Legislator Case Law & Legislation
447/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment regarding burden of proof for delayed payment claims.

Case Number 447/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court judgment in a civil dispute involving numerous claimants. The State argued the lower court incorrectly applied burden of proof rules regarding delayed payment, but the Court found the lower court had properly accepted the claimants' evidence. Consequently, the Court ruled that the State lost the appeal and must pay the claimants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 183 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof remains on the party claiming a fact, and an appeal based on erroneous application of this rule is inadmissible when the lower court correctly found the claimants' evidence sufficient.

Keywords

AI generated
burden of proof objective weight of evidence civil procedure appeal delayed payment claim Greek Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1), 3 of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 447 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 447/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 292. …, κατοίκου Καρδιτσομαγούλας Καρδίτσας, αρ.ιδ. ΚΠ 447. Οι υπό στοιχ. 1ος, 6η, 11ος, 12ος, 13η, 16ος, 17ος, 19ος, 20η, 21ος, 22η, 23η, 24η, 27ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 36ος, 37η, 38η, 41ος, 42η, 43ος, 44ος, 46η, 47ος, 48ος, 49η, 58ος, 59ος, 60ος, 64η, 66η, 68ος, 69ος, 70ος, 71ος, 73η, 84η, 92ος, 93η, 105ος, 106ος, 107η, 108ος, 109ος, 111ος, 117η, 118ος, 119η, 120ος, 126η, 127ος, 128ος, 130ος, 135ος, 136η, 138η, 139η, 140ος, 142ος, 143ος, 144ος, 146η, 147ος, 148η, 149η, 150η, 151η, 152η, 187ος, 211ος, 212η, 221ος, 222η, 223η, 224η, 225ος, 226η, 233η, 237ος 241ος, 249η, 250η, 273η, 274ος, 279η και 280ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σιαμπαλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του και την από 1-10-2021 προσθήκη επί των προτάσεών του δήλωσε ότι: 1) Ο εκπροσωπούμενος από τον ίδιο υπό στοιχ. 41 των κατατεθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Μ. Γ. του Ν., παρίσταται ως κληρονόμος της αποβιωσάσης Μ. Α., το γένος Α. Α. (αρ.ιδ. ΚΠ 173) και υπό στοιχ. 80 καθών η αναίρεση, δηλώνει το θάνατο της Μ. Α., το γένος Α. Α., τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτή και τη συνέχιση ως κληρονόμου της, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο προσκομιζόμενο πληρεξούσιο της συμβ/φου Καρδίτσας Φωτεινής Ρέππα-Σταύρου.

2) Η εκπροσωπούμενη από τον ίδιο υπό στοιχ. 89 των κατατεθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Α. Β. του Κ., παρίσταται ως κληρονόμος του αποβιώσαντος Α. Κ. του Μ. (αρ.ιδ. ΚΠ 396) και υπό στοιχ. 286 των καθών η αναίρεση, δηλώνει το θάνατο του Α. Κ. του Μ., τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτόν και τη συνέχιση ως κληρονόμου του σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο προσκομιζόμενο πληρεξούσιο της συμβ/φου Καρδίτσας Φωτεινής Ρέππα-Σταύρου.

3) Η εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, υπό στοιχ. 90 των από 20-9-2021 κατατεθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Κ. Σ. του Γ., κάτοικος Μακρυχωρίου Καρδίτσας (αρ.ιδ. ΚΠ 399) είναι η δικαιούχος της επιδικασθείσης αποζημίωσης, ως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του αναφερομένου ακινήτου, όπως αναγράφεται ρητώς στη σελ. 88 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, πλην όμως εσφαλμένα ως διάδικος και καθής η αναίρεση αναφέρεται η Π. Κ. συζ. Γ., υπό στοιχ. 289 καθών η αναίρεση.

4) Εσφαλμένα δηλώθηκε παράσταση κατά τη δήλωση συζήτησης για την Ζ. Ρ. συζ. Β., το γένος Γ. Μ. (αρ.ιδ. ΚΠ4), υπό στοιχ. 2 των κατατεθεισών προτάσεων και της δήλωσης συζήτησης, λόγω μη αναγραφής της ως καθής στην αίτηση αναίρεσης, αν και διάδικος στην αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 53/2019 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Επομένως δηλώνεται ότι δεν παρίσταται, ως μη καθής η αίτηση αναίρεσης, η Ζ. Ρ. συζ. Β., το γένος Γ. Μ..

5) Διορθώνεται το επώνυμο του υπό στοιχ. 68 αναίρεσης και υπό στοιχ. 36 των κατατεθεισών προτάσεων και της δήλωσης συζήτησης, σε "Ν. Ε. του Ι.", κάτοικος Αγίων Θεοδώρων Καρδίτσας (αρ.ιδ. ΚΓΊ 139), αντί του εσφαλμένα αναγραφέντος "Ν. Ε. του Ι.".

6) Ο υπό στοιχ. 31 των καθών η αναίρεση και υπό στοιχ. 19 των κατατεθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Μ. Θ. του Τ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 25207/22-1-2013 πληρεξουσίου της συμβ/φου Καρδίτσας Αθηνάς Μίστρα, παρέχει εντολή προς τον Μ. Γ. του Τ., όπως τον εκπροσωπεί ενώπιον παντός δικαστηρίου και αρχής και δυνάμει αυτού παρασχέθηκε η εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο ως μεταπληρεξούσιος, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο παρόν πληρεξούσιο της συμβ/φου Καρδίτσας Φωτεινής Ρέππα-Σταύρου.

7) Η υπό στοιχ. 35 των κατατεθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Κ. Α. του Π., κάτοικος Προδρόμου Καρδίτσας (αρ.ιδ. ΚΠ 134 και ΚΠ 135) αναφέρεται στο υπό στοιχ. 64, αλλά και υπό στοιχ. 66 των καθών η αναίρεση.

8) Η υπό στοιχ. 42 των κατατειθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Χ. Ε. συζ. Δ., το γένος Χ. Α., κάτοικος Προδρόμου Καρδίτσας (αρ.ιδ. ΚΠ 177 και ΚΠ 181) αναφέρεται στο υπό στοιχ. 84 αλλά και υπό στοιχ. 93 των καθών η αναίρεση.

9) Ο υπό στοιχ. 45 των κατατειθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης, Ν. Θ. του Α., κάτοικος Μυρίνης Καρδίτσας (αρ.ιδ. ΚΠ 235 και ΚΠ 236), αναφέρεται στο υπό στοιχ. 106, αλλά και υπό στοιχ. 241 των καθών η αναίρεση.

10) Η υπο στοιχ. 72 των κατατειθεισών προτάσεων και δήλωσης συζήτησης Π. Ν. συζ. Α. θυγ. Ι. Κ., κάτοικος Καρδίτσας (αρ.ιδ. ΚΠ ΚΠ 347 και ΚΠ 348), αναφέρεται στο υπό στοιχ. 152, αλλά και στο υπό στοιχ. 279 των καθών η αναίρεση.

Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2015 αγωγή αποζημίωσης απωλεσθείσας προσόδου των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.

Εκδόθηκε η 53/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 11-10-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/15-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001).

Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου ο πληρεξούσιος δικηγόρος των κατωτέρω αναφερόμενων αναιρεσίβλητων, Α.

Σ., με την από 20-09-2021 δήλωσή του, του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τις νόμιμα κατατεθείσες από 20-09-2021 προτάσεις του και τη νόμιμα κατατεθείσα από 01-10-2021 προσθήκη επί των προτάσεών του, διευκρίνισε ότι : 1) η 289η των αναιρεσίβλητων εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως Π. Κ. συζ. Γ., ενώ στην πραγματικότητα το όνομά της είναι Σ.

Κ. του Γ., όπως αναγράφεται ρητά στη σελίδα 88 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, 2) εσφαλμένα δήλωσε παράσταση, με την από 20-09-2021 δήλωσή του, για τη Ζ. Ρ. συζ. Β., το γένος Γ. Μ., καθόσον αυτή δεν αναγράφεται ως καθ' ης στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και συνεπώς δεν παρίσταται ως προς αυτή, 3) ο 68ος των αναιρεσίβλητων εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως "Ν.

Ε. του Ι., ενώ το ορθό επώνυμό του είναι "Ν. Ε. του Ι., 4) Η υπ'αριθμ. 35 των κατατεθεισών προτάσεών του και δηλώσεως συζητήσεως, Κ. Α. του Π., αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως υπ' αριθμ. 64, αλλά και ως υπ' αριθμ. 66 των αναιρεσίβλητων, 5) Η υπ'αριθμ. 42 των κατατεθεισών προτάσεών του και δηλώσεως συζητήσεως, Χ. Ε. συζ.

Δ., το γένος Χ. Α., αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως υπ' αριθμ. 84, αλλά και ως υπ' αριθμ. 93 των αναιρεσίβλητων, 6) Ο υπ'αριθμ. 45 των κατατεθεισών προτάσεών του και δηλώσεως συζητήσεως, Ν. Θ. του Α., αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως υπ' αριθμ. 106, αλλά και ως υπ' αριθμ. 241 των αναιρεσίβλητων και 7) Η υπ'αριθμ. 72 των κατατεθεισών προτάσεών του και δηλώσεως συζητήσεως, Π.

Ν. συζ. Α., θυγ. Ι. Κ., αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως υπ' αριθμ. 152, αλλά και ως υπ' αριθμ. 279 των αναιρεσίβλητων.

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Κατά την παρ. 3 εδ. β` του ιδίου άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Περαιτέρω, σύμφωνα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) : "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. ....

Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ.

β` του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001. Η αναφορά στην τελευταία αυτή διάταξη ότι "δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ.", αφορούσε την παρ. 3 εδ. β` του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ , όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, μετά όμως την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδ.

β` του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ και άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (ΑΠ 882/2020, ΑΠ 808/2020). Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 Ν. 4714/2020 (ΦΕΚ Α'148/31-07-2020) ορίζεται ότι: "4. Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα.

Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την από 08-09-2021 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Αρείου Πάγου Ι. Π., την από 29-07-2021 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δήμου Καρδίτσας Γ. Κ., το από 29-07-2021 αποδεικτικό τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου της Δημοτικής Ενότητας Κάμπου, του Δήμου Καρδίτσας, Β. Β. και την από 20-07-2021 βεβαίωση του Γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Καρδίτσας Κ.

Π., που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης, από 11-10-2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού συζητήσεώς της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (01-10-2021) και κλήση προς συζήτηση, τοιχοκολλήθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (08-09-2021), στο κατάστημα του Δικηγορικού Συλλόγου Καρδίτσας (20-07-2021) και στα δημοτικά καταστήματα του Δήμου Καρδίτσας (29-07-2021) και της Δημοτικής Ενότητας Κάμπου, του Δήμου Καρδίτσας (29-07-2021), στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα ακίνητα.

Επίσης, η από 10-09-2021 σχετική ειδοποίηση - κλήση του αναιρεσείοντος, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτήθηκε στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών στις 10-09-2021 και στις 13-09-2021 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την από 10-09-2021 βεβαίωση και από την από 14-09-2021 έκθεση βεβαιώσεως, των αρμοδίων υπαλλήλων Ε.

Χ. και Ι. Γ., αντίστοιχα. Κατά την προκειμένη δικάσιμο (01-10-2021), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι με αύξοντα αριθμό του αναιρετηρίου 2, 3, 4, 5, 7, 8, 9, 10, 14, 15, 18, 25, 26, 33, 34, 35, 39, 40, 45, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 61, 62, 63, 65, 67, 72, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 81, 82, 83, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 110, 112, 113, 114, 115, 116, 121, 122, 123, 124, 125, 129, 131, 132, 133, 134, 137, 141, 145, 153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 163, 164, 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 188, 189, 190, 191, 192, 193, 194, 195, 196, 197, 198, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 206, 207, 208, 209, 210, 213, 214, 215, 216, 217, 218, 219, 220, 227, 228, 229, 230, 231, 232, 234, 235, 236, 238, 239, 240, 242, 243, 244, 245, 246, 247, 248, 251, 252, 253, 254, 255, 256, 257, 258, 259, 260, 261, 262, 263, 264, 265, 266, 267, 268, 269, 270, 271, 272, 275, 276, 277, 278, 281, 282, 283, 284, 285, 287, 288, 290, 291 και 292, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά τη δικονομική απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 4 εδάφ. τελευταίο ν. 2882/2001. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.

περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).

Εξάλλου, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 Κ.Πολ.Δ., αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1144/2019, ΑΠ 1259/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ.1 εδάφ. δ` Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.

Τούτο όμως συμβαίνει, μόνο, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφιο α` Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 324/2019, ΑΠ 988/2018, ΑΠ 644/2014, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 1318/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος Α. Σ., με την από 20-09-2021 δήλωσή του, του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τις νόμιμα κατατεθείσες από 20-09-2021 προτάσεις του και τη νόμιμα κατατεθείσα από 01-10-2021 προσθήκη επί των προτάσεών του, δήλωσε ότι : 1) η 80η αναιρεσίβλητη Μ.

Α.,το γένος Α. Α., έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζει ο εκπροσωπούμενος από τον ίδιο υπ'αριθμ. 41 των κατατεθεισών προτάσεών του και δηλώσεως συζητήσεως, Μ. Γ. του Ν., που παρίσταται ως κληρονόμος της άνω αποβιώσασας και 2) ο 286ος αναιρεσίβλητος Αντώνιος Κωνσταντίνου του Μάρκου, έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζει η εκπροσωπούμενη από τον ίδιο υπ'αριθμ. 89 των κατατεθεισών προτάσεών του και δηλώσεως συζητήσεως, Α.

Β. του Κ., που παρίσταται ως κληρονόμος του άνω αποβιώσαντος. Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση, με γνωστοποίηση προς αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, του θανάτου των ανωτέρω αναιρεσίβλητων πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προηγούμενη νομική σκέψη, είναι έγκυρη και ισχυρή ως δικόγραφο κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά των ανωτέρω υπ' αριθμ. 80ης και 286ου των αναιρεσιβλήτων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νομίμους ως άνω κληρονόμους τους αντίστοιχα, των οποίων άλλωστε η κληρονομική ιδιότητα, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε, αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό, ή κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, αν η συζήτηση για τον τελευταίο διεξαχθεί μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, ή ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός.

Στέρηση της ιδιοκτησίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας, αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτή, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (Ολ. ΑΠ 226/1999, ΑΠ 1266/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατ` άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσης και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα (Ολ. ΑΠ 40/1998, AΠ 264/2020). Συνακόλουθα με την άνω διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενομένη ζημία στη περιουσία του, η μη πλήρης αποκατάσταση της οποίας και η εντεύθεν μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου συνιστά έλλειψη σεβασμού της περιουσίας του.

Κατά συνέπεια επί απαλλοτριώσεως ακινήτου, στην έννοια της κατά το Σύνταγμα πλήρους αποζημίωσης περιλαμβάνεται η αξία του απαλλοτριουμένου, αλλά και η περαιτέρω ζημία του ιδιοκτήτη, η οποία δεν συνδέεται μεν άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, είναι όμως συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας του (Ολ.

ΑΠ 31/2005, Ολ. ΑΠ 8/1999). Επομένως περιλαμβάνεται και η ζημία του ιδιοκτήτη από την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος αστικού ακινήτου του, όταν η απώλεια της τελευταίας είναι συνέπεια της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης του ακινήτου του. Το δικαίωμα όμως του ιδιοκτήτη για αποκατάσταση της ζημίας του από την απώλεια της προσόδου του απαλλοτριωθέντος δεν μπορεί να εκταθεί πέραν από το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, που προϋποθέτει καταβολή στον δικαιούχο της δικαστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης ή νόμιμη κατάθεση αυτής (άρθρα 7 και 8 ν. 2882/2001), οπότε ο ιδιοκτήτης, έχοντας στη διάθεσή του το απαλλοτριωθέν ακίνητό του, ως χρηματικό μέγεθος πλέον, είναι σε θέση με αξιοποίηση του σχετικού χρηματικού ποσού (αγορά άλλου ακινήτου κ.λ.π.) να επιτύχει ανάλογο, προς την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, όφελος.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα της, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, κατάληψης από τον υπέρ ου αυτή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, χωρίς την είσπραξη από τον δικαιούχο της προκατατεθείσας αποζημίωσης (ΑΠ 1368/2005). Ειδικότερα για την περίπτωση αυτή, με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2882/2001 ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων ή προσοδοφόρων ιδιωτικών δασών ή προσοδοφόρων αστικών ακινήτων, που κατελήφθησαν νομίμως μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, όποιος έχει εμπράγματο δικαίωμα επί τούτων δύναται να ζητήσει αποζημίωση από το βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από την κατάληψή του μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης, εφόσον η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στον ίδιο ή σε υπαιτιότητα τρίτου.

Η σχετική αγωγή ασκείται ενώπιον του εφετείου κατά τη διαδικασία του άρθρου 19, χωρίς όμως να αποκλείεται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση υπαιτιότητας τρίτου, η κατ` αυτού αγωγή του δικαιούχου της αποζημίωσης ασκείται κατά την αυτή διαδικασία". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, που έχει τον τίτλο "Τρόποι συντέλεσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης", ορίζεται ότι: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση η δικαστική δαπάνη, η οποία επιδικάζεται κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.

Εάν υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης είναι το Δημόσιο, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται και με την έκδοση χρηματικού εντάλματος πληρωμής υπέρ του δικαστικώς αναγνωρισθέντος ή την έκδοση του γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης σε περίπτωση όπου δεν εκδίδεται χρηματικό ένταλμα". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2882/2001, η οποία θεσπίστηκε κατ' επιταγή του άρθρου 17 παρ. 5 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο έχων εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δικαιούται να αξιώσει με αγωγή στο Εφετείο, κατά τη διαδικασία του άρθρου 19 του ιδίου νόμου, την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, κατά το χρονικό διάστημα από τη νόμιμη κατάληψή του, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία γίνεται με έναν από τους προβλεπόμενους από το ως άνω άρθρο 7 Ν. 2882/2001 τρόπους, μέχρι την είσπραξη της παρακατατεθείσας αποζημιώσεως, εφόσον η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε λόγους που αφορούν τον ίδιο ή σε υπαιτιότητα του τρίτου.

Προϋπόθεση δηλαδή, για την εφαρμογή της άνω διάταξης για τη θεμελίωση αποζημίωσης λόγω απώλειας προσόδου των απαλλοτριουμένων ακινήτων, αποτελεί η συντέλεση της απαλλοτριώσεως και η νόμιμη κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση πριν από την καταβολή της αποζημιώσεως (ΑΠ 1144/2019). Δηλαδή, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, μόνο για το χρόνο από τη, μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, κατάληψη του ακινήτου του μέχρι την είσπραξη της αποζημιώσεως (ΑΠ 833/2020).

Ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 478/2018). Η κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου είναι νόμιμη, όταν προηγήθηκε η συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Η συντέλεση της απαλλοτρίωσης επέρχεται με έναν από τους προβλεπόμενους από το ως άνω άρθρο 7 Ν. 2882/2001 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Ολ. ΑΠ 1108/1981). Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την αξίωση αποζημίωσης κατά το ως άνω άρθρο 25 του ν. 2882/2001, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) απώλεια προσόδου καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων ή προσοδοφόρων ιδιωτικών δασών ή προσοδοφόρων αστικών ακινήτων, κατά το χρονικό διάστημα από τη νόμιμη κατάληψη του ακινήτου, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης και 2) η καθυστέρηση της είσπραξης της αποζημίωσης να μην οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στον έχοντα εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριοθέντος ακινήτου, ή σε υπαιτιότητα τρίτου.

Δεν απαιτείται υπαιτιότητα του βαρυνόμενου με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης, στην καθυστέρηση της είσπραξης, για τη θεμελίωση της αποζημιωτικής του ευθύνης, απαλλάσσεται όμως από την ευθύνη αυτή, όταν η καθυστέρηση της είσπραξης της αποζημίωσης οφείλεται σε λόγους, που ανάγονται στον έχοντα εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριοθέντος ακινήτου και δικαιούχο της αποζημίωσης, ή σε υπαιτιότητα τρίτου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 53/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1078535/5118/0010/31.7.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 379/26.8.2008, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του Αυτοκινητόδρομου Κεντρικής Ελλάδας (Ε65) στο τμήμα Χ.Θ. 77+723 έως Χ.Θ. 92+225, που βρίσκεται στην περιφέρεια των πρώην Δ.Δ.

και νυν Τ.Κ. Αγίων Θεοδώρων, Προδρόμου, Μυρίνης και Μακρυχωρίου του Δήμου Κάμπου και πρώην Δ.Δ. και νυν Δ.Κ. Καρδιτσομαγούλας του Δήμου Καρδίτσας της ΠΕ Καρδίτσας Περιφέρειας Θεσσαλίας και εικονίζεται σε κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα από Ιουνίου 2007 (1η έκδοση), Σεπτεμβρίου 2007 (2η έκδοση), Νοεμβρίου 2007 (3η έκδοση), Ιανουαρίου 2008 (4η έκδοση) και Μαρτίου 2008 (5η έκδοση) και με αριθμούς σχεδίων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16 και 17 κτηματολογικά διαγράμματα και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ΕΥΔΕ/ΟΛΠ του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τα οποία είχε συντάξει ο Δ.

Τ. στις 28.6.2008 και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. στις 25.6.2008. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (και των παρόδιων ιδιοκτητών) με ανάδοχο -εργολάβο εταιρία για την εκτέλεση του έργου την εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε.". Δυνάμει της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την υπ' αριθμ. 704/2009 αίτησή του για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα αναγκαστικά απαλλοτριούμενα ακίνητα, που βρίσκονται στην παραπάνω απαλλοτριωτέα έκταση, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, και τα ακίνητα, ιδιοκτησίας των αιτούντων.

Επί της ως άνω αίτησης και της ανταίτησης που άσκησαν οι αιτούντες εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 374/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο με την υπ' αριθμ. 465/2011 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Λάρισας αιτήθηκε το καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και επ' αυτής εκδόθυηκε η υπ' αριθμ. 548/2014 απόφαση.

Πριν την έκδοση της ως άνω απόφασης του Εφετείου Λάρισας, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην παρακατάθεση της αποζημίωσης, που είχε ορίσει η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 374/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η δε σχετική ειδοποίηση με αριθμό Δ12α/Φ3ΚΑΡ/ο/7245 του Υφυπουργού Υ.ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ.

της παρακατάθεσης αποζημιώσεων δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 265/13.10.2011 τ.ΑΑΠ. Η ως άνω παρακατάθεση επέφερε τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατ' άρθρο 7 παρ. 1 του ΚΑΑΑ. Ωστόσο, οι αιτούντες εισέπραξαν την παραπάνω αποζημίωση, χωρίς δική τους υπαιτιότητα ή υπαιτιότητα τρίτου, τον Οκτώβριο του 2012, όταν εκδόθηκαν τα ατομικά εντάλματα πληρωμής.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επειδή η ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση έπρεπε να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, λόγω των πιέσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση για ολοκλήρωση των κεντρικής σημασίας οδικών αξόνων, με την υπ' αριθ. ΔΙ2/0/46556/3-12-2008 απόφαση Επίταξης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., αποφασίστηκε η επίταξη για ένα έτος (από 3-12-2008 έως 3-12-2009) των καλλιεργούμενων και απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων, με αποτέλεσμα οι αιτούντες να παραδώσουν από τον Μάρτιο του 2009 και να εισέλθουν σ' αυτά τα εντεταλμένα όργανα αρχικά της αναδόχου εργολάβου εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" και εν συνεχεία του Ελληνικού Δημοσίου ή των αναδοχών εταιριών αυτού, να προβούν σε πράξεις χάραξης, κατάτμησης, επίχωσης, αφαίρεσης χωμάτων.

Για την παραπάνω νόμιμη κατάληψη των ακινήτων τους οι αιτούντες έλαβαν για το έτος 2009 ως αποζημίωση ηρτημένης εσοδείας το ποσό των 300 ευρώ ανά στρέμμα για καλλιέργεια σίτου, το ποσό των 600 ευρώ για την καλλιέργεια καλαμποκιού, το ποσό των 700 ευρώ για την καλλιέργεια βαμβακιού και το ποσό των 800 ευρώ για την καλλιέργεια τριφυλλιού και 1.000 ευρώ ανά στρέμμα για καλλιέργεια κηπευτικών προϊόντων.

Εν συνεχεία, η ως άνω επίταξη παρατάθηκε με την υπ' αριθμ. Δ12/0/45477/ 15.12.2009 απόφαση επίταξης μέχρι 3.12.2010 και ακολούθως με την υπ'αριθμ.Δ12/οικ./41757/10-12-2010 απόφαση επίταξης μέχρι 3.12.2011. Μολονότι όμως οι αιτούντες εξακολουθούσαν να στερούνται την κατοχή και χρήση των απαλλοτριούμενων τμημάτων των ακινήτων τους τον Οκτώβριο του 2011 (που συντελέστηκε η απαλλοτρίωση) μέχρι Οκτώβριο του 2012 (που τελικά καταβλήθηκε η αποζημίωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), ήτοι για την καλλιεργητική περίοδο 2011- 2012, καθώς ενώ είχε δημοσιευτεί στο ΦΕΚ η παρακατάθεση της αποζημίωσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν είχαν εκδοθεί τα ατομικά εντάλματα πληρωμής, οι αιτούντες απώλεσαν την πρόσοδο των ακινήτων τους για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου δικαιούται να αποζημιωθούν.

Η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, θεωρείται από τις πλέον ανεπτυγμένες στο Θεσσαλικό κάμπο, όλοι δε οι αγροί είναι καλλιεργήσιμοι, ποτιστικοί, ιδιαίτερα εύφοροι και ιδανικοί για καλλιέργεια...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε ως νόμιμη και ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, [με την οποία ζήτησαν, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2882/2001, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε καθένα από αυτούς αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο των καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων τους, για το χρονικό διάστημα από τη νόμιμη κατάληψή τους, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης, γιατί η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφειλόταν σε λόγους που ανάγονται στους ίδιους ή σε υπαιτιότητα τρίτου] και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, να καταβάλει τα ειδικότερα σε αυτή αναφερόμενα ποσά σε καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ως αποζημίωση, λόγω απώλειας προσόδου των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, για την καλλιεργητική περίοδο 2011- 2012, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 του ν. 2882/2001.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 53/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο αυτό, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 και 25 του ν. 2882/2001, θεωρώντας ότι για την είσπραξη της αποζημίωσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υπάρχει υποχρέωση του Δημοσίου για την έκδοση ατομικών ενταλμάτων πληρωμής και για το λόγο αυτό υποχρέωσε το Δημόσιο σε καταβολή αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους για απώλεια προσόδου.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 και 25 του ν 2882/2001, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.

Ειδικότερα το Εφετείο, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως δέχθηκε : α) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην παρακατάθεση της αποζημίωσης, που είχε ορίσει η υπ' αριθμ. 374/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η σχετική ειδοποίηση δημοσιεύτηκε στις 13-10-2011 στο ΦΕΚ 265/13.10.2011 τευχ.

ΑΑΠ, β) ότι η ως άνω παρακατάθεση επέφερε τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, κατ' άρθρο 7 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, γ) ότι ωστόσο, οι αιτούντες εισέπραξαν την παραπάνω αποζημίωση, τον Οκτώβριο του 2012, όταν εκδόθηκαν τα ατομικά εντάλματα πληρωμής, δ) ότι η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα ή υπαιτιότητα τρίτου, ε) ότι οι αιτούντες στερήθηκαν την κατοχή και χρήση των απαλλοτριούμενων τμημάτων των ακινήτων τους από τον Οκτώβριο του 2011 (που συντελέστηκε η απαλλοτρίωση) μέχρι τον Οκτώβριο του 2012 (που τελικά καταβλήθηκε η αποζημίωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), ήτοι για την καλλιεργητική περίοδο 2011- 2012, καθώς ενώ είχε δημοσιευτεί στο ΦΕΚ η παρακατάθεση της αποζημίωσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν είχαν εκδοθεί τα ατομικά εντάλματα πληρωμής και στ) ότι οι αιτούντες απώλεσαν την πρόσοδο των ακινήτων τους για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου δικαιούται να αποζημιωθούν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 και 25 του ν 2882/2001, καθόσον, με βάση τις προεκτιθέμενες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια των διατάξεων αυτών αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται της προβλεπομένης από το άρθρο 25 του ΚΑΑΑ αποζημιώσεως, λόγω απώλειας προσόδου των καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων τους, κατά το χρονικό διάστημα από τη νόμιμη κατάληψή τους, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης.

Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, θεωρώντας ότι για την είσπραξη της αποζημίωσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υπάρχει υποχρέωση του Δημοσίου για την έκδοση ατομικών ενταλμάτων πληρωμής και για το λόγο αυτό υποχρέωσε το αναιρεσείον σε καταβολή αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους για απώλεια προσόδου, είναι αβάσιμη ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή και ειδικότερα δεν δέχεται το Εφετείο ότι υπάρχει υποχρέωση του Δημοσίου για την έκδοση ατομικών ενταλμάτων πληρωμής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, αλλά δέχεται ότι, αν και είχε δημοσιευτεί στο ΦΕΚ η παρακατάθεση της αποζημίωσης (13-10-2011) οι αναιρεσίβλητοι, την εισέπραξαν τον Οκτώβριο του 2012, όταν εκδόθηκαν τα ατομικά εντάλματα πληρωμής, ήτοι αναφέρει ότι η καθυστερημένη είσπραξη έγινε τον Οκτώβριο του 2012, διότι τότε εκδόθηκαν τα ατομικά εντάλματα πληρωμής, την έκδοση των οποίων όμως, όπως σαφώς προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της, δεν την ανάγει, ούτε την αποδίδει σε υποχρέωση και ευθύνη του αναιρεσείοντος, αλλά τη μνημονεύει ως αιτία της καθυστερημένης είσπραξης και για να αιτιολογήσει την παραδοχή της ότι αυτή δεν οφείλεται σε λόγους που αφορούν τους αναιρεσίβλητους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των άνω διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το ανωτέρω σαφές αποδεικτικό της πόρισμα.

Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας του να προσδιορίζεται ο υπόχρεος για την έκδοση των ατομικών ενταλμάτων πληρωμής, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, γεννάται ευθύνη του βαρυνόμενου με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης να αποζημιώσει τους δικαιούχους για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου τους, από τη νόμιμη κατάληψή του μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης, από την οποία (ευθύνη) ο ως άνω βαρυνόμενος απαλλάσσεται μόνο εφόσον η καθυστέρηση της είσπραξης οφείλεται σε λόγους, που ανάγονται στους ίδιους τους δικαιούχους ή σε υπαιτιότητα τρίτου και στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στους αναιρεσίβλητους, ούτε και σε υπαιτιότητα τρίτου και επομένως, αφού δεν έγινε δεκτός κανένας από τους ανωτέρω νόμιμους λόγους άρσης της ευθύνης του αναιρεσείοντος, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου προς αποζημίωση των αναιρεσίβλητων για την απωλεσθείσα πρόσοδο των ακινήτων τους, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν υπόχρεος για την έκδοση των ατομικών ενταλμάτων πληρωμής, δεδομένου άλλωστε ότι το αναιρεσείον δεν προέβαλε σαφή και συγκεκριμένο ισχυρισμό περί υπαιτιότητας τρίτου για την καθυστέρηση της είσπραξης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο να αναφέρει περιστατικά, που αφορούν τους λόγους για την καθυστέρηση της είσπραξης της αποζημίωσης, καθόσον, αφού ρητά διαλαμβάνει την αναγκαία προϋπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του ΚΑΑΑ, για τη γέννηση της αποζημιωτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, που είναι ότι η καθυστέρηση αυτή δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στους δικαιούχους - αναιρεσίβλητους, ούτε και σε υπαιτιότητα τρίτου, θεμελιώνεται η ευθύνη και υποχρέωση του τελευταίου (αναιρεσείοντος) προς αποζημίωση των αναιρεσίβλητων, όπως με σαφήνεια και επάρκεια των σχετικών αιτιολογιών, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, το Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του ότι η καθυστέρηση στην είσπραξη δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στους αναιρεσίβλητους, δεχόμενο ότι αυτοί εισέπραξαν καθυστερημένα τον Οκτώβριο του 2012 την αποζημίωση, διότι τότε εκδόθηκαν τα ατομικά εντάλματα πληρωμής, η έκδοση των οποίων αναμφισβήτητα δεν ανάγεται στους ίδιους, ούτε άλλωστε το αναιρεσείον προέβαλε ισχυρισμό περί υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων στην καθυστέρηση της είσπραξης.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, απαραδέκτως προβάλλονται, (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και ανάλυση των αποδείξεων και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, επί των οποίων αυτό στήριξε το άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης". Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση.

Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1710/2012). Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1693/2017, ΑΠ 692/2017).

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός (ΑΠ 1693/2017, ΑΠ 778/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 13 του Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης δηλαδή εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο απάλλαξε τους αναιρεσίβλητους από το βάρος αποδείξεως της ελλείψεως υπαιτιότητάς τους ως προς την καθυστέρηση της είσπραξης της αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έκανε δεκτή (εν μέρει) την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, γιατί δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τις αποδείξεις, που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, αποδείχθηκε πλήρως ο αγωγικός ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων ότι η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα, έκρινε δηλαδή ότι αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά ως προς τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό τους και δεν αντέστρεψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, ενώ άλλωστε το αναιρεσείον δεν προέβαλε κανένα αντίθετο ισχυρισμό και ειδικότερα ουδόλως ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση της είσπραξης ανάγεται στους αναιρεσίβλητους και οφείλεται σε υπαιτιότητά τους.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν. ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 11.10.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/15-10-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. -

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ