Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of claim for damages due to breach of contract formalities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision dismissing the plaintiff's claim for damages. The lower court had rejected the claim because the underlying sales contracts lacked the mandatory written form required by law for transactions exceeding 2,500 euros. The Supreme Court ruled that the initial defect in form was cured by the subsequent performance of the contracts, including the delivery of goods, thereby validating the contracts and the resulting claim for interest. Consequently, the lower court erred in law by failing to recognize this curing mechanism.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 82(1), 83(1) of the Code of Civil Procedure; The failure to comply with mandatory written form requirements for contracts exceeding a specific monetary threshold is cured by the subsequent performance of the contract, rendering the contract valid and the claim for damages based on it admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 457 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 457/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα (κατόπιν μετατροπής της αρχικά ενάγουσας Εταιρείας με την επωνυμία "..."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ντουρούντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαουλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 459/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3840/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθ.3840/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 10-4-2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεσή της κατά της 459/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 19-12-2013 αγωγή της κατά της αντιδίκου της. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π.11/2018).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ'επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π.325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων ( Ολ ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Εξ άλλου, με το άρθρο 41 του ν. δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν.π.δ.δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 ευρώ σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094/02 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Το ποσό τούτο δύναται να αυξομειώνεται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δια ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται σε περίπτωση εκπληρώσεως της συμβάσεως.
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό NΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ. άκυρη τη σύμβαση, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μόνο όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Α.Π.1223/2019, Α.Π.431/2018, Α.Π.327/2018, ΑΠ 1160/2013, ΑΠ 1057/2011 ).
Η πρόταση, ούσα μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βουλήσεως και αποτελούσα ουσιώδες κατ` άρθ. 192 ΑΚ στοιχείο της συμβάσεως, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 1 και 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και ΝΠΔΔ που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ'εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών.
Επί των ως άνω συμβάσεων, εφ' όσον καθεμία έχει μικρή διάρκεια (κάτω του έτους), για να επιτρέπεται η σύναψή τους από το Δημόσιο με απευθείας ανάθεση, πρέπει η από τις συμβάσεις αυτές προκαλούμενη για το Δημόσιο ετήσια δαπάνη να ανέρχεται μέχρι του ποσού του 1.500.000 δραχμών. Τούτο διότι, εάν στις άνω μικρής διάρκειας συμβάσεις, ληφθεί υπ' όψη, ως κριτήριο για το επιτρεπτό ή μη της συνάψεως τους με απευθείας ανάθεση, η για το Δημόσιο προκαλούμενη δαπάνη από εκάστη τούτων, τότε, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 83 παρ.1 του Ν. 2362/1995, θα ήταν δυνατόν να συναφθούν πολλές όμοιες και διαδοχικές συμβάσεις, με μικρή διάρκεια η καθεμία, ώστε να παρακάμπτεται νομίμως η διαδικασία του διαγωνισμού και να συνάπτεται η σχετική σύμβαση με απευθείας ανάθεση, αφού η για το Δημόσιο δαπάνη από καθεμία σύμβαση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δρχ., πράγμα που δεν ήταν στην πρόθεση του νομοθέτη που ήθελε να τηρείται η διαδικασία του διαγωνισμού, που εξασφαλίζει πλείονες συμμετοχές και αντίστοιχες προσφορές, εντεύθεν δε συνθήκες διαφάνειας και υγιούς ανταγωνισμού, για τις συμβάσεις από τις οποίες προκαλείται ετήσια δαπάνη για το Δημόσιο άνω του ποσού του 1.500.000 δραχμών.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 85 εδ. α' του ίδιου νόμου "Η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 82 παρ.1 και 83 παρ.1 του ν.2362/1995, 41 του Ν.Δ.496/1974 και 4 του π.δ. 166/2003, απέρριψε την έφεσή της, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή του, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την απέρριψε για το λόγο αυτό, ενώ εάν εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή του μετά από παραδοχή της έφεσής του.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι: Η αναιρεσείουσα, με την από 19-12-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ "Νοσοκομείο Γ.Γεννηματάς", κατά το χρονικό διάστημα από 11-1- 2007 έως και 19-12-2007, χωρίς να έχει προηγηθεί η σύναψη δημόσιας συμβάσεως προμήθειας, αλλά κατόπιν εγγράφων παραγγελιών του εναγομένου νοσοκομείου για κάθε μία σύμβαση, επώλησε στο τελευταίο τα ιστορούμενα στη αγωγή νοσοκομειακά υλικά (χημικά αντιδραστήρια), αντί τιμήματος πωλήσεως που υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ για κάθε σύμβαση, ανερχομένου για όλες στο συνολικό ποσό των 1.755.354,72 ευρώ, εκδοθέντων των αντιστοίχων τιμολογίων πωλήσεων-δελτίων αποστολής.
Ότι η ίδια παρέδωσε και το εναγόμενο παρέλαβε όλα τα πωληθέντα είδη την ημέρα έκδοσης του αντιστοίχου τιμολογίου, το τελευταίο όμως κατέβαλε το συμφωνημένο, με κάθε επιμέρους σύμβαση τίμημα πωλήσεως καθυστερημένα, στις 6-8-2009, μετά την πάροδο 60 ημερών από την παραλαβή των πωληθέντων και για το λόγο αυτό της οφείλει τόκους υπερημερίας κατά το π.δ.166/2003.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 303.092,63 ευρώ, ως οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, κατά το π.δ. 166/2003, του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 5-8-2009. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 459/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η εν λόγω αγωγή και κατόπιν της από 10-4-2019 εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ'αριθ.3840/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή, όπως και πρωτοδίκως, και εντεύθεν απορρίφθηκε η έφεσή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Με το να κρίνει, όμως, το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη, λόγω μη τήρησης για τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως της προβλεπόμενης για το κύρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ.1 και 83 παρ.1 του ν.2362/1995, διαδικασίας διαγωνισμού και να απορρίψει την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 82 παρ.1 και 83 παρ.1 του ν. 2362/1995, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, καθ'όσον εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση είναι μόνο οι διατάξεις των άρθρων 41 του ν.496/1974 και 4 του π.δ.166/2003, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως ιατρικών ειδών με αντικείμενο εκάστης ανώτερο των 2.500 ευρώ και όχι για συμβάσεις προμήθειας προϊόντων ετήσιας διάρκειας ή μικρότερης του έτους διάρκειας με ετήσια δαπάνη άνω των 4.400 ευρώ για το κύρος των οποίων και μόνον απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ.1 και 83 παρ.1 του ν. 2362/1995 διαδικασίας διαγωνισμού.
Οι ως άνω επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως ιατρικών ειδών, από τις οποίες απορρέουν οι επίδικες αξιώσεις τόκων υπερημερίας σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ.166/2003, λόγω της καθυστέρησης καταβολής των τιμημάτων τους, είναι έγκυρες, διότι η αρχική ακυρότητά τους λόγω μη τήρησης του προβλεπομένου από το άρθρο 41 του ν.δ.496/1974 εγγράφου τύπου για την αποδοχή της έγγραφης πρότασης κάθε σύμβασης αφού το αντικείμενό τους ήταν ανώτερο των 2.500 ευρώ, θεραπεύτηκε με την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας-πωλήτριας και δη με την παράδοση στο αντισυμβαλλόμενό της ν.π.δ.δ.
των πωληθέντων ειδών και δεν απαιτείται για την σύναψή τους η τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ.1 και 83 παρ.1 του ν. 2362/1995 διαδικασίας διαγωνισμού. Συνακόλουθα η ένδικη αγωγή με την οποία αξιώνονται από το εναγόμενο ν.π.δ.δ. τόκοι υπερημερίας κατά το π.δ.166/2003, για το επίδικο χρονικό διάστημα, λόγω της επικαλούμενης καθυστερημένης καταβολής εκ μέρους του εναγομένου ν.π.δ.δ.
των τιμημάτων πωλήσεως από τις ως άνω έγκυρες συμβάσεις, είναι νόμιμη. Επομένως το Εφετείο κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ και είναι βάσιμος ο παραπάνω από το άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όχι όμως μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσίβλητο αποτελεί ν.π.δ.δ.
και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ και δεν παραστάθηκε στην προκειμένη δίκη με λειτουργό του Ν.Σ.Κ., ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957, περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (Α.Π. 300/ 2022, Α.Π.546/2022, Α.Π.62/2019, Α.Π.1492/2017), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.3840/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ