Legislator Case Law & Legislation
454/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.

Case Number 454/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by a non-profit entity against a final bankruptcy judgment. The court found that the lower court's reasoning regarding the permanent inability to pay debts was unclear and lacked specific details on the debtor's financial needs and loan amounts. Consequently, the appeal was admitted to allow a new trial where these critical facts could be properly examined.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1486 § 1 and 1504 of the Civil Code; Article 576 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must admit an appeal when the lower court's reasoning fails to establish the specific facts required to determine permanent insolvency, necessitating a new trial.

Keywords

AI generated
permanent insolvency bankruptcy proceedings insufficient reasoning appeal admissibility financial needs Code of Civil Procedure new trial

Cited Legislation

AI generated
Article 1486 § 1 of the Civil Code
Article 1504 of the Civil Code
Article 576 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 28 § 4 of Law 2579/1998
Article 3 § b of Law 3869/2010
Article 8 § 6 § b of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 454 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 454/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. «Δ. (Τ..Π..κ.Δ..), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "P. B. A.", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "C. C. F. Τ. Α. Ε." και δ.τ. "C. C. F.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ρουμπίνη Καραγκιαούρη, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ... αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου ..., Δ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της ..., κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της ..., οπότε ματαιώθηκε, λόγω των βουλευτικών εκλογών της ...

και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από ... πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, αφού δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 260 § 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).

Με την από ... (με ειδικό αριθμό κατάθεσης ...) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ... απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "Ε.

Τ. Τ. Ε. ΑΕ" και "C. C. F.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "P. B. A.". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς απευθύνεται και κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον, αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ...7/2024, ΑΠ250/2024, ΑΠ103/2024, ΑΠ778/2022, ΑΠ658/2022).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (...), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... από ... και υπ' αριθμ. καταθ. ... αίτησή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." και των ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών τραπεζικών εταιρειών, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από ... και υπ' αριθμ. καταθ. ... έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. ... απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ...7/2024, ΑΠ1212/2023, ΑΠ606/2023, ΑΠ .../2021).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ 2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2...2/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ1212/2023, ΑΠ1061/2023, ΑΠ606/2023, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του ΑΚ, εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση που οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (ΑΠ 1050/2021).

Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από τo πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994.

Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται, ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται ναι εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου), το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του.

Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει, ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (ΤΠΔ) της απαίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και ειδικότερα αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη, μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη προς το Ταμείο.

Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ1212/2023, ΑΠ1054/2023, ΑΠ606/2023).

Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατό να αναπροσαρμόζεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του N 3869/2010.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ρύθμισης του χρέους του κατά το Ν 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο.

Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα, με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (ΑΠ1212/2023, ΑΠ 606/2023). Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., κρίνοντας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου-αιτούντος στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, οι οποίες, ως αναγκαστικού δικαίου, υπερισχύουν της σύμβασης εκχώρησης προς το αναιρεσείον της απαίτησης του πρώτου αναιρεσίβλητου επί τμήματος των αποδοχών του και είναι εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση της δικαστικής ρύθμισης του ενδίκου χρέους, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αυτές τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (...), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 5...

αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από το άρθρο 5...

αριθ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ815/2024, ΑΠ1519/2023, ΑΠ10/2022, ΑΠ461/2019, ΑΠ438/2019, ΑΠ76/2019, ΑΠ369/2014, ΑΠ 701/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το ήδη αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι το ποσό που ο αιτών-πρώτος αναιρεσίβλητος είχε εκχωρήσει σ' αυτό από το μισθό του, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 62 § 1 του ν. 2114/1994, εσφαλμένα συμπεριελήφθη στο διαθέσιμο εισόδημά του για την ικανοποίηση όλων των πιστωτών.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις ..., της ένδικης, από ..., αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρ.323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ1098/2024, ΑΠ1054/2023, ΑΠ1162/2022, ΑΠ785/2022, ΑΠ257/2020, ΑΠ 1379/2019).

Τέλος, με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.

Κατά το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του, ενώ, με το άρθρο 1504 ΑΚ, προβλέπεται ότι ο αδελφός ή η αδελφή μπορούν, αν το δικαστήριο το κρίνει εύλογο, να υποχρεωθούν να δίνουν διατροφή σε αδερφό ή αδερφή, αν αυτός που τη ζητεί αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό του για ιδιαίτερους λόγους, ως τέτοιους νοούμενους, μεταξύ άλλων, το νεαρό της ηλικίας και η ύπαρξη βαριάς ασθένειας ή αναπηρίας που έχουν ως αποτέλεσμα την ανυπαίτια εκ μέρους του αδυναμία για εξεύρεση εργασίας.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ43/2024, ΑΠ103/2024, ΑΠ917/2024, ΑΠ549/2023, ΑΠ88/2022, ΑΠ1510/2021, ΑΠ1388/2021, ΑΠ 889/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του, τα εξής: "Ο εκκαλών-αιτών υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...

την από ... αίτησή του για ρύθμιση των οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ... ευρώ, το οποίο αναλύεται ως ακολούθως: 1) Στην Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", οφείλονται α. ... ευρώ από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και β. ... ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου.

Το δάνειο αυτό είναι εξασφαλισμένο με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της ιδιοκτησίας του αιτούντος. 2) Στην τράπεζα "C. C. F." οφείλονται ... ευρώ από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση δανείου και 3) Στο εκκαλούν οφείλονται ... ευρώ από τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου. Ο εκκαλών, ηλικίας ... ετών σήμερα, είναι εργαζόμενος στην ..., με την ιδιότητα του οδηγού, έγγαμος και πατέρας ενός ενηλίκου τέκνου.

Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται σήμερα (βλ. το σημείωμα αποδοχών ...) σε ... € περίπου, ενώ η σύζυγος του δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας. Διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στον ..., όπου φιλοξενούνται τα ενήλικα τέκνα της συζύγου του από τον πρώτο της γάμο, το ένα εκ των οποίων τυγχάνει άνεργο, όπως και ο ενήλικος υιός του αιτούντος.

Επίσης, έχει τη φροντίδα του αδελφού του, ο οποίος έχει ένα ποσοστό αναπηρίας και χρειάζεται τη βοήθεια του. Σχετικά δε με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων του αιτούντος, όπως προκύπτουν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα σημειώματα αποδοχών του, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το έτος 2009 το μηνιαίο του εισόδημα ανερχόταν σε ...

€ περίπου, το έτος 2010 σε ... € περίπου, το έτος 2011 σε ... € περίπου, το έτος 2012 σε ... € περίπου, το έτος 2013 σε ... € περίπου, το έτος 2014 σε ... € περίπου, το έτος 2015 σε ... € περίπου, το έτος 2016 σε ... € περίπου και το ... σε ... € περίπου. Από την προαναφερόμενη αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων του αιτούντος προκύπτει προοδευτική μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων του από το 2010 και εφεξής (ανέρχονταν μέχρι το 2009 σε ...

€ μηνιαίως, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης σε ... € μηνιαίως, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε ... € μηνιαίως και σήμερα σε ... € μηνιαίως), με αποτέλεσμα να μειωθεί σταδιακά η οικονομική δυνατότητα του ίδιου να εξυπηρετεί τα δάνειά του και τελικά αυτός να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους πιστωτές του, αφού τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών του αναγκών, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανειακών συμβάσεων...Με βάση τα προαναφερόμενα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έκανε δεκτή την αίτηση και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντος, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης και πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά την ουσία τους, όπως και η έφεση στο σύνολό της".

Ήδη το αναιρεσείον, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα του άρθρου 560 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθμό 6 του άρθρου τούτου, παραπονούμενο για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τα ουσιώδη ζητήματα των προστατευόμενων μελών της οικογένειας και των βιοτικών αναγκών του πρώτου αναιρεσίβλητου και έλλειψη νόμιμης βάσης.

Οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, διότι έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., διέλαβε ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1389 επ.

και 1486 επ. του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αναφορικά με τα ζητήματα α) του αριθμού των προστατευομένων μελών της οικογένειας και β) του προσδιορισμού των βιοτικών αναγκών του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν και για ποιο λόγο συμπεριλαμβάνονται στα προστατευόμενα μέλη α) τα ενήλικα τέκνα της συζύγου του πρώτου αναιρεσίβλητου από τον πρώτο της γάμο, β) ο ενήλικος γιος του ιδίου, χωρίς να αναφέρονται η ηλικία του και οι λόγοι της αδυναμίας του προς αυτοσυντήρηση, η οποία δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι αυτός είναι άνεργος, ώστε να δικαιούται διατροφής, κατά το άρθρο 1486 § 1 ΑΚ και γ) ο ανάπηρος αδελφός του, χωρίς να αναφέρονται η ηλικία του, το είδος και η βαρύτητα της αναπηρίας του και η επίπτωση αυτής στη δυνατότητά του για ανεύρεση εργασίας, ώστε να δικαιούται διατροφής από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με το άρθρο 1504ΑΚ, ενώ, επιπροσθέτως, ουδόλως προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών του πρώτου αναιρεσίβλητου ούτε και το ποσό κατά το οποίο αυτές (βιοτικές ανάγκες) επιβαρύνονται εξ αιτίας της οικονομικής συνδρομής του στα ως άνω προστατευόμενα μέλη, αλλά ούτε και η συνολική μηνιαία δόση των δανείων του, στοιχεία απαραίτητα, προκειμένου να συναχθεί αν συντρέχει περίπτωση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του.

Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων στην αιτιολογία, είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Κατόπιν των προεκτιθέμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και αναμφίβολο ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερόμενων λόγων της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ).

Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ917/2024, ΑΠ1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ486/2021, ΑΠ897/2020). Επίσης δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" (ΑΠ917/2024, ΑΠ550/2023, ΑΠ930/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ552/2020, ΑΠ507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ