Legislator Case Law & Legislation
444/2022 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to lack of specific factual premises and abstract legal arguments.

Case Number 444/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding maritime boundaries. The appellant failed to provide specific factual premises necessary to challenge the lower court's evaluation of the case. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the arguments were too abstract and did not allow for a review of the substantive facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to state the specific factual premises upon which the appeal rests, rendering the review of the lower court's evaluation of those facts impossible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of factual premises abstract legal argument review of lower court maritime boundary dispute Code of Civil Procedure costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(2) of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 444 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 444/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια, και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Α., κατοίκου Κερατσινίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαπουντζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 20. … , νόμιμα εκπροσωπείται. Η 15η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η 20η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μάρκετο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20/10/2016 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεπίπτουσα αγωγή της 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν με τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις των 11ης, 16ης, 18ης, 19ης και 20ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3321/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2019 αίτησή του και τους από 20/8/2020 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.6479Α'/3-12-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Π., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-2-2020 και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς την υπ'αριθμ.15η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "..." για να παραστεί κατ'αυτήν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη αυτή. Κατά την άνω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την άνω αναφερόμενη, με σχετική εγγραφή σ'αυτό, που επέχει θέση κλητεύσεως (ΑΠ 589/2019, ΑΠ 445/2018). Η προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την στην αρχή της παρούσας ορισθείσα δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου της. Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την δικονομική απουσία της δέκατης πέμπτης (15ης) αναιρεσίβλητης (άρθρ.568 παρ.4 576 παρ.2, 242 παρ.2 περ.β'ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση υπ'αριθμ.καταθ.549/2019 (Ειδ.αριθμ.43/2019) από 4/6/2019 του αναιρεσείοντος, ζητείται η αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσης, υπ'αριθμ.215/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά η οποία απέρριψε την υπ'αριθμ.καταθ.597/29-9-2017 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ.3321/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει την υπ'αριθ.καταθ.11758/2015 (ειδ.αριθμ.6687/2015) από 24-10-2015 αγωγή του, που είχε ασκήσει κατά της πρώτης, έως και δεκάτης εβδόμης αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε αφενός την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του που απέρρεαν από την εφαρμοζόμενη κατά τους ισχυρισμούς του ΣΣΕ, αφετέρου την καταβολή των αποδοχών του για εργασία του πλέον του συμβατικού του ωραρίου.

Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κοινοπραξία δια της από 20-10-2016 (με αριθ.καταρ.8449/2016 - ειδ.αριθμ.καταθ.4411/2016) ανακοίνωσης δίκης, μετά προσεπικλήσεως σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδ.Εργατικών Διαφορών) ανακοίνωσε την άνω αγωγή προς την 4η, 9η, 12η, 13η , 15η , 16η , 17η, 11η, 18η και 19η των αναιρεσιβλήτων και τους προσεπικάλεσε σε παρέμβαση και τους ενήγαγε παρεμπιπτόντως.

Επίσης οι 17η , 11η , 18η, 19η και 20η εκ των αναιρεσιβλήτων άσκησαν προφορικώς ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της 1ης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, αναγκαστικής ομοδίκου τους, αφού ήταν μέλη της. Κατά την συζήτηση της άνω αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συνεκδικάστηκαν αφενός η αγωγή και αφετέρου η άνω ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση, αλλά και η παρεμπίπτουσα αγωγή και οι ασκηθείσες κατόπιν αυτών πρόσθετες παρεμβάσεις.

Η αίτηση αναίρεσης στρεφόμενη παραδεκτά καθ'ολων των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.329, 558 ΚΠολΔ ΑΠ 808/2017, ΑΠ 177/2017) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 4-6-2019 ήτοι εντός δύο ετών από την έκδοση της προσβαλλόμενης (10-4-2019), αφού δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στο άνω δικόγραφο λόγων αναίρεσης (αρθρ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 εδ.α'ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια και τα αναγκαστικά συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει την συζήτηση....Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ.2, 3 και 570 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης καθώς και η επίδοση του δικογράφου αυτών, στην ίδια ως άνω προθεσμία, πριν από την συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, εκείνη που, κατ'άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ'αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, επάγεται το απαράδεκτο αυτών με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 654/1984, 143/1984, ΑΠ 949/2015, ΑΠ 781/2014, 168/2014, 629/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προαναφέρθηκε αρχικά ορίστηκε δικάσιμος για την συζήτηση της αναίρεσης η 11-2-2020. Κατά την συζήτηση αυτή ο αναιρεσείων αιτήθηκε αναβολή και ορίστηκε κατόπιν αυτού ως νέα ημέρα συζήτησης της αίτησης η στην αρχή αναφερόμενης δικάσιμος. Περαιτέρω αυτός άσκησε, με ίδιο δικόγραφο που κατέθεσε στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, στις 14-9-2020, πρόσθετους λόγους.

Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, που ασκήθηκαν μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-2-2020 είναι εκπρόθεσμοι και πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει οε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λογού αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή το πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση ταυ κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 εδ.α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος οπό αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση η κατάλυση ταυ επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλήν της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτού πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπαρκείς ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 παρ.1 ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ'ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρ.559 παρ.1 ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ'ουσία και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρ.559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1920/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο κύριο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο, επικουρικό σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά λέξη τα εξής: "Πρώτον διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τα υπ'αυτής γενόμενα δεκτά έκρινε ότι δεν θα μπορούσα να θεωρηθώ ναυτιλιακός υπάλληλος ούτως ώστε να υπαχθώ στις διατάξεις της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" καθόσον η 1η αναιρεσείουσα δεν ήταν αλλά και ούτε θα μπορούσε να είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που υπέγραψαν την ως άνω Συλλογική Σύμβαση, ήτοι του "Συνδέσμου Επιχειρήσεων ...", της "...", και της "...", επικαλούμενος περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους ήταν εφαρμοστέα η ΣΣΕ που αυτός επικαλείται. Περαιτέρω αναφέρει κατά λέξη τα εξής: "Ούτως εχόντων των πραγμάτων η αναιρεσιβαλλόμενη παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άλλως στερείται νόμιμης βάσης περιέχουσα αντιφατικές αιτιολογίες) και πρέπει ν'αναιρεθεί κατ'άρθρο 559 παρ.1 άλλως παρ.19 ΚΠολΔ".

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθ'όλα του τα σκέλη είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σ'αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που εξέτασε την ουσία της διαφοράς, και μάλιστα επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς τα άνω κεφάλαιά της δεδουλευμένες αποδοχές και αμοιβή για εργασία του πλεον του συμβατικού του ωραρίου, που απορρέουν από την εφαρμοζόμενη (κατά τους ισχυρισμούς του ΣΣΕ), υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ'αυτόν παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ'ουσίαν εσφαλμένης είναι απορριπτέος κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτος διότι η επ'αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά λέξη, τα εξής: "Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι διατάξεις των ως άνω εθνικών κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας μου".

Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται και σ'αυτόν πέραν των λοιπών ελλείψεων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ'ουσίαν απόρριψη της αγωγής ως προς τα προαναφερθέντα και για τον πρώτο λόγο κεφάλαιά της υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, έτσι δεν μπορεί να διερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του άρθρου 19 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προϋποθέσεις, αφού δεν αναφέρονται στην ένδικη αίτηση οι κρίσιμες παραδοχές και μάλιστα στο σύνολό τους, ώστε να κριθεί εάν η προσβαλλόμενη απόφαση πράγματι στερείται νομίμου βάσεως ως έχουσα αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ'αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που διαλαμβάνονται εντελώς αποσπασματικά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος αυτό, διότι η επ'αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση κατά λέξη, για τα εξής: "Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει αυθαίρετη διασταλτική ερμηνεία ότι η τοπική πορθμειακή γραμμή Περάματος - Παλουκίων Σαλαμίνος, που συνδέει λιμένες εντός του αυτού νομού και σε απόσταση μικρότερη των τριών ναυτικών μιλίων, ανήκει στην ακτοπλοϊα (κατά τα μη ορθώς υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα και όσα, προς επίρρωση τους αναφέρει η ενόρκως βεβαιούσα Μ.

Ζ. στην....ένορκη βεβαίωσή της, που προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) οδηγώντας στην εφαρμογή των ως άνω ΣΣΣ που αφορούν συγκεκριμένους συμβληθέντες κλάδους στους οποίους δεν ανήκουν οι εφεσίβλητες εναγόμενες και κυρίως η πρώτη εξ αυτών - εργοδότρια του ενάγοντος" παραβιάζοντας κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, για τον ίδιο λόγο που απορρίφθηκαν ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, λόγω δηλαδή μη αναφοράς σ'αυτόν των κρισίμων παραδοχών της προσβαλλόμενης που οδήγησαν στην ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του, αλλά και ως απαράδεκτος κατά το μέρος που μ'αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ'αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλόμενης, που αναφέρονται εντελώς αποσπασματικά, ως μη ελεγχόμενα αναιρετικά (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, της υπ'αριθμ.215/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις πλην της 15ης εξ αυτών που δεν παρέστη κατά τη συζήτηση, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθρ.176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/5/2019 που κατατέθηκε στις 4/6/2019 (αριθ. κατ. 549/2019) αίτηση του αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ.215/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ