Supreme Court dismisses appeal against labor court decision rejecting claim as procedurally invalid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to reject the labor claim as procedurally invalid. The appellant argued the lower court erred in dismissing the suit based on substantive law violations and procedural defects, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that since the lower court correctly determined the claim was procedurally invalid, the appellant lacked legal interest to challenge the decision and the appeal was therefore rejected in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 578, 564(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a claim as procedurally invalid is inadmissible if the appellant lacks legal interest to prevent the res judicata of the procedural ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 435 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 435/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Σδούκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μανίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αριθ. 887/17-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 116/2017 μη οριστική και η 717/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 242/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22.2.2023 (με αριθ. κατάθ. 4/23.2.2023) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 242/15.12.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 717/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και απορρίφθηκε η με αριθ.
καταθ. 887/17.7.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 242/2020 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (15.12.2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας για το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (άρθρα 83 παρ. 1 εδ.
α ν. 4790/2021, 25 ν. 4792/2021), θα έληγε στις 15.12.2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από τη δημοσίευσή της προσβαλλόμενης απόφασης έως 6.4.2021 (3 μήνες και 22 ημέρες), αυτή (διετής προθεσμία) δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων στις 23.2.2021.
Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 592/2022, 462/2022).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΑΠ 127/2023, 2062/2020, 1046/2019). Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει γενική αρχή του δικαίου, ότι κάθε υπαίτια πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 127/2023, 272/2020).
Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος από τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις (ΑΠ 1295/2022, 135/2018).
Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (ΑΠ 831/2021, 1284/2017). Τέλος η αναγκαία για την θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό όντως στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 353/2022, 367/2020, 1564/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί, επιπλέον, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια (ΑΠ 462/2022, 1483/2021).
Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, όπως ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, (ΑΠ 427/2023, 390/2022, 118/2019, 731/2015) η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, καθότι η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρα άδικη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής απόδοσης και συμπεριφοράς του υπαλλήλου (ΑΠ 427/2023, 1678/2018).
Η, δε εκ μέρους του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων οργάνων, παρεμπόδιση της πλήρωσης αναβλητικής αιρέσεως, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκδηλούμενη στο πλαίσιο των προαγωγικών κρίσεων προσωπικού, του οποίου η κατάσταση διέπεται από κανονισμό συμβατικής ισχύος, δεν αποτελεί, απλώς, αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά συνιστά και παρανομία.
Κατά συνέπεια, εάν συντρέχει υπαιτιότητα, η εν λόγω συμπεριφορά του εργοδότη στοιχειοθετεί αδικοπραξία (ΑΠ 731/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 518/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2021, 1/2021, ΑΠ 518/2022). Εξάλλου με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 216/2023, 473/2022, 308/2020).
Περαιτέρω, ατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1545/2022, 1393/2021).
Συνεπώς ως άνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, ή μη νόμιμη ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1201/2022, 589/2022, 387/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007, ΑΠ 2062/2022, 987/2022), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 2062/2022, 987/2022, 540/2017).
Ως αιτιολογικό κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 655/2023, 2062/2022, 1259/2020). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 2062/2022, 272/2019, 1259/2018).Τέλος στις περιπτώσεις που οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρούν στο διατακτικό αυτής, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης τυγχάνουν αλυσιτελείς και κατ' ακολουθία απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1573/2021, 324/2017, 1231/2017).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων με την με αριθ. κατ. 887/17-7-2015 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εξέθετε ότι στις 1.9.1980 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι την 1.4.1994 προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη τον οποίο κατείχε μέχρι στις 4.4.2011 που εξωθήθηκε σε παραίτηση από την εναγόμενη.
Ότι η εναγόμενη με την υπ'αριθμ. 8/23-7-2010 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της προήγαγε 78 Τμηματάρχες στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, ότι αυτός δεν προήχθη μολονότι υπερτερούσε σημαντικά σε τυπικά προσόντα προαχθέντων ομοιόβαθμων του. Ότι επί της από 16.4.2011 αγωγής του, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 864/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι αυτός (ενάγων) έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από τις 17.6.2010.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι μεταξύ των προαχθέντων ομοιοβάθμων συναδέλφων του είναι ο Δ. Μ. και ο Β. Δ., οι οποίοι τοποθετήθηκαν ο μεν πρώτος στη θέση του Διευθυντή, ο δε δεύτερος στη θέση του Υποδιευθυντή του Υποκαταστήματος της εναγομένης στα Ιωάννινα, που υστερούσαν έναντι αυτού σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι αν αυτός είχε προαχθεί θα είχε καταλάβει τη θέση είτε του Διευθυντή, είτε του Υποδιευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος.
Ότι η παράλειψή του στις ως άνω προαγωγικές κρίσεις προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά του, συνέτριψε την επαγγελματική του φιλοδοξία και καταπόνησε τον ψυχισμό του, ώστε να μην δύναται να παραμείνει στην εργασία του και ότι η μείωση της επαγγελματικής του αξίας και υπόληψης τον οδήγησε αναπόφευκτα σε παραίτησή του στις 4.4.2011 λίγους μήνες πριν από τη συνταξιοδότησή του στις 9.9.2012 με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του.
Ότι κατά τους 17 μήνες που μεσολάβησαν από την παραίτησή του (4.4.2011) μέχρι συνταξιοδότηση του (9.9.2012) απώλεσε τον μισθό που θα ελάμβανε ως εντεταλμένος τμηματάρχης-προϊστάμενος, δηλαδή ποσό 5.813,93 ευρώ το μήνα και το οποίο ήταν υπέρτερο κατά το ποσό των 400 ευρώ το μήνα από τις μηνιαίες αποδοχές των 5.413,93 ευρώ που ελάμβανε ως τμηματάρχης και ότι η ζημία του από την ως άνω αιτία, που οφείλεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, ανέρχεται στο ποσό των 98.836,81 ευρώ (17 μήνες Χ 5.813,93 ευρώ).
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 98.836,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων με την υπ' αριθ. 717/2018 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (242/2020) δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 18.1.2019 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "....Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη η αγωγή είναι μη νόμιμη διότι η ζημία την οποία επικαλείται ο ενάγων προκλήθηκε από δική του πράξη δηλαδή την παραίτησή του από την εκκαλούσα. Ειδικότερα ο ενάγων - εφεσίβλητος ζητά με την αγωγή του μηνιαίες αποδοχές τμηματάρχη για χρόνο που είχε παραιτηθεί, ισχυριζόμενος μόνον ότι εξωθήθηκε στην παραίτηση εξ αιτίας της προς προαγωγή παράλειψης του, χωρίς να αναφέρει άλλα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εξώθηση του σε παραίτηση.
Επίσης ζητά το 400 ευρώ τα οποία θα ελάμβανε ως εντεταλμένος τμηματάρχης για χρόνο κατά τον οποίο η εργασιακή του σχέση είχε λυθεί. Δεν ζητά διαφορές αποδοχών από το χρόνο κατά τον οποίο ελογίσθη ο (εννοεί ως) προαχθείς (17-6-2010) έως το χρόνο της παραίτησής του (4-4-2011). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος δεν είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ αφού δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική
προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεώς και ο εφεσίβλητος-ενάγων δεν επικαλείται, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εκκαλούσας- εργοδότριας τη συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος....".
Από τα ανωτέρω ιστορούμενα στην με αριθμ. καταθ. 887/2015 αγωγή του ενάγοντος πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922, 57, 297 και 298 του ΑΚ, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή τους, αφού η διαλαμβανόμενη στην αγωγή αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση, θεμελιούμενη αποκλειστικά στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, λόγω της, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτή παράνομης παράλειψής του εκ μέρους της εναγομένης να τον προάγει από το βαθμό του Τμηματάρχη που κατείχε στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, στις προαγωγικές κρίσεις που διενήργησε στις 17.6.2010, και της εκ της παράλειψης αυτής εξαναγκασμού του σε παραίτηση στις 4.4.2011 με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία που ανέρχεται στο ποσό που θα ελάμβανε ως μηνιαίες αποδοχές το διάστημα από την παραίτησή του έως και τη συνταξιοδότηση του, είναι μη νόμιμη καθότι δεν εκτίθεται σε αυτή η, αναγκαία για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης, υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), τόσο κατά το μέρος που ισχυρίζεται ότι παρανόμως παρέλειψαν να τον προάγουν στις προαναφερθείσες προαγωγικές κρίσεις, όσο και κατά το μέρος που ισχυρίζεται ότι λόγω της ως άνω παράλειψης εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση.
Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, η εκ μέρους του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων οργάνων, κατ'άρθρο 207 του ΑΚ, παρεμπόδιση της πλήρωσης αναβλητικής αιρέσεως, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκδηλούμενη στο πλαίσιο των προαγωγικών κρίσεων προσωπικού, του οποίου η κατάσταση διέπεται από κανονισμό συμβατικής ισχύος, όπως ο Οργανισμός Προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, δεν αποτελεί, απλώς, αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, αλλά συνιστά και παρανομία, πλην, όμως, για να στοιχειοθετηθεί και αδικοπραξία πρέπει να συντρέξει υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του εργοδότη (ΑΠ 731/2015), στοιχείο που δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή.
Επιπρόσθετα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν συντρέχει η αναγκαία για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης περίπτωση της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, που κατά τα εκτιθέμενα στη αγωγή, συνιστά η παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος στις προαγωγικές κρίσεις στις 17.7.2010 και της ζημιάς που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι του προκλήθηκε από την παραίτησή του στις 4.4.2011 μέχρι και τη συνταξιοδότησή του στις 9.9.2012 και που ανέρχεται στο ποσό που θα εισέπραττε ως μηνιαίο μισθό ως εντεταλμένος τμηματάρχης το ως άνω χρονικό διάστημα, καθότι μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς (παράλειψη προαγωγής) και της επικαλούμενης ζημίας, μεσολάβησε η παραίτηση του ενάγοντος μετά από χρονικό διάστημα 8 μηνών και 18 ημερών, από την παράλειψη προαγωγής του, που συνιστά πρόσθετο περιστατικό που διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που υπέστη από αυτή (παράλειψη προαγωγής) και για την αποκατάσταση της οποίας άλλωστε, όπως εκτίθεται στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων είχε ασκήσει προγενέστερη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 864/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναγνώρισε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη από 17.6.2010.
Το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αγωγή, ως μη νόμιμη με τις εσφαλμένες αιτιολογίες ότι η ζημιά που επικαλείται ο ενάγων προκλήθηκε από την παραίτησή του και ότι ισχυρίζεται μόνο ότι εξωθήθηκε σε παραίτηση εξ αιτίας της προς προαγωγή παράλειψης του, χωρίς να αναφέρει άλλα πραγματικά περιστατικά,από τα οποία να προκύπτει η εξώθηση του σε παραίτηση, και τέλος ότι ζητεί το ποσό των 400 ευρώ το μήνα που θα ελάμβανε ως εντεταλμένος τμηματάρχης για χρόνο που η εργασιακή του σχέση είχε λυθεί και χωρίς ο ενάγων να επικαλείται τη συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, που, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του έναντι συγκεκριμένου εργαζόμενου στον οποίο ο εργοδότης ανέθεσε καθήκοντα προϊσταμένου, να συνιστούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Και τούτο διότι δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο για τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, η αναφορά στην αγωγή και άλλων πραγματικών περιστατικών πέραν της παράλειψης προαγωγής του ενάγοντος, που, όπως αυτός ισχυρίζεται, τον εξώθησε σε παραίτηση και επιπρόσθετα δεν ήταν αναγκαία η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής, και επιπρόσθετων πραγματικών περιστατικών (πέραν της καταφανούς υπεροχής του ενάγοντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι συναδέλφων του) καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, εφόσον ο ενάγων, όπως προεκτέθηκε, με το δικόγραφο της αγωγής του δεν ζητούσε αποζημίωση λόγω παράλειψης τοποθέτησής του σε θέση ευθύνης (προϊσταμένου), όπως εσφαλμένα υπέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά ζητούσε αποζημίωση που ανερχόταν στο ποσό που θα ελάμβανε το ένδικο χρονικό διάστημα ως μηνιαίες αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη (5.813,93 ευρώ) αν δεν είχε παραληφθεί στις προαγωγικές κρίσεις, διευκρινίζοντας απλώς ότι αυτές ήταν ανώτερες κατά το ποσό των 400 ευρώ το μήνα σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε αυτός ως Τμηματάρχης (5.413,93 ευρώ).
Κατόπιν τούτων, το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη αγωγής ως μη νόμιμης, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της είναι ορθό. Συνακόλουθα, εφόσον η ένδικη αγωγή του ενάγοντος είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων με τους πρώτο, τρίτο και έβδομο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 57, 59, 71, 201, 207, 281, 288, 297, 298, 330, 334, 648 επ., 914, και 922 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920, και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, οι ως άνω λόγοι πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθούν ως αβάσιμοι (ΑΠ 2062/2022, 625/2021, 515/2018).
Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τους δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και όγδοο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς του από τους οποίους προέκυπτε η νομική βασιμότητα της αγωγής του και του αιτήματος αυτής για αποζημίωση από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς εφόσον η αγωγή του ενάγοντος είναι μη νόμιμη και συνεπώς τυχόν παραδοχή τους δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν μπορεί να επιφέρουν αναίρεση της ως άνω δικαιοδοτικής κρίσης περί της νομικής αβασιμότητας της αγωγής.
Τέλος και κατά το μέρος που με τους δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και όγδοο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.2.2023 και με αριθ. κατάθ. 4/23.2.2023 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 242/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ