Supreme Court partially allows appeal, overturns seizure order, and remands for final judgment on remaining assets.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Chamber of the Thessaloniki Court of Appeal, overturning the erroneous order regarding the seizure of assets under item S'. While the court upheld the appeal against the initial seizure, it found no legal ground for remanding the case to the Court of Appeal for a full retrial. Consequently, the court directly issued a final judgment to recall only the specific seizure orders under items D and E and ordered the return of the appeal bond.
Legislator headnote
AI generatedArticles 74, 80(3), 558 of the Code of Civil Procedure; When no legal ground exists for a retrial by the court of first instance after a partial annulment, the Supreme Court may issue a final judgment directly to correct the operative part of the annulled decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 444 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 444/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Ε. Κ. Α. Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Α. Ε. - Ε. Η. Κ. Η. Υ.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα.
Απευθυνόμενη προς: 1) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "A. B. B. A..E..", που ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "V. H. A..E..", που εδρεύει στo Μαρούσι Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις προφορικά ασκηθείσες στο ακροατήριο πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2294/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 602/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 802/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1544/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ. 3 και 558 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει όμως να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου (Α.Π.984/2018, Α.Π. 711/2015, Α.Π.914/2015).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 1-10-2014 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσιας δικαιοδοσίας), η αναιρεσίβλητη ως σύνδικος της πτώχευσης της εταιρείας "Γ. Α..Ε.." εξέθεσε ότι μέρος της πτωχευτικής περιουσίας της ως άνω πτωχής εταιρείας αποτελούν και οι απαιτήσεις που διατηρεί σε βάρος των αναφερόμενων στην αγωγή οφειλετών της, στους οποίους η εναγομένη εντός της ύποπτης περιόδου επέδωσε τα αναφερόμενα κατασχετήρια, με τα οποία επέβαλε κατάσχεση στα χέρια τους, ως τρίτων, επί κάθε χρηματικής απαίτησης της πτωχής εταιρίας μέχρι των αναφερόμενων ποσών.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και ισχυριζόμενη (η ενάγουσα) ότι οι ως άνω κατασχέσεις συνιστούν πράξεις που υπόκεινται σε ανάκληση και επικαλούμενη γνώση της εναγομένης κατά το χρόνο της επιβολής τους αναφορικά, αφενός μεν με την παύση των πληρωμών της πτωχής, αφετέρου δε με τη ζημία που προξενείται στην ομάδα των πιστωτών από τις κατασχέσεις αυτές, διότι η υπόλοιπη πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών, ζήτησε να ανακληθούν οι ανωτέρω κατασχέσεις εις χείρας τρίτων που επέβαλε η εναγομένη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2294/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού συνεκδίκασε την αγωγή με τις ασκηθείσες υπέρ της ενάγουσας πρόσθετες παρεμβάσεις απέρριψε την αγωγή και τις πρόσθετες παρεμβάσεις. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 802/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την έφεση με τις ασκηθείσες υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας πρόσθετες παρεμβάσεις, δέχθηκε αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και ανακάλεσε τις αναφερόμενες πράξεις εκτέλεσης.
Στη συνέχεια, κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου, η αναιρείουσα - εναγομένη άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ.602/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Μετά την κατά παραπομπή εκδίκαση της έφεσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ'αριθ.1544/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την έφεση με τις ασκηθείσες υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας πρόσθετες παρεμβάσεις, δέχθηκε αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ανακάλεσε τις αναφερόμενες πράξεις εκτέλεσης.
Η κρινόμενη από 9-12-2021 αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ, σε συνδ. με άρθρο 55 παρ.1 του Πτωχ.Κ.) είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Σημειώνεται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά των ανώνυμων εταιρειών α) "A.
B. B. A..E.." και β) "V. H. A..E..", οι οποίες είχαν ασκήσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά, κατ' άρθρο 54 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) και 80 ΚΠολΔ, πρόσθετες, υπέρ της συνδίκου της πτώχευσης - εκκαλούσας - ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, παρεμβάσεις, χωρίς όμως να αναλάβουν τη δίκη αντί της συνδίκου και συνεπώς, εφόσον δεν έχουν καταστεί κύριοι διάδικοι, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν έπρεπε να στρέφεται και κατ' αυτών (άρθρο 769 παρ. 2 σε συνδ. 762 ΚΠολΔ).
Πλην όμως, η απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης εκτιμάται ως κλήση αυτών στην προκειμένη δίκη. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, παραστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "V.
H. A..E..", και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά της έξοδα, ενώ, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "A. B. B. A..E.." δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όμως, από την υπ' αριθ. 6933/27-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι.
Χ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25-9-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 9/12/2021 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω εταιρεία.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού (Α.Π.1214/2014, Α.Π.1508/2011), ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας", κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ.
β' και δ' του τελευταίου αυτού νόμου, καθώς και μετά την έναρξη ισχύος του Ν.4738/2020, κατά τις διατάξεις του άρθρου 265 παρ.1 του τελευταίου αυτού νόμου, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του Πτωχ.Κ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: 1) Η κήρυξη της πτώχευσης. 2) Η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη. Η "πράξη" πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων. Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λπ.
Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας. Ως "πράξεις" μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ρητά διευκρινίζεται στο άρθρο 48 παρ. 4 του Πτωχ.Κ, κατά το οποίο "η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης", ανακλητέες μπορούν να είναι και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και, ειδικότερα, η σχετική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, μέσω της οποίας ο τρίτος επιδιώκει να ικανοποιηθεί ή να αποκτήσει κάποια ασφάλεια.
Η ανακλητέα πράξη δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από τον οφειλέτη ή να συμμετέχει και αυτός στη διενέργειά της, αλλά μπορεί να πρόκειται για πράξη του καθ' ου η ανάκληση, όπως συμβαίνει όταν, κατά τα προαναφερόμενα, ο τελευταίος επιδιώκει να ικανοποιηθεί μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης. Η περίπτωση της απόκτησης τίτλου εκτελεστού ή του πράγματος μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά συμπαιγνία οφειλέτη και αντισυμβαλλομένου, ελέγχεται κατά τις γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 41 έως 44 του ΠτωχΚ, χωρίς η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 48 του Κώδικα αυτού να θεμελιώνει αυτοτελή λόγο ανάκλησης. 3) Οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης. 4) Η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε.
Ως ζημία των πιστωτών που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι.
Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λπ. μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ.
μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα.
Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την "πράξη". Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία. Η πράξη, για να έχει ανακλητικό ενδιαφέρον, αφενός μεν, θα πρέπει, όπως είναι, άλλωστε, αυτονόητο, να έχει περιουσιακό ενδιαφέρον, αφετέρου δε, να αφορά σε στοιχεία, τα οποία, αν δεν είχε λάβει χώρα η πράξη, θα αποτελούσαν τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας και 5) Ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια.
Συγκεκριμένα, για να επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η "πράξη" όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της "πράξης" να επιφέρει τη ζημία που ο νόμος θέλει να αποτρέψει (Α.Π.984/2018, Α.Π.602/2018, Α.Π.876/2017).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 Πτωχ.Κ, κατά την οποία "κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διάρκεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών", αναφέρονται, κατά τρόπο γενικό και ενδεικτικό, σε αντίθεση με εκείνες του άρθρου 42 Πτωχ.Κ. ("πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης"), οι πράξεις "δυνητικής ανάκλησης", δηλαδή αυτές που δεν είναι υποχρεωτικά ανακλητές.
Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό, οι προϋποθέσεις για τη δυνητική ανάκληση είναι: 1) Η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς πράξης ή πληρωμής ληξιπρόθεσμου χρέους. Σε ανάκληση υπόκεινται όχι μόνο οι εκούσιες πληρωμές του μετέπειτα πτωχού αλλά και αυτές που επιβάλλονται με δικαστική απόφαση, καθώς και οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως έχει προεκτεθεί. 2) Η διενέργεια της ανακλητέας πράξης μέσα στην ύποπτη περίοδο. 3) Η γνώση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου ή του πιστωτή που εξοφλείται της παύσης των πληρωμών του οφειλέτη.
Σε αντίθεση με τις πράξεις του άρθρου 42, οι τελευταίοι πρέπει να γνωρίζουν(όχι απλώς να οφείλουν να γνωρίζουν), κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης και, ειδικότερα, το αργότερο κατά το χρόνο επέλευσης των έννομων συνεπειών της, ότι ο οφειλέτης, κατά τη διάρκεια αυτής, βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, χωρίς να απαιτείται και γνώση της συγκεκριμένης βλάβης των πιστωτών.
Η γνώση αυτή θα πρέπει να είναι αντικειμενική, προσωπική και ακριβής. Αντικειμενική είναι η γνώση, όταν αναφέρεται στο γεγονός της παύσης των πληρωμών, όπως η έννοια προσδιορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ΠτωχΚ, προσωπική, όταν συντρέχει στο πρόσωπο του ίδιου του τρίτου και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στο πρόσωπο του νόμιμου εκπροσώπου του και ακριβής, όταν ο τρίτος γνωρίζει όλα εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παύση των πληρωμών και 4) Ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης, όπως αναλύθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, με τη διαφοροποίηση ότι εδώ ο σύνδικος πρέπει να αποδείξει τη ζημία (ΑΠ 1636/2022).
Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης (ανακλητικής αγωγής) είναι, κατά τη διάταξη του άρθρ. 48 παρ. 1 Πτωχ.Κ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (άρθρ. 4 παρ. 1-2 και 53), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 54 παρ. 1).
Στην άσκηση της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ο σύνδικος και όχι ο πιστωτής (άρθρο 48 παρ. 2). Περαιτέρω, τα άρθρα 49 και 50 του Πτωχ.Κ προσδιορίζουν τα αποτελέσματα της διατασσόμενης ανάκλησης. Αυτές καθ' εαυτές οι συνέπειες της ανάκλησης, ήτοι η δημιουργία ενοχικής αξίωσης προς επαναμεταβίβαση στην πτωχευτική περιουσία του περιουσιακού στοιχείου που αποκτήθηκε με την ανακαλούμενη πράξη κ.λπ., δεν αποτελούν θέμα ιδιαίτερου αιτήματος της αγωγής ή της απόφασης, αλλά του ίδιου του νόμου που ρητά τις προβλέπει ως συνέπειες, απλώς, μόνης της απόφασης για την ανάκληση, ανεξάρτητα, βέβαια, από το γεγονός ότι η ανακλητική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει αίτημα για καταδίκη του καθ' ου η ανάκληση σε "επαναμεταβίβαση" του ληφθέντος κ.λπ.
Ειδικότερα, αν η ανακλητέα πράξη, που μέσω αυτής είχε εξέλθει από την περιουσία του οφειλέτη η επίμαχη παροχή, είναι πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (π.χ. κατάσχεση εκ μέρους του δανειστή του οφειλέτη), σύμφωνα με την ενοχική θεωρία, ο σύνδικος έχει αξίωση κατά του πιστωτή να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του, έστω και αν θα παρεχόταν στον σύνδικο δικαίωμα ανακοπής, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ώστε να ανατραπεί η πράξη εκτέλεσης (ΑΠ 984/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία. Κατά το άρθρο 984 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο.
Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 354/2010), έχει ως έννομη συνέπεια, αν πρόκειται για κατασχεμένες χρηματικές απαιτήσεις, την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθ' ου η εκτέλεση, ενώ, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθ' ου η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.
Τυχόν διάθεση απ' αυτόν του κατασχεμένου απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρ. 175 ΑΚ) για τον κατασχόντα. Είναι ευνόητο ότι, όταν αντικείμενο της κατάσχεσης (που συνεπάγεται την πιο πάνω νομική δέσμευση) είναι απαιτήσεις (άρθρο 982 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ), η διάταξη καλύπτει κυρίως την απαγόρευση της εκχώρησης (άρθρο 455 επ.
ΑΚ) και της ενεχυρίασης της απαίτησης (άρθρο 1248 ίδιου Κώδικα). Κρίσιμος χρόνος για την επέλευση των εν λόγω συνεπειών ως προς τον καθ' ου η εκτέλεση και τον τρίτο είναι η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Κατά δε το άρθρο 985 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, ενώ κατά το άρθρο 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση.
Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα (Α.Π.Ολ.3/1993, Α.Π.984/2018, Α.Π.602/2018, Α.Π.360/2017, Α.Π.1764/ 2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 3.4.2013... αίτησή της για κήρυξη πτώχευσης, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Δ.
Ε. Κ. Α. Ε." - εδώ εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) - στρεφόμενη κατά της εδρεύουσας στο Δήμο Εχεδώρου Νομού Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Α. Ε. - Ε. Η. και Η. Υ." και τον διακριτικό τίτλο "Γ. Α..Ε..", ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την τελευταία, κατά το χρονικό διάστημα από 2.7.2012 έως 7.12.2012, της πώλησε διαδοχικά εμπορεύματα ηλεκτρολογικού υλικού, χάριν δε καταβολής του τιμήματος των πωληθέντων προϊόντων, η αγοράστρια καθ' ης η αίτηση εξέδωσε σε διαταγή της επτά (7) μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 1.589.109,59 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν όταν εμφανίστηκαν στις 3.1.2013, 10.1.2013, 10.1.2013, 14.2.2013, 14.2.2013, 14.2.2013 και 11.2.2013, αντιστοίχως προς πληρωμή.
Ότι, επειδή η αδυναμία της καθ' ης να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της έχει προσλάβει γενικό και μόνιμο χαρακτήρα, ζήτησε να κηρυχθεί η τελευταία σε κατάσταση πτώχευσης. Το ανωτέρω δικαστήριο με την 21627/22.10.2013 απόφασή του, δεχόμενο την αίτηση ως ουσία βάσιμη, κήρυξε την καθ' ης σε κατάσταση πτώχευσης, όρισε δε χρόνο παύσης πληρωμών την 1.12.2012.
Σύνδικος της πτώχευσης, δυνάμει της 7228/2014 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου και κατόπιν διαδοχικών αποποιήσεων των διορισθέντων συνδίκων, διορίστηκε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ε. Χ...., εδώ ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι κατά την ύποπτη περίοδο, εκτεινόμενη από την 1.12.2012 (χρόνος παύσης πληρωμών) έως την 22.10.2013 (χρόνος δημοσίευσης της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση) η εναγομένη ανώνυμη εταιρία επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση α) της υπ' αριθμ. 1436/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η μετέπειτα πτωχή εταιρία "Γ.
Α..Ε.." να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 852.154,60 ευρώ, πλέον δικαστικών τόκων και εξόδων, κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας συντάχθηκε η από 25.1.2013 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία στις 25.1.2013, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει το συνολικό ποσό των 874.164,79 ευρώ και β) της υπ' αριθμ. 417/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία υποχρεώθηκε η ως άνω εταιρία "Γ.
Α..Ε.." να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 258.654,87 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας συντάχθηκε η από 20.5.2013 επιταγή προς πληρωμή, που κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία στις 23.5.2013, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει το συνολικό ποσό των 272.000 ευρώ.
Ακολούθως, η εναγομένη, συνεχίζοντας τις προσπάθειες ικανοποίησης των απαιτήσεών της κατά της "Γ. Α..Ε..", προέβη σε κατασχέσεις στα χέρια των οφειλετών της, ως τρίτων, εντός της ύποπτης περιόδου και ειδικότερα: Α. Στις 6.2.2013 κοινοποίησε: 1) στην εδρεύουσα στη Ρόδο ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Σ. και ΣΙΑ ΟΕ", 2) στην εδρεύουσα στη Ρόδο ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Μ.
Σ. και ΣΙΑ ΕΕ", 3) στην εδρεύουσα στα …εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Π. Ε. Π. Ε.", 4) στην εδρεύουσα στη Σκύδρα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Β. Ν. Α. Ε. Ε. ηλεκτρολογικών και άλλων υλικών", 5) στην εδρεύουσα στη …ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Π. Ν.. Ι. και ΣΙΑ Ο.Ε.", 6) στην εδρεύουσα στην …ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ.
Μ.. και Σ. Ο..Ε..", 7) στην εδρεύουσα στην ……και 26) …..ανώνυμη εταιρία - Εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού", το από 31.1.2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Β. Στις 8.2.2013 κοινοποίησε: 1) στην εδρεύουσα στη ….. εταιρία περιορισμένης ευθύνης", 2) στην εδρεύουσα……., 3) στην εδρεύουσα στον ….ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.
Μ. ανώνυμος εμπορική και βιομηχανική εταιρία ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών τεχνική εταιρία", 4) στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.." και 5) στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε..", το από 31.1.2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Γ. Στις 6.3.2013 κοινοποίησε στην εδρεύουσα στο … ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Π. - Ε. Η. Υ. Α. Ε." το από 1.3.2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Δ. Στις 9.4.2013 κοινοποίησε: 1) στον ….και 2) στον….., το από 26.3.2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, Ε.
Στις 9.4.2013 κοινοποίησε εκ νέου: 1) στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.." και 2) στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε.." το από 31.1.2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτών, ως τρίτων, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 874.164,79 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και ΣΤ.
Στις 11.10.2013 κοινοποίησε στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης το από 8.10.2013 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, κατάσχεση μέχρι του ποσού των 1.208.000 ευρώ. Οι εκ των καθ' ων οι ανωτέρω κατασχέσεις: 1) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Ν. Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας Η. Υ. Σ.. Ν. Α.Ε." προέβη στην από 8.2.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "Γ.
Α..Ε..", ποσού 25.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη στις 7.3.2013, 2) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Η. Σ. Ε. Π. Ε. προέβη στην από 8.2.2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας, 3) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Δ.. Α. Α." προέβη στην από 7.2.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "Γ.
Α..Ε..", ποσού 745,55 ευρώ, 4) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Π.. Π. Μ. Ε. Π. Ε." προέβη στην από 6.2.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βεροίας, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "Γ. Α..Ε..", ποσού 9.374,73 ευρώ, 5) η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Μ.. Μ. και Σ.
Ο." προέβη στην από 7.2.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "Γ. Α..Ε..", ποσού 977,30 ευρώ, 6) η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. - Π. και Σ. Ο..Ε.." προέβη στην από 8.2.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σύρου, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει απαίτηση της "Γ.
Α..Ε..", ποσού 178,11 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη την 1.3.2013, 7) η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Π. Η. εταιρία περιορισμένης ευθύνης" προέβη στην από 8.2.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "Γ. Α..Ε..", ποσού 16.159,74 ευρώ, 8) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Π. - Ε.
Η. Υ. Α. Ε." προέβη στην από 12.3.2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, 9) ο Δ. Π. του Κ. προέβη στην από 10.4.2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου…, 10) ο Α. Ζ. του Δ. προέβη στην από 10.4.2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, 11) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ.
Π. Α..Ε.." προέβη στην από 12.4.2013 καταφατική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθήνας, στην οποία αναφέρει ότι υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση της "Γ. Α..Ε.." ποσού 0,31 ευρώ, ποσού 340 ευρώ και ποσού 84,19 ευρώ, αντιστοίχως, που απορρέουν από τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρεί στην άνω τράπεζα η "Γ. Α..Ε..", τα οποία δεσμεύθηκαν, όπως και οι τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις της τελευταίας και 12) η Δ.Ο.Υ.
ΦΑΕ Θεσσαλονίκης προέβη στην από 15.10.2013 αρνητική δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη δε το από 8.10.2013 κατασχετήριο που επιδόθηκε στην άνω Υπηρεσία ακυρώθηκε με την 11192/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, παραιτείται του αιτήματος της ανάκλησης της υπόψη κατάσχεσης.
Οι ανωτέρω πράξεις κατάσχεσης στα χέρια τρίτων που επέβαλε η εναγομένη κατά την ύποπτη περίοδο επί απαιτήσεων της οφειλέτριάς της, μετέπειτα πτωχής (Γ. Α.), προς τρίτους οφειλέτες της, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι δεκτικές ανάκλησης από την ενάγουσα σύνδικο της πτώχευσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 43 του ΠτΚ και ειδικότερα, εφόσον έχουν επιφέρει ζημία στους πιστωτές της πτωχής και επιπλέον ότι η εναγομένη κατά τη διενέργεια των πράξεων αυτών γνώριζε ότι η τελευταία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης πληρωμών.
Η γνώση αυτή της εναγομένης πρέπει να είναι α) αντικειμενική, να αναφέρεται δηλαδή στο γεγονός της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της Γ. Α. να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, β) προσωπική, να συντρέχει δηλαδή η γνώση στο πρόσωπο της ιδίας (εναγομένης) και γ) ακριβής, που συντρέχει όταν η εναγομένη γνωρίζει ότι η …ΑΕ δεν πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της και ότι δεν υπάρχει προοπτική στο άμεσο μέλλον να βρει τα απαραίτητα προς το σκοπό αυτό χρηματικά διαθέσιμα, χωρίς να αρκεί η γνώση ότι η Γ.
Α. βρίσκεται γενικά σε οικονομική αδυναμία ή σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή ότι εκποιεί περιουσιακά της στοιχεία ή ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή θα την περιαγάγει σε κατάσταση παύσης πληρωμών. Δεν αρκεί, δηλαδή, η κατά προσέγγιση γνώση της παύσης των πληρωμών. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη (…), κατά το χρόνο που επέβαλε τις υπό στοιχεία Δ, Ε και ΣΤ κατασχέσεις απαιτήσεων της Γ.
Α. στα χέρια των προαναφερόμενων οφειλετών της τελευταίας, ήτοι στις 9.4.2013, 9.4.2013, 11.10.2013 αντίστοιχα, όταν κοινοποίησε στις άνω οφειλέτριες της Γ. Α. αντίστοιχα τα από 26.3.2013, 31.1.2013 και 8.10.2013 κατασχετήρια, τελούσε σε πλήρη, αντικειμενική, προσωπική και ακριβή γνώση της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της Γ. Α. να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της.
Τούτο συνάγεται με βεβαιότητα από την από 3.4.2013 (προγενέστερη των κατασχέσεων αυτών) αίτηση πτώχευσης που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία, εκτός από τις οφειλές της Γ. Α. προς την ίδια, για τη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων της κήρυξης πτώχευσης, αναφέρει οφειλές της ίδιας εταιρίας προς έτερους πιστωτές, ύψους άνω των 7.000.000 ευρώ, όπως οφειλή 498.047,66 ευρώ προς στην εταιρία "N. Ε.
Α.Β.Ε.", οφειλή ποσού 384.957,24 ευρώ προς την εταιρία "A. B. B. ΑΕ", οφειλή 296.797,44 ευρώ προς την εταιρία "Φ. Ε. ΑΕΒΕ", οφειλή 143.215,59 ευρώ προς την εταιρία "Ε. ΑΒΕΕ", οφειλή 130.429,58 ευρώ προς την εταιρία "Α. Δ. A.", οφειλή 66.025,51 ευρώ προς την εταιρία "Σ. ΕΠΕ", οφειλή 1.000.000 ευρώ προς την εταιρία L., οφειλή ποσού 1.200.000 ευρώ προς την εταιρία S., οφειλή ποσού 750.000 ευρώ προς την εταιρία H., οφειλές από 500.000 ευρώ σε καθεμία από τις εταιρίες N., C., A., O..
Επίσης, προς επίρρωση της αίτησης αναφέρει και την με αριθμό 6781/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει ότι η Γ. Α., ήδη από τον Ιανουάριο του 2013 έχει διακόψει τη λειτουργία της και έχει απολύσει το σύνολο των εργαζομένων της. Προέβαλε δηλαδή η εναγομένη ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου όλους τους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς όρους κήρυξης της πτώχευσης πέντε μήνες πριν επιβάλει τις επίδικες κατασχέσεις στα χέρια των άνω οφειλετών της Γ.
Α.. Βεβαίως οι προαναφερθείσες κατασχέσεις έλαβαν χώρα εντός της ύποπτης περιόδου της πτώχευσης, δοθέντος ότι η απόφαση για την κήρυξη της πτώχευσης εκδόθηκε μεταγενέστερα, ήτοι στις 22.10.2013, πλην όμως κατά το χρόνο διενέργειάς τους η εναγομένη γνώριζε με ακρίβεια τόσο το επιζήμιο αυτών στους λοιπούς πιστωτές της, όσο και την παύση πληρωμών της, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επιδιώκει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις που διατηρεί σε βάρος της πτωχής εταιρίας προς βλάβη των λοιπών πιστωτών.
Το επιζήμιο των πράξεων αυτών της εναγομένης για την ομάδα των πιστωτών προκύπτει από το γεγονός ότι με τη μεσολάβηση αυτών (πράξεων) οι προοπτικές ικανοποίησης των εν λόγω πιστωτών από την εναπομείνασα πτωχευτική περιουσία καθίστανται δυσμενέστερες λόγω της ελάττωσης αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την με ημεροχρονολογία 22.5.2014 έκθεση απογραφής που συνέταξε η ενάγουσα σύνδικος της πτώχευσης, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της πτωχής ανέρχεται στο ποσό των 84.564 ευρώ, η κινητή της περιουσία στο ποσό των 190 ευρώ, ενώ από τον προσωρινό πίνακα πιστωτών προκύπτει ότι το ύψος των αναγγελθεισών στην πτώχευση απαιτήσεων ανέρχεται στο ποσό των 8.917.824,92 ευρώ, από τις οποίες επαληθεύθηκαν απαιτήσεις ύψους 4.501.440,25 ευρώ, αμφισβητούνται απαιτήσεις ύψους 4.245.701,40 ευρώ και εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων η αναγνώριση απαιτήσεων ύψους 402.783,54 ευρώ...
Με βάση τα ανωτέρω, συντρέχουν οι όροι της ανάκλησης των παραπάνω πράξεων εκτέλεσης, ώστε η πτωχευτική περιουσία να περιέλθει στην κατάσταση που θα ήταν αν δεν είχαν μεσολαβήσει αυτές. Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι η εναγομένη (Δ. Α.), κατά το χρόνο που επέβαλε τις υπό στοιχεία Α, Β και Γ κατασχέσεις απαιτήσεων της Γ.
Α. στα χέρια των προαναφερόμενων οφειλετών της τελευταίας, ήτοι στις 6.2.2013, 8.2.2013 και 6.3.2013 αντίστοιχα, όταν κοινοποίησε στις άνω οφειλέτριες της Γ. Α. αντίστοιχα τα από 31.1.2013, 31.1.2013 και 1.3.2013 κατασχετήρια, τελούσε σε πλήρη, αντικειμενική, προσωπική και ακριβή γνώση της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της Γ. Α.
να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, καθόσον η σύνταξη της αίτησης πτώχευσης που αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα τη γνώση της εναγομένης για την πλήρωση των όρων της κήρυξης της άνω εταιρίας σε κατάσταση πτώχευσης, έλαβε χώρα μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 3.4.2013....
Συνεπώς, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί προγενέστερη της 3.4.2013 (ημερομηνία σύνταξης της αίτησης πτώχευσης) ακριβής γνώση της εναγομένης για την παύση των πληρωμών της πτωχής εταιρίας και ως εκ τούτου οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων που επιβλήθηκαν από την εναγομένη πριν από την ημερομηνία αυτή είναι απολύτως έγκυρες και μη επιδεχόμενες ανάκλησης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να ανακληθούν μόνο οι επιβληθείσες με τα από 26.3.2013, 31.1.2013 και 8.10.2013 κατασχετήρια κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που κοινοποιήθηκαν στους οφειλέτες στις 9.4.2013, 9.4.2013 και 11.10.2013 αντίστοιχα, ήτοι οι υπό στοιχεία Δ, Ε και ΣΤ κατασχέσεις και να αναγνωρισθεί η ενοχική υποχρέωση της εναγομένης α) αναφορικά με την κατάσχεση, που αποτέλεσμα είχε την είσπραξη της κατασχεθείσας απαίτησης από την εναγομένη, να αποδώσει ό,τι εισέπραξε στην πτωχή εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τη σύνδικο αυτής και β) αναφορικά με την κατάσχεση, που για οποιοδήποτε λόγο δεν οδήγησε στην είσπραξη της κατασχεθείσας απαίτησης από την εναγομένη, να παραιτηθεί από αυτή." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση και τις ασκηθείσες υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας πρόσθετες παρεμβάσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ανακάλεσε τις ως άνω (ήτοι υπό στοιχ.
Δ, Ε και ΣΤ) πράξεις εκτέλεσης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 41, 43 παρ.1 και 48 παρ.4 του Πτωχ.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, δεδομένου ότι, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι ως άνω ανακλητέες πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι οι κατασχέσεις χρηματικών απαιτήσεων της πτωχεύσασας εταιρείας"Γ.
Α..Ε.." στα χέρια των οφειλετών της ως τρίτων, στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα, εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 43 παρ.1 και 48 παρ.4 του Πτωχ.Κ., διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, ανακλητέες μπορούν να είναι και πράξεις της αναγκαστικής εκτελεστικής διαδικασίας μέσω των οποίων ο τρίτος και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα επιδιώκει να ικανοποιηθεί και δεν είναι απαραίτητα η ανακλητέα πράξη (και εν προκειμένω οι ένδικες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων) να προέρχεται από τον οφειλέτη (και εν προκειμένω από την πτωχή εταιρεία "Γ.
Α..Ε..") ή και με τη σύμπραξη του οφειλέτη. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των ως άνω άρθρων, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 41, 43 παρ.1 και 48 παρ.4 του Πτωχ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη με την από 3-4-2013 αίτησή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης η εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Α..Ε..", με δε την υπ' αριθ. 21672/22-10-2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου η τελευταία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, με χρόνο παύσης των πληρωμών της την 1-12-2012, ενώ με την υπ' αριθ. 7228/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διορίστηκε σύνδικος της πτώχευσης η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα.
β) Ότι η εναγομένη, συνεχίζοντας τις προσπάθειες ικανοποίησης των απαιτήσεών της κατά της "Γ. Α..Ε.." προέβη στις αναφερόμενες κατασχέσεις στα χέρια των οφειλετών της, ως τρίτων, εντός της ύποπτης περιόδου. γ) Ότι η εναγομένη, κατά το χρόνο που επέβαλε τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση υπό στοιχεία Δ, Ε και ΣΤ κατασχέσεις απαιτήσεων της Γ.
Α. στα χέρια των οφειλετών της τελευταίας, ήτοι στις 9.4.2013, 9.4.2013, 11.10.2013, όταν κοινοποίησε στις άνω οφειλέτριες της Γ. Α. αντίστοιχα τα από 26.3.2013, 31.1.2013 και 8.10.2013 κατασχετήρια, τελούσε σε πλήρη, αντικειμενική, προσωπική και ακριβή γνώση της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της Γ. Α. να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, καθόσον προγενέστερα, ήτοι στις 3.4.2013 είχε καταθέσει αίτηση πτώχευσης αυτής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία, εκτός από τις οφειλές της Γ.
Α. προς την ίδια αναφέρει και άλλες οφειλές της ίδιας εταιρίας προς έτερους πιστωτές και δ) Ότι οι πράξεις αυτές της εναγομένης ήταν επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών, αφού, μετά τη μεσολάβηση αυτών (πράξεων), οι προοπτικές ικανοποίησης των εν λόγω πιστωτών από την εναπομείνασα πτωχευτική περιουσία καθίστανται δυσμενέστερες λόγω της σημαντικής ελάττωσης αυτής.
Υπό τις πραγματικές αυτές παραδοχές προκύπτουν επαρκώς τα αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστατικά για την κρίση του εφετείου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 43 του Πτ.Κ., ήτοι ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις κατάσχεσης στα χέρια τρίτων που επέβαλε η εναγομένη κατά την ύποπτη περίοδο έχουν επιφέρει ζημία στους πιστωτές της πτωχής και η εναγομένη κατά τη διενέργεια των πράξεων αυτών γνώριζε ότι η τελευταία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ώστε να δικαιολογείται η ανάκληση αυτών από την ενάγουσα σύνδικο της πτώχευσης.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (Α.Π.1215/2021, Α.Π.1011/2018).
Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.1β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει και τα διδάγματα της κοινής πείρας για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της υπό κρίση διαφοράς στις διατάξεις των άρθρων 41 και 43 παρ.1 του Πτωχ.Κ., καθόσον δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύονται ως πράξεις του οφειλέτη ενέργειες προερχόμενες από τρίτο που τελέσθηκαν εν αγνοία του, στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης και θεώρησε εσφαλμένα ως κρίσιμο χρόνο της γνώσης της πως η οφειλέτριά της είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, το χρόνο κατάθεσης της αίτησής της προς πτώχευση της οφειλέτριάς της, καθώς και το περιεχόμενο αυτής (αίτησης) ότι συνιστά τεκμήριο γνώσης και κακοπιστίας, καθόσον, αν σκόπευε να αποστερήσει από την πτωχευτική περιουσία και τους πιστωτές της τα κατασχεθέντα, δεν θα είχε επιδιώξει η ίδια την πτώχευση της οφειλέτριάςτης, ούτε θα ζητούσε να οριστεί ως χρόνος παύσης των πληρωμών χρόνος προγενέστερος της εμφάνισης των επιταγών της προς πληρωμή και επίσης ότι δεν παραθέτει αιτιολογίες για τις παραπάνω παραδοχές της.
Ο ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος, είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, αφενός δεν υπήρχε λόγος να καταφύγει και δεν κατέφυγε στα διδάγματα κοινής πείρας, για να βρει την αληθή έννοια των κανόνων δικαίου των ως άνω άρθρων ή για να υπαγάγει σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, αφετέρου δε, οι ως άνω επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες δεν συνιστούν παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά αφορούν την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, που όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του Πτωχ.Κ. "η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευση ενός (1) έτους από την ημέρα που ο σύνδικος έλαβε γνώση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δύο (2) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης". Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του Ν.4139/2013, "την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παραγ.1).
Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης (παράγρ. 2).
Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (3)". Με την ως άνω διάταξη ορίζεται η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, εξακολουθεί δε το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα από το ανωτέρω σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης και επαναφέροντας την παραγραφή εν επιδικία, μόνο, στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου(Α.Π.656/2022, Α.Π.361/2019, Α.Π.950/2015).
Όπως προκύπτει, λοιπόν, από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ, η αναστολή της παραγραφής, η οποία ξεκινά από τη χρονική στιγμή της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής, διαρκεί για έξι μήνες, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου, συνεχίζει δε για όσο χρόνο δεν επιχειρούνται από τους διαδίκους διαδικαστικές πράξεις, ώστε κατ` αποτέλεσμα, η παραγραφή να συμπληρώνεται όταν παρέλθει χρόνος ίσος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά έξι μήνες, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, της αδράνειας των διαδίκων.
Επομένως, η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής μπορεί να αρχίσει και πάλι πριν από την τελεσιδικία ή την περάτωση της δίκης, υπό δυο σωρευτικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ: 1) Οι διάδικοι να μην επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης, δηλαδή η δίκη να μην προωθείται και να βρίσκεται σε στασιμότητα και 2) να μην προβλέπεται άλλη (δικονομική) προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους.
Εφόσον συντρέχουν και οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις επέρχεται η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη έννομη συνέπεια, δηλαδή, έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου η παραγραφή που διακόπηκε αρχίζει εκ νέου. Η τελευταία διαδικαστική πράξη είναι αυτή, μετά την οποία η δίκη περιήλθε σε στασιμότητα.
Επομένως, η παραγραφή επανεκκινεί μόνον όταν υπάρχει αδράνεια. Αν όμως υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος για την μη προώθηση της δίκης, όπως είναι λ.χ. επί αναβολής της συζήτησης μέχρι την περάτωση άλλης δίκης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη επίσπευση από τους διαδίκους και επανεκκίνηση της παραγραφής μετά από έξι μήνες.
Περαιτέρω, εφόσον γίνει επίσπευση της προόδου της δίκης από οποιοδήποτε διάδικο επέρχεται εκ νέου διακοπή της παραγραφής, ως επιβράβευση της εξόδου από την αδράνεια, προς όφελος του δικαιούχου της αξίωσης, με την προϋπόθεση όμως ότι η παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί, αφού δεν νοείται αναβίωση της συμπληρωθείσας παραγραφής (Α.Π.1670/2022, Α.Π.792/2021, Α.Π.656/2022).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (Α.Π.1667/2014, Α.Π.98/2015), προταθείσης όμως της ενστάσεως της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν όντως επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως σε συνδυασμό με τη θέση του καθ' ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να μην απαντήσει με αντένσταση (η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή), αλλά μπορεί να αρνηθεί μόνο τις προϋποθέσεις της ενστάσεως (Α.Π.656/2022, Α.Π.1667/2014, Α.Π.1279/2014).
Επιπλέον δε η άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης αποφάσεως δεν καθιστά τη διαφορά επίδικη, αφού με την άσκηση της αναίρεσης δεν ανοίγεται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, ώστε να γίνεται λόγος για διαδρομή παραγραφής εν επιδικία, γιατί ο Άρειος Πάγος κρίνει όχι την ουσία της διαφοράς, αλλά την ορθότητα της απόφασης.
Η επιδικία αρχίζει μετά την αναίρεση της απόφασης και δεν μετατίθεται στο χρόνο άσκησης της έφεσης, εξαιτίας του ότι οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (Α.Π.179/2022, Α.Π.114/2010, Α.Π.128/2002, Α.Π.1165/19780). Ειδικότερα, δε, η άσκηση αναίρεσης δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία, παρά μόνο αν αναιρεθεί η απόφαση, δηλαδή η εκκρεμοδικία, που παύει μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Εφετείου, επανέρχεται μόνο με την παραδοχή της αναίρεσης, και ως εκ τούτου με την παραδοχή της αναίρεσης καθίσταται επίδικη η διαφορά, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή εν επιδικία (Α.Π.1165/1978).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 51 του Πτωχ.Κ. και απέρριψε την ένσταση παραγραφής της ανακλητικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, που παραδεκτά (άρθρο 527 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) είχε προτείνει στο Εφετείο, δεδομένου ότι παρήλθε ένα έτος από τότε που η σύνδικος - ενάγουσα έλαβε γνώση των ανακλητέων πράξεων και μέχρι την άσκηση της αγωγής και ακόμη ότι παρήλθαν δύο έτη από την κήρυξη της πτώχευσης και σε κάθε περίπτωση η αναιρετική απόφαση εκδόθηκε στις 23-3-2018, ενώ η αντίδικος της κοινοποίησε την κλήση για τη νέα συζήτηση της έφεσης την 10-9-2019, οπότε συνυπολογιζόμενο και το αρχικό διάστημα από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών.
Αναφορικά, με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, ο Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη εναγομένη, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου προτείνει παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, ένσταση παραγραφής της ανακλητικής αξίωσης της συνδίκου της πτώχευσης, ισχυριζόμενη ότι από τη στιγμή που η σύνδικος έλαβε γνώση των ανακλητέων πράξεων μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε ο ενιαύσιος χρόνος παραγραφής, σε κάθε δε περίπτωση παρήλθαν δύο έτη από την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρο 51 του ν.3588/2007).
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον ναι μεν η εταιρία Γ. Α. κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 21627/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως η αιτούσα διορίστηκε σύνδικος πτώχευσης με την με αριθμό 7228/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, οπότε ακόμα και αν έλαβε γνώση των πράξεων αυτών κατά την ημερομηνία του διορισμού της, εντός του ιδίου έτους κοινοποίησε στην καθ' ης η αίτηση - εναγομένη την παρούσα αίτηση πτωχευτικής ανάκλησης..., η οποία διέκοψε την εν λόγω παραγραφή.
Ούτε, εξάλλου, από τη δημοσίευση της απόφασης πτώχευσης (22.10.2013) μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 51 του Πτωχ.Κ., καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, αφού, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η εταιρία Γ. Α. κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθ. 21627/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όμως η αιτούσα διορίστηκε σύνδικος πτώχευσης με την υπ' αριθ. 7228/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, οπότε ακόμα και αν έλαβε γνώση των πράξεων αυτών κατά την ημερομηνία του διορισμού της, εντός του ιδίου έτους κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα - εναγομένη την παρούσα αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης, η οποία διέκοψε την εν λόγω παραγραφή και από τη δημοσίευση της απόφασης πτώχευσης (22.10.2013) μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας.
Εξάλλου, από τη δημοσίευση στις 23-3-2018 της αναιρετικής απόφασης, οπότε, κατά τα προαναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, άρχισε εκ νέου η παραγραφή, η οποία συμπληρώνεται όταν παρέλθει χρόνος ίσος με την παραγραφή προσαυξανόμενος κατά έξι μήνες, έως την 10-9-2019, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η αντίδικος της κοινοποίησε την κλήση για τη νέα συζήτηση της έφεσης, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους προσαυξανόμενου κατά έξι μήνες.
Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες αυτού κατά τα προαναφερόμενα (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 55 εδάφ. α' του ν. 3588/2007 (ΠτωχΚ), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 4446/2016, "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ..." (Α.Π.984/2018, Α.Π.876/2017, Α.Π.483/2015).
Ήδη, με την εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου αυτού, προστέθηκαν νέοι λόγοι αναίρεσης και, συγκεκριμένα, από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι διευρυμένοι, όμως, αυτοί νέοι λόγοι αναίρεσης δεν καταλαμβάνουν την υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και παρ. 2 εδάφ.
β' και δ' του νεότερου αυτού νόμου 4446/2016, του οποίου η ισχύς, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν στην εξεταζόμενη περίπτωση, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 240/Α/22-12-2016), στις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "...οι διατάξεις του παρόντος... εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του.
Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης..." και "οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών". Κατά συνέπεια, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες για το ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, την ένδικη ανακλητική αγωγή της αντιδίκου της, καθώς και δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα της αντιδίκου της για ανάκληση, λόγω παραγραφής και προέβη σε ανάκληση της υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης από την οποία η αντίδικός της είχε παραιτηθεί του αιτήματος ανάκλησης αυτής, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται στην παρούσα περίπτωση τέτοιος λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 295 Κ.Πολ.Δ. "η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Ο περιορισμός του αιτήματος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο". Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9α' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ο λόγος αυτός αποτελεί συνέπεια της αρχής της διάθεσης και συζήτησης, που προβλέπεται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ (Α.Π.537/2016) και θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται σχετικό αίτημα (Α.Π.892/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, την εκ του άρθρου 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ήτοι προέβη σε ανάκληση και της υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης από την οποία η αντίδικός της είχε παραιτηθεί του αιτήματος ανάκλησης αυτής. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα - σύνδικος παραιτήθηκε από το αίτημα της αγωγής της προς ανάκληση της υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, το αίτημα αυτό θεωρείται ως μη ασκηθέν.
Kατά συνέπεια, εσφαλμένα το Εφετείο προέβη σε ανάκληση της υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης και ο σχετικός ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της μόνο που προέβη σε ανάκληση της υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α` ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π.42/2005, Ολ.Α.Π.41/2002, Ολ.Α.Π.25/2001, Α.Π. 836/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο, μετά την κατά τα άνω εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο Δικαστήριο είναι η ως άνω επαναδιατύπωση του εσφαλμένου διατακτικού ως προς την ανάκληση της υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης.
Μετά ταύτα, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με βάση το περιεχόμενο και την έκταση της αναιρετικής απόφασης, και συνακόλουθα να ανακληθούν μόνο οι επιβληθείσες με τα από 26.3.2013 και 31.1.2013 κατασχετήρια κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που κοινοποιήθηκαν στους οφειλέτες στις 9.4.2013 και 9.4.2013, αντίστοιχα, ήτοι οι υπό στοιχεία Δ και Ε κατασχέσεις.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ.1544/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ως προς την εσφαλμένη διάταξή της περί ανάκλησης της αναφερόμενης στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής υπό στοιχείο ΣΤ' κατάσχεσης.
Κρατεί και δικάζει επί της από 27.4.2015 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Χ. ως συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας "Γ. Α..Ε.." κατά της υπ` αριθ. 2294/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το προαναφερόμενο μέρος.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Ανακαλεί τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας υπό στοιχεία Δ'και Ε'πράξεις εκτέλεσης.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και
Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ