Legislator Case Law & Legislation
456/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring decision, citing lack of admissibility and invalid grounds.

Case Number 456/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a legal entity against a final debt restructuring decision made by a single-member court of first instance. The appellant argued that the debtor had evaded the law by entering permanent insolvency, but the court rejected these claims as inadmissible. The court ruled that the appeal grounds were merely a re-evaluation of facts already decided by the lower court and thus violated the principle of finality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Appeals against final decisions in debt restructuring proceedings are inadmissible if they merely re-evaluate facts or challenge the lower court's assessment of evidence without new legal grounds.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency proceedings appeal admissibility final decision re-evaluation of facts legal entity debtor Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 14 of Law 3869/2010
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph beta of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 section beta of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 456 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 456/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 20..., με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Τ. Π. Κ. «Δ. (Τ..Π..κ.Δ..), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Φράγκο και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από ...2021 (αριθ. έκθ. κατάθ.../2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. .../2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τ.

Π. και Δ." (χάριν συντόμευσης Τ.), επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 175/20..., ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου ... Δ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων ανώνυμη τραπεζική εταιρία.

Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η αναίρεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις ...-2013 της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: ''φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/... και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 81/20..., ΑΠ 173/20..., ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 550/2023). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 81/20..., ΑΠ 173/20..., ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1852/2024, ΑΠ ...4/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ ...4/2024, ΑΠ 1061/2023).

Έτσι το όλο πνεύμα του νόμου 3869/2010 κινείται προς την κατεύθυνση να υπαχθούν στην ρύθμιση και μη ληξιπρόθεσμες οφειλές. Απλώς το ληξιπρόθεσμο των οφειλών απαιτείται κατά το νόμο ως στοιχείο για την συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί τον αιτούντα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης, με βάση τα εισοδήματά του, δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων), αλλά σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του, ερμηνεία που καθίσταται ιδιαίτερα επιβεβλημένη όταν υφίσταται αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη με παρακράτηση της δόσης του δανείου, εφόσον, η παρακράτηση αυτή που γίνεται παρά τη βούλησή του, στερεί από αυτόν τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε βασικές του ανάγκες.

Σημειωτέον ότι η άποψη αυτή ενισχύεται από την διατύπωση της ως άνω διάταξης μετά την τροποποίησή της με το ν. 4336/2015, καθ' όσον η νέα διατύπωση δεν παραπέμπει πλέον μόνον στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος, αλλά στις εν γένει οφειλές του, ληξιπρόθεσμες και μη, οι δε τελευταίες κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010.

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στη περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 883/2020).

Και αυτό, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσής του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ ...7/2020, ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στη περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ. σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κλπ, να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ ...7/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ` ουσία εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.

Με τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ. του ΑΚ ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους. Κατά δε το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες.

Προϋπόθεση δηλ. για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1486/2018). Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους.

Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/..., ΑΠ 596/2024).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. .../2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''......

ο, αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος είναι σήμερα ηλικίας ... ετών, διαζευγμένος με ... τέκνα, ηλικίας σήμερα, ..., ετών. Κατά δε το χρόνο συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε συνταξιοδοτηθεί, ενώ προγενέστερα εργαζόταν ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος στο Δήμο ..., και το μηνιαίο εισόδημά του ανερχόταν στο ποσό των ...

ευρώ. Ο αιτών διαθέτει κύρια κατοικία κείμενη στο ..., στην οδό ..., ήτοι ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου, επιφανείας ... τμ, έτους κατασκευής 1975, που του ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται συνολικά σε ... ευρώ. Επομένως, η αξία της άνω κύριας κατοικίας του αιτούντος δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (το εκκαλούν δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε το αντίθετο), ο αιτών ανέλαβε προς το εκκαλούν και την δεύτερη εφεσίβλητη τα κάτωθι χρέη, εκ των οποίων η οφειλή έναντι του εκκαλούντος που είναι εξασφαλισμένη με εμπράγματες εγγυήσεις, θεωρείται ληξιπρόθεσμη μέχρι το χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης, αφού μέχρι τότε συνεχίζει να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010), ενώ η οφειλή έναντι της δεύτερης εφεσίβλητης θεωρείται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμη και υπολογίζεται με την τρέχουσα αξία της κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης(....) και οφείλει από αυτά τα κάτωθι ποσά: 1) προς το εκκαλούν Τ.

Π. και Δ., δυνάμει της από ...-... σύμβασης στεγαστικού δανείου, το ποσό των ... ευρώ και από επισκευαστικό δάνειο το ποσό των ... ευρώ και στην ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "A. Τ. Α..Ε.." το συνολικό ποσό των ... ευρώ από τρεις συμβάσεις καταναλωτικών δανείων. Επομένως, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς το εκκαλούν και τη δεύτερη εφεσίβλητη ανέρχεται στο ποσό των ...

ευρώ. Άπαντα τα ανωτέρω και δη τις άνω οφειλές του αιτούντος και το ύψος αυτών δέχθηκε και η εκκαλουμένη, οι δε παραδοχές της αυτές δεν αμφισβητούνται ειδικότερα από το εκκαλούν. Ακολούθως, ως προελέχθη, τα μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των ... ευρώ, ενώ οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και του άνεργου τέκνου του, το οποίο ναι μεν ήταν ενήλικο και δεν θεωρείται προστατευόμενο μέλος κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης (κατά τα άρθρα 1389 επ.

και 1486 επ. ΑΚ), αλλά αποδείχτηκε ότι βρίσκεται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του ΟΑΕΔ (...), ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των ... ευρώ (...). Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι συνεισφέρει στην ανατροφή αυτού η πρώην σύζυγος του, καθόσον, σύμφωνα με το από ... προσαγόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό επιμέλειας, ο αιτών είχε αναλάβει την επιμέλεια των τέκνων του, τα οποία διέμεναν μαζί του στην ως άνω ιδιόκτητη οικία, ώστε ο αιτών δεν επιβαρύνεται με έξοδα ενοικίου.

Έτσι, που έκρινε η εκκαλούμενη ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου των πρόσθετων λόγων της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης, αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματα του αιτούντος ανέρχονταν κατά το έτος ... του ίδιου στο ποσό των ... ευρώ και της πρώην συζύγου του στο ποσό των ...

ευρώ, κατά το έτος ... του ίδιου στο ποσό των ... ευρώ και της πρώην συζύγου του στο ποσό των ... ευρώ, το έτος ... του ίδιου στο ποσό των ... ευρώ και της πρώην συζύγου του ...,... ευρώ, το έτος ... του ίδιου στο ποσό των ... ευρώ, το έτος ... του ίδιου στο ποσό των ... ευρώ, το έτος ... στο ποσό των ... ευρώ, το έτος ... στο ποσό των ...

ευρώ, το έτος 2010 στο ποσό των ... ευρώ, το έτος 2011 στο ποσό των ... ευρώ, το έτος 2012, εν αναμονή της συνταξιοδότησης του στο ποσό των ... ευρώ, το έτος 2013 στο ποσό των ... ευρώ, το έτος 2014 στο ποσό των ... ευρώ, το έτος 2015 στο ποσό των ... ευρώ, το έτος 2016 στο ποσό των ... ευρώ και το έτος 2017 στο ποσό των ... ευρώ. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο αιτών ανταπεξέρχονταν στις δανειακές του υποχρεώσεις έως τη συνταξιοδότησή του, καθώς τα μηνιαία εισοδήματα του ίδιου ανέρχονταν στο ποσό των ...

ευρώ, ενώ οι δανειακές του υποχρεώσεις ανέρχονταν στο ποσό των ... ευρώ περίπου. Αποτέλεσμα της σημαντικής μείωσης των μηνιαίων εισοδημάτων του αιτούντος, όπως προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα στο πρωτόδικο Δικαστήριο εκκαθαριστικά σημειώματα των ανωτέρω οικονομικών ετών, που οφείλεται στην επελθούσα οικονομική κρίση και τη μείωση των συντάξεων που απονέμονται στους δικαιούχους, ενώ γνωστή είναι και η ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής, λόγω των αυξημένων φόρων, που επίσης για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης επιβλήθηκαν, ήταν να περιέλθει ο αιτών, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία να ανταποκριθεί στις χρηματικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει.

Δηλονότι, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από το σύνολο της οφειλής του αιτούντος, ύψους ... ευρώ, πλέον του ημίσεως αυτής, ήτοι ... ευρώ συνιστά οφειλή προς το εκκαλούν Τ. Π. και Δ. δυνάμει των ανωτέρω, επισκευαστικού και στεγαστικού, δανείων, η οποία δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, διότι τα δάνεια αυτά εξυπηρετούνταν μέσω μηνιαίας παρακράτησης από το μισθό του αιτούντος, η μείωση των αποδοχών του, η οποία ανήλθε από το έτος 2011 και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης σε ποσοστό 40% και ενόψει των εύλογων δαπανών διαβίωσής του, ήταν ιδιαίτερα υψηλή και απρόβλεπτη, ώστε να μην επιτρέψει στον αιτούντα να εξυπηρετεί τις δανειακές υποχρεώσεις που είχε λάβει συνολικά.

Από το σύνολο των εισοδημάτων του αιτούντος και της μη αναμενόμενης ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής του κατάστασης, αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης του μεγαλύτερου μέρους των υποχρεώσεών του απέναντι στους πιστωτές του. Ειδικότερα, τα εισοδήματα του αιτούντος δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση των άνω οφειλών του, αφού δε δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των χρεών του και να προβεί στη, σχετικώς, άμεση ικανοποίησή τους, λόγω της προαναφερθείσας μειώσεως των εισοδημάτων του, κατά τρόπο που δε διαφαίνεται να αναστρέφεται συντόμως, λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της χώρας κατά την τρέχουσα περίοδο, συνεκτιμώμενης και της παροντικής ρευστότητας του αιτούντος, σε σχέση με τις οφειλές του, καθώς και την προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της οικονομικής του κατάστασης.

Ως εκ τούτου, η μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των (ληξιπρόθεσμων) χρηματικών οφειλών του αιτούντος, δεν οφείλεται σε δόλο, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε δόλια περιέλευση του εν λόγω διαδίκου σε αδυναμία πληρωμών. Συνακόλουθα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, προκειμένου να ρυθμιστούν οι οφειλές του και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του.

Τούτων δοθέντων, ο ισχυρισμός που προβάλλεται με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, περί δόλιας περιελεύσεως του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών (άρθρο 1 του Ν. 3869/2010), με την οποία, ειδικότερα, το εκκαλούν προβάλλει ότι ο αιτών- πρώτος εφεσίβλητος ανέλαβε εν γνώσει του υπερβολικές, για τα εισοδήματά του, υποχρεώσεις και ότι, ακολούθως, η οικονομική του αδυναμία οφείλεται στον υπερβολικό, για τις δυνατότητές του δανεισμό, γνωρίζοντας ότι δεν θα ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι ο αιτών, κατά το χρόνο ανάληψης εκάστου χρέους με βάση τα εισοδήματά του, πίστευε ότι μπορούσε να εξυπηρετήσει τα χρέη του, όπως και έπραττε μέχρι το έτος 2011, ενώ η δραστική απομείωση των εισοδημάτων που λάμβανε μετά τη συνταξιοδότησή του, συνετέλεσε στη μείωση του μηνιαίου εισοδήματός του και την αδυναμία πληρωμής των χρεών του, σε κάθε περίπτωση, δε, το ίδιο το εκκαλούν δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος της απόδειξης του στοιχείου του δόλου, τον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όφειλε αυτό ως πιστωτής να αποδείξει.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω πρόσθετος λόγος εφέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμος. Πέραν τούτων, αβάσιμο είναι και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου εφέσεως, με τον οποίο το εκκαλούν προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος συντέλεσε στην απομείωση των εισοδημάτων με τη συνταξιοδότησή του, καθόσον, ο ίδιος νομίμως μετά από 35 έτη υπηρεσίας άσκησε το δικαίωμά του για απολαβή συντάξεως.

Επιπλέον, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν ρύθμισε την εφάπαξ αποζημίωση που έλαβε ο αιτών, καθώς σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ...-2016 έγγραφό του, το ποσοστό των 3/4 της εφάπαξ αποζημίωσης παρακρατήθηκε από το ίδιο......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από ...-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...) έφεση του αναιρεσείοντος (Τ.) και τους από ...-2018 πρόσθετους λόγους έφεσης αυτού κατά της με αριθ. ...2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από ...-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΑΡ .../2013), αίτηση του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου και ακολούθως ρύθμισε τα χρέη του, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία αυτού, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της.

Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου-αιτούντος στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (δεν επικαλείται άλλες διατάξεις) που παρατέθηκε στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έστω και αν το δάνειό του προς το αναιρεσείον Τ. είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του αρχικά και συνακόλουθα τη σύνταξη του και ότι δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή ακόμη και σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή ο οφειλέτης αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής του αιτούντος προς το Τ. στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής του από την υφιστάμενη και προερχόμενη, από την αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του, αδυναμία του κάλυψης των βιοτικών του αναγκών.

Επομένως, μπορεί να υπαχθεί στο ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ο οποίος έστω και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή ούτε έναντι του Τ., ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου πιστωτή (εν προκειμένω της δεύτερης αναιρεσίβλητης), αδυνατεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Το γεγονός ότι το αναιρεσείον Τ. παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - πρώτου αναιρεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού και στη συνέχεια της σύνταξης του τελευταίου, ποσό από τα παραπάνω (μισθό αρχικά και σύνταξη), δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο λείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για τη κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διάταξης που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου των οφειλών του, αλλά και η ανυπαρξία του (ενδεχόμενου) δόλου του.

Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) την ηλικία του (... ετών) και την οικογενειακή του κατάσταση (διαζευγμένος με ... ενήλικα τέκνα των οποίων ασκούσε αυτός την επιμέλεια κατά την ανηλικότητά τους), 2) το ύψος των δανειακών συμβάσεων με το αναιρεσείον Τ. και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ανέρχεται στο ποσό ...

ευρώ, προερχόμενο: α) στο Τ., από στεγαστικό δάνειο ποσού ... ευρώ, το οποίο έλαβε στις ...-... και από επισκευαστικό δάνειο ποσού ... ευρώ, καθώς και β) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη από τρία καταναλωτικά δάνεια ποσού ... ευρώ, 3) το, κατά μήνα, καθαρό ποσό σύνταξης αυτού, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των ...

ευρώ, ενώ αναφέρονται αναλυτικά και τα εισοδήματα αυτού, ως δημοσίου υπαλλήλου στο Δήμο ..., πριν τη συνταξιοδότησή του (έτος 2011), κατά τα έτη ... (χρόνος λήψης δανείου από το Τ.) έως το έτος 2017, καθώς και τα εισοδήματα της συζύγου του μέχρι τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, 4) ότι από το γάμο του απέκτησε ...

ενήλικα τέκνα, από τα οποία το μικρότερο ηλικίας ... ετών, διαμένει μαζί του, καθόσον αδυνατεί να ανεύρει εργασία και επομένως αυτό, ενήλικας μεν, αδυνατώντας όμως να διαθρέψει τον εαυτό του από τη περιουσία του καθώς και από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, στερούμενο τη δυνατότητα αυτοσυντήρησης, αποτελεί προστατευόμενο μέλος του αιτούντος κατά την έννοια του όρθρου 8 του ν. 3869/2010 (χωρίς ως προς τούτο να υπάρχει αντίφαση, όπως το αναιρεσείον ισχυρίζεται), 5) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος (και του ως άνω τέκνου του) το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των ...,...

ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και του τέκνου του, δηλ. για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του, το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ότι ο αιτών-οφειλέτης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, 6) ότι κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής του υποχρέωσης (προς το Τ.

το έτος ...), που τότε του επέτρεπαν οι οικονομικές του δυνατότητες, καθώς το κατά μήνα εισόδημά του ανέρχονταν στο ποσό των ... ευρώ, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση το υψηλότερο τότε εισόδημά του, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει την οφειλή του προς αυτό και 7) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός του και λόγω της συνταξιοδότησής του, σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.

Με βάση δε τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος Τ. περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσος ή ενδεχόμενος, αρχικός ή επιγενόμενος), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής της οφειλής του, αφού ούτε γνώριζε, κατά την ανάληψη του χρέους του προς το αναιρεσείον, ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του, ούτε αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό καθώς είχε αυξημένα εισοδήματα.

Το γεγονός δε ότι ο αιτών - πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε δόλο (ούτε αρχικό ούτε επιγενόμενο) επιρρωνύεται και από το ότι ανταπεξέρχονταν στις δανειακές του υποχρεώσεις μέχρι και τη συνταξιοδότησή του. Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου δανειολήπτη -αιτούντος δολιότητα κατά τη σύναψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών του υποχρεώσεων.

Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων, β) τα καθαρά εισοδήματα του αιτούντος κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) τα καθαρά ατομικά εισοδήματα της πρώην συζύγου του κατά τον ίδιο χρόνο, δ) το ακριβές ύψος των εισοδημάτων του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης και της συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ε) η εξέλιξη των εισοδημάτων του αιτούντος από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, στ) για ποιο λόγο έκρινε ότι το ενήλικο τέκνο του αιτούντος, το οποίο διαβιώνει μαζί του είναι προστατευόμενο μέλος και ζ) η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αιτούντος, πλέον της ουσιαστικής τους, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού (Τ.) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 551/2018).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ενιαίως εκτιμώμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντι αυτού (ούτε άλλου πιστωτή), καθώς και ότι έχει περιέλθει εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του χρέους του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 173/20..., ΑΠ 1510/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από ...2021 (αριθ. έκθ. κατάθ.../2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. .../2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 20....

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 20....

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ