Legislator Case Law & Legislation
455/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding debt restructuring payment method under Greek insolvency law.

Case Number 455/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding debt restructuring under the Greek Insolvency Law. The appellant argued that the court altered the payment method agreed upon in a separate assignment contract, but the court found this argument based on a false premise. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the specific law governing debt restructuring does not permit the award of court costs in such proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010; Article 8(6)(b) of Law 3869/2010: In debt restructuring proceedings, the court may adjust monthly payment amounts based on the debtor's financial capacity without altering the agreed payment method, and court costs are not awarded in such cases.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency law payment method assignment contract court costs inadmissible appeal financial capacity

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 3 of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 455 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 455/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. «Δ. (Τ..Π..κ.Δ..), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Β. Γ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Ζέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από ...-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. .../2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").

Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις ...-2014 της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2...7 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για το καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 550/2023). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1852/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 1061/2023).

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικώς των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λ.π.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων γενικώς των μερισμάτων και άλλων παροχών που λαμβάνει τακτικά από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α` και β μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ 2/19843/...9, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2.214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2...6, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι, στην ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022).

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι, στη περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.

Και αυτό, διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιον και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και τον σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στη περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από τον νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν, παραμένει, αναλογικώς, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίσθηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη -οφειλέτη (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 549/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του ΑΚ, εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτόν μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1050/2021).

Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατόν να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του ν. 2214/1994.

H εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλώς το τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του.

Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνο η εξασφάλιση του εκδοχέα, δηλ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ` επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο.

Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1031/2015).

Κατά την ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του ν. 3869/2010.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους του κατά το ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ.

και, αντίστοιχα, στο περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού, που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερόμενων νόμιμων ορίων (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2...9, ΑΠ 596/2024).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 549/2022). Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''....

η αιτούσα διάγει το ...° έτος της ηλικίας της, είναι έγγαμη με τον Β. Γ. και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει τέσσερα τέκνα, τα οποία είναι ενήλικα σήμερα. Η αιτούσα, εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο ... με μηνιαίο μισθό το ποσό των ... ευρώ περίπου, ενώ συνεχώς, όπως προκύπτει από τα μισθοδοτικά της σημειώματα, βαίνει μειούμενη.

Ο σύζυγος της στο παρελθόν εργαζόταν ως υδραυλικός, αλλά από την ....2013 είναι άνεργος και εγγεγραμμένος στα μητρώα του ΟΑΕΔ (...). Στην προσπάθειά τους να μειώσουν τα έξοδα τους, μετοίκησαν από την Αθήνα στο χωριό Σ., όπου συγκατοικούν με τους γονείς του συζύγου της στην οικία των τελευταίων. Οι βιοτικές ανάγκες της αιτούσας και της οικογένειάς της ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 9... - 1....0 ευρώ περίπου σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας (...).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια η αιτούσα, αλλά και ο υιός της πάσχουν από σοβαρές ασθένειες όπως προκύπτουν από τις σχετικές προσκομισθείσες ιατρικές βεβαιώσεις. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει από το καθ' ου τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (....), με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (6 παρ. 3 ν. 3869/2010).

Ήτοι, η αιτούσα είχε αναλάβει από το καθ' ου: α) στεγαστικό δάνειο δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των ... ευρώ και β) επισκευαστικό δάνειο δυνάμει της αριθ. ... σύμβασης εκ της οποίας οφείλει το ποσό των ... ευρώ, τα οποία είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματη ασφάλεια, ήτοι εν συνόλω ...

ευρώ, μέχρι ....2013. Στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνονται κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή οι παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι α) μία οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο (πυλωτή) ορόφου με τα στοιχεία Άλφα ένα (ΑΙ), επιφάνειας ... τ.μ. με ... τ.μ. ημιυπαίθριο χώρο με ΚΑΕΚ ...

του Κτηματολογικού Γραφείου Ν. και β) μία οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου με τα στοιχεία Ύψιλον πέντε (Υ5) επιφάνειας ... τ.μ. με ΚΑΕΚ ... του Κτηματολογικού Γραφείου Ν., μιας πολυκατοικίας κείμενης σε οικόπεδο που βρίσκεται στο Δήμο Ν., επί της οδού ... ..., συνολικής αντικειμενικής αξίας ευρώ ... [...

€ + ... €] (...). Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων του καθ' ου που προέρχονται από τις ως άνω συμβάσεις έχει εγγραφεί και στις δύο ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες υποθήκη για το ποσό των ... ευρώ, την ....2...4. Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, για την οποία υποβάλλεται αίτημα υπαγωγής της στην προβλεπόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση.

Επίσης, η απούσα έχει στην κυριότητά της ένα αυτοκίνητο Ι.Χ.Ε. μάρκας ..., ... c.c., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2...7, του οποίου η εμπορική αξία του εκτιμάται από το Δικαστήριο στο ποσό των ... ευρώ περίπου. Το ως άνω αυτοκίνητο ενόψει της μικρής του αξίας, του τύπου, της κατάστασής του και της παλαιότητάς του, αλλά και του γεγονότος ότι είναι αναγκαίο για τις μετακινήσεις της αιτούσας δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση του καθ' ου, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.), για αυτό το λόγο και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή του.

Άλλα εισοδήματα, κινητή και ακίνητη περιουσία δεν προέκυψε ότι διαθέτει η αιτούσα. Λόγω της ανάγκης της αιτούσας να καταφύγει σε προσωπικό δανεισμό για να αποκτήσει αυτή και η οικογένειά της τη δική τους στέγη και κατόπιν, λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης της χώρας και της οικονομικής κρίσης με την οποία και πλήττεται, μειώθηκαν τα εισοδήματά της και στη συνέχεια, επιδεινώθηκε η ικανότητά της να εκπληρώσει τις οφειλές της και επομένως, η απούσα έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.

Η μονιμότητα δε της αδυναμίας της οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων της λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης και στην προσπάθειά της να καλύψει βασικές βιοτικές ανάγκες της ιδίας και της οικογένειάς της, και λόγω της οικονομικής κρίσης, η αιτούσα δύσκολα θα βελτιώσει τις οικονομικές τους συνθήκες (το μέσο μηνιαίο εισόδημά της, τα πάσης φύσεως εισοδήματά της και τα περιουσιακά της στοιχεία).

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία της αιτούσας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς το καθ' ου, η οποία δεν οφείλεται σε δόλο και συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των αρθρ. 8 παρ. 2 και αρθρ. 9 παρ. 2, εφόσον στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της πρώτης κατοικίας της αιτούσας.

Θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα, αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα πέντε ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της.

Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη το εισόδημα της αιτούσας, τις βασικές προσωπικές ανάγκες αυτής και της οικογένειάς της, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ίδια και το τέκνο της, δεδομένου και του ύψους των χρεών της, ορθώς έκρινε ότι εκάστη μηνιαία καταβολή για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών πρέπει να ορισθεί στο ποσό των ... (...

€) ευρώ μηνιαίως προς το μοναδικό πιστωτή της για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες και θα καταβάλλεται εντός των πρώτων πέντε ημερών κάθε ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης από το δεύτερο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Στο τέλος της πενταετίας το καθ' ου θα έχει λάβει το ποσό των ...

ευρώ. Στην από ....2014 προσωρινή διαταγή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περιελήφθη διάταξη με την οποία υποχρεώθηκε η αιτούσα σε προσωρινές καταβολές προς το καθ' ου ποσού ... ευρώ το μήνα, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του έτους 2014 και ορίστηκε ο συνυπολογισμός τους στην πιο πάνω ρύθμιση του αρθ. 8 παρ. 2. Οι προσωρινές αυτές μηνιαίες καταβολές, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 5 παρ. 2 και 9 παρ. 4 ν. 3869/2010 πρέπει να συνυπολογιστούν τόσο ως προς το χρόνο όσο και ως προς το ποσό τους σε αυτές της πιο πάνω οριστικής ρύθμισης.

Έτσι μετά το συνυπολογισμό του χρόνου των 36 μηνών των προσωρινών καταβολών (από Απρίλιο 2014 μέχρι Μάρτιο 2017), ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε 24 μήνες, ήτοι 2 χρόνια προς ... ευρώ. Όσον αφορά δε το ποσό, επειδή αυτό των προσωρινών καταβολών υπολείπεται αυτού της οριστικής ρύθμισης (... ευρώ καλείται με την παρούσα απόφαση να καταβάλλει μηνιαία η αιτούσα στο καθ' ου αντί του ποσού των ...

ευρώ που είχε κληθεί να καταβάλλει με την ως άνω προσωρινή διαταγή) η αιτούσα υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς εντός ενός έτους από τη λήξη των καταβολών της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Το ποσό της διαφοράς δε ανέρχεται σε ... ευρώ (... € - ... € = ... ευρώ Χ 36 μήνες), και θα καταβληθεί στο καθ' ου, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη λήξη της οριστικής ρύθμισης και μέσα σε ένα χρόνο από το χρονικό αυτό σημείο εντόκως από το χρόνο της έναρξης του έτους, με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες.

Η ως άνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 παρ. 1, 2 του ν. 4161/2013, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετίας της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται εξόφληση των απαιτήσεων του καθ' ου και έχει υποβληθεί αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (.....), εφόσον η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού, όπως απαιτεί ο νόμος.

Έτσι, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, για την οποία ο νόμος ορίζει ότι ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει μέχρι το ...% της αντικειμενικής της αξίας, που αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, δηλαδή εν προκειμένω μέχρι το ποσό των ...

ευρώ (... € Χ ...%). Επομένως, με βάση τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, εφόσον το υπόλοιπο του χρέους της αιτούσας, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπερβαίνει το ...% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας αυτής, το Δικαστήριο ορθώς προέβη στη ρύθμιση και επέβαλε σε αυτήν πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών της, ίσο με το ...% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της, απαλλάσσοντας αυτή από το υπόλοιπο των χρεών της.

Το ποσό που θα καταβάλλει η αιτούσα στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης ανέρχεται στο ποσό των ευρώ ... (... €) μηνιαίως για 240 μήνες (... ευρώ:240 μήνες). Παράλληλα, θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος τριάντα έξι μηνών ή τριών ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2.

Η καταβολή λοιπόν των δόσεων αυτών θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του 1ου μήνα και για τριάντα έξι μήνες ή τρία έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από τις καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις του καθ' ου. Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, παρόλο που τα δάνεια της αιτούσας προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ενήμερα και παρόλο που η αιτούσα δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, ωστόσο, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο την οικογένειά του.

Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί ποσό εκ του μισθού του, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο λείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι έφεσης του εκκαλούντος με τους οποίους υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, από ...-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), έφεση του αναιρεσείοντος κατά της .../2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από ...-2014 (αριθ.

έκθ. κατάθ. ...), αίτηση της αιτούσας-αναιρεσίβλητης και ακολούθως ρύθμισε το χρέος της προς το καθού και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο ..., για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη της δανειακής της υποχρέωσης προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., δεν επιδίωξε τη περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του ν. 3869/2010 στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως. Και αυτό, διότι όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε: α) ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, περιήλθε χωρίς δόλο, έστω και ενδεχόμενο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους της, ανερχόμενου στο ποσό των ... ευρώ (στεγαστικό) και ...

ευρώ (επισκευαστικό) και συνολικά ... ευρώ, καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων (έτη 2...3, 2...4) από το Τ.Π.Δ., με βάση το εισόδημά της, αλλά και το εισόδημα του συζύγου της, ο οποίος, κατά τον ως άνω χρόνο σύναψης των δανείων, εργαζόταν ως υδραυλικός, δημιουργήθηκε καλόπιστα η πεποίθηση ότι μπορούσε να ανταπεξέλθει στις παραπάνω δανειακές της υποχρεώσεις, όπως και έπραττε με συνέπεια έως το έτος 2014, β) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, αλλά και μεταγενέστερα δεν γνώριζε και δεν επεδίωξε, ούτε αντικειμενικά μπορούσε να προβλέψει ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής αυτών, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός της καθώς και αυτό του συζύγου της, σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης της εξαμελούς οικογένειάς της, γ) ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών που έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από την ίδια, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη του χρέους της και ειδικότερα οφειλόταν στην εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας και τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας, δ) ότι οι κατά μήνα αποδοχές της, ως νοσηλεύτριας στο Γενικό Νοσοκομείο ..., ανέρχονται στο ποσό των ...,...

ευρώ περίπου, ενώ ο σύζυγος της από ...-2013 είναι άνεργος και εγγεγραμμένος στα μητρώα του ΟΑΕΔ, ε) ότι το ύψος των κατά μήνα βιοτικών αναγκών αυτής και της οικογενείας της, για αξιοπρεπή διαβίωση, προσδιορίζεται ρητά σε ... ευρώ και στ) ότι η αιτούσα-οφειλέτης δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων της.

Επομένως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε δόλος της οφειλέτου-αναιρεσίβλητης, το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας, ανεξάρτητα από την αοριστία του (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 755/2018), όπως θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω, τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον-καθού η αίτηση, με την, από ...-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), έφεσή του κατά της .../2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ... [στις από ...-2015 προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., οι οποίες εμπεριέχονται στις από ...-2020 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δεν περιέχεται σχετικός περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ισχυρισμός], ισχυρίστηκε ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπρόθεσμου χρέους της προς αυτό, καθόσον " το ποσό των δύο δανείων της, ήταν ιδιαίτερα υψηλό και με βάση τις αποδοχές της δυσανάλογο, ώστε να μπορούσε να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή τους.

Πέραν αυτού και με βάση την οικογενειακή της κατάσταση (έγγαμη, μητέρα … τέκνων) και ο σύζυγός της ελεύθερος επαγγελματίας (υδραυλικός), ζώντας στη ... με υψηλό κόστος διαβίωσης από αυτό που απαιτείται σήμερα στην Τ. Σ. Α., η εφεσίβλητος δεν είχε τη δυνατότητα και πριν τη κατάθεση της αίτησης να αποπληρώσει τις οφειλές της".

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, όμως, ο προβληθείς ως άνω ισχυρισμός (ένσταση), ότι η αιτούσα εκ δόλου περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι το ως άνω εκκαλούν Τ.Π.Δ. και ήδη αναιρεσείον, το οποίο είχε κατά το νόμο, το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου του οφειλέτη (άρθρ. 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ), παραλείπει, κατά την προβολή του ισχυρισμού του (ένστασης) να αναφέρει, ότι η τελευταία συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που της επέτρεπε το εισόδημά της (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020), περιστατικά τα οποία και δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, αφού οι μοναδικές δύο δανειακές συμβάσεις που κατάρτισε η αιτούσα ήταν αυτές με το καθού η αίτηση Τ.Π.Δ.

και ανέρχονταν στο παραπάνω ποσό. Τα ως άνω περιστατικά που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και υπήγαγε την αιτούσα-αναιρεσίβλητη στην ως άνω διάταξη.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δέχθηκε ως αόριστη και συνακόλουθα ως και κατ' ουσία αβάσιμη την προβληθείσα, από το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των (μοναδικών) ληξιπρόθεσμων χρεών της προς αυτό (αναιρεσείον), καθώς αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, 62 του ν. 2214/1994, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, επειδή, όπως ισχυρίζεται, δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης από τις αποδοχές της αιτούσας-αναιρεσίβλητης των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα σε αυτό (αναιρεσείον) με την ρύθμιση του άρθρου 8 και 9 του ν. 3869/2010.

Το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, απορρίπτοντας τον λόγο έφεσης με τον οποίο το αναιρεσείον ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης κατά το κεφάλαιό της με το οποίο η ρύθμιση της οφειλής της εφεσίβλητης-οφειλέτιδος έγινε με άρση της παρακράτησης τμήματος των αποδοχών της από τις μηνιαίες αποδοχές της, διέλαβε τα εξής ''....

όσον αφορά τη ρύθμιση των χρεών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 θα πρέπει να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα, αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα πέντε ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της.

Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη το εισόδημα της αιτούσας, τις βασικές προσωπικές ανάγκες αυτής και της οικογένειάς της, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ίδια και το τέκνο της, δεδομένου και του ύψους των χρεών της, ορθώς έκρινε ότι εκάστη μηνιαία καταβολή για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών πρέπει να ορισθεί στο ποσό των ... (...

€) ευρώ μηνιαίως προς το μοναδικό πιστωτή της για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες και θα καταβάλλεται εντός των πρώτων πέντε ημερών κάθε ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης από το δεύτερο μήνα μετά τη δημοσίευση της απόφασης.......... με βάση δε τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, εφόσον το υπόλοιπο του χρέους της αιτούσας, μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπερβαίνει το ...% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας αυτής, το Δικαστήριο ορθώς προέβη στη ρύθμιση και επέβαλε σε αυτήν πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών της, ίσο με το ...% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της, απαλλάσσοντας αυτή από το υπόλοιπο των χρεών της.

Το ποσό που θα καταβάλλει η αιτούσα στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης ανέρχεται στο ποσό των ευρώ ... ... (... €) μηνιαίως για 240 μήνες (... ευρώ:240 μήνες)''. Με αυτά που διέλαβε το ως άνω δικάσαν δικαστήριο, στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με το τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων (η οποία καταβολή συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσίβλητης - οφειλέτριας), αλλά, στα πλαίσια της ρύθμισης του χρέους κατά το ν. 3869/2010 της τελευταίας, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες της αναιρεσίβλητης, το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει η τελευταία προς το αναιρεσείον, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στη παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές της (αναιρεσίβλητης), των καθορισθεισών πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε με τις παραπάνω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του κατά μήνα ποσού που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης- οφειλέτριας και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από τις αποδοχές της τρόπο καταβολής του.

Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι η ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από τις κατά μήνα αποδοχές της τελευταίας, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εκχώρησης, είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 332/2024, ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1212/2023, ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023). Εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε η κατάρτιση παράλληλα με τη σύμβαση δανείου και της σύμβασης εκχώρησης ώστε να απαιτείται να συμπεριληφθεί σχετική διάταξη (ή σχετικός όρος) στην εκκαλούμενη απόφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 173/2025, ΑΠ 1...0/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από ...-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2022), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. .../2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ