πατρών έξι Πρόεδροι Πρωτοδικών, και συγκεκριμένα οι 1) Α. Α., 2) Μ. Τ., 3) Γ. Α., 4) Ε. Τ., 5) Θ. - Μ. Β. και 6) Μ. Γ., και οκτώ πρωτοδίκες με πενταετή υπηρεσία, και συγκεκριμένα οι 1) Ε. Κ., 2) Μ. Τ., 3) Ε. Ψ., 4) Π. - Ε. Δ., 5) Α. Τ., 6) Μ. Π., 7) Ε. Σ. και 8) Β. Ρ. και η πρωτοδίκης Α.
Μ., η οποία ήταν αρχαιότερη κατά διορισμό από τον πρωτοδίκη Κ. Ρ..
Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, έστω και αν αορίστως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κωλύονταν οι δικαστές του άρθρου 17Α Κ.ΠολΔ και ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτώς προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. εδ. 4 του Ν. 4045/12, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 359/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ