Legislator Case Law & Legislation
434/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding lack of substantive ruling on legal basis.

Case Number 434/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiff's claim as legally unfounded. The appellant argued that the appellate court erred by rejecting the claim without a substantive ruling on the legal basis, claiming this violated procedural requirements. The court held that such an appeal is inadmissible when the lower court rejects a claim on procedural grounds without examining the merits, as no substantive legal basis can be violated in that scenario.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lack of a legal basis is inadmissible if the contested decision rejects the claim on procedural grounds without a substantive ruling on the merits.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lack of substantive ruling legal basis violation procedural rejection Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 434 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 434/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΗΜ. ΠΟΡΦΥΡΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μελιγό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Μ. – Ν. Γ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πασσά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 9/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 658/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2218/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-2-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 2218/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές οι εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 658/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, είχε συνεκδικάσει τις από 8-7-2013 και από 9-10-2013, αντίθετες, αγωγές αυτών και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη και στο σύνολό της τη δεύτερη από αυτές, υποχρεώνοντας την ηττηθείσα σε κάθε αγωγή εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο. Μετά, δε, την εξαφάνιση της άνω πρωτόδικης απόφασης, το κατ' έφεση Δικαστήριο, δικάζοντας επί των δύο αγωγών, απέρριψε αυτές Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).

Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004).

Στην περίπτωση, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η ανωτέρω πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Επίσης, αν προβάλλεται, ειδικότερα, αιτίαση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνεπεία της οποίας η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το περιεχόμενό της, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στο δικόγραφο αυτής για τη στήριξη του αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, καθώς και οι συγκεκριμένες αξιώσεις που ασκούνται, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, συνιστά ή όχι παραβίαση επικαλούμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και συνεπώς, να προκύπτει από το αναιρετήριο η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 699/2011, ΑΠ 137/2005, ΑΠ 495/2002).

Στην περίπτωση, όμως, που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει ο ενάγων στην αγωγή του και στηρίζουν το δικαίωμα και το αίτημα αυτού, και, συνεπεία αυτής της παράλειψής του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, τότε ιδρύεται ο, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1734/2009, ΑΠ 38/2006), εφόσον, με τη λήψη αυτών, θα κρινόταν ότι η αγωγή θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στην οποία στηρίζεται η ένδικη αξίωση.

Κατά την τελευταία διάταξη, ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή άλλη αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 173/2017).

Από το συνδυασμό δε αυτής της διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 566 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για την πληρότητα του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ειδικά και με πληρότητα, ποιο είναι το περιεχόμενο της αγωγής ως προς τη συγκεκριμένη αξίωση, ως προς την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, και αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής, καθώς οι αξιώσεις των οποίων αιτείται την αναγνώριση ή επιδίκαση, να παρατίθενται τα "πράγματα" που, μολονότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας, αν και ήταν υποχρεωμένο, ως παραδεκτά προτεινόμενα, αφού αποτελούν περιεχόμενο αυτής, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη και να εκτίθεται ποια επίδραση θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ότι αν λαμβάνονταν υπόψη, θα κρίνονταν νόμιμη η αγωγή και θα επηρεάζονταν ευνοϊκά το διατακτικό της απόφασης για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 11/2016), ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να προκύπτει από το αναιρετήριο η προβαλλόμενη παραβίαση της διάταξης.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος. Τέλος, η αοριστία των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 2100/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την, εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη, με τον πρώτο τούτων, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου περί αδικοπραξιών διατάξεις και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κρίνοντας ότι οι ενέργειες της αναιρεσίβλητης συνιστούν απλή αθέτηση της μεταξύ τους σύμβασης έργου και δεν έχουν το στοιχείο του παρανόμου για να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί αδικοπραξιών, αν και, οι αυτές οι ενέργειες, χωρίς να συνιστούν παράβαση συγκεκριμένου επιτακτικού ή απαγορευτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετες στη γενική υποχρέωση να μη προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου, όπως στην προκείμενη περίπτωση που η αναιρεσίβλητη προσέβαλε την αξιοπιστία και φήμη της αναιρεσείουσας και προκάλεσε φθορά στην ιδιοκτησία της, και με το δεύτερο εξ αυτών ότι, παραβίασε τις διατάξεις περί υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, καθόσον ενώ αυτή είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου, η προσβαλλόμενη εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 688-693 ΑΚ, που δεν είχαν εφαρμογή.

Εξάλλου, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, αιτιάται ότι, "Παρά το γεγονός ότι στην αγωγή μας συμπεριλάβαμε όλα τα απαραίτητα στοιχεία, όπως αναλυτικώς εκθέσαμε και ανωτέρω, τα οποία στοιχειοθετούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντιδίκου εταιρίας και θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμά μας, δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο".

Ακολούθως, αναπτύσσει ότι η αναιρεσίβλητη, "προκάλεσε (σ' αυτήν) την πεποίθηση ότι είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο για να επιτευχθεί η ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης πετρελαίου από το λέβητα σε 500 lt ετησίως, καθώς τέτοια εκτίμηση συμπεριέλαβε στην προσφορά της και την ενίσχυσε περαιτέρω με την αποδοχή της υπογραφής του συμβολαίου που περιείχε τον αντίστοιχο όρο.

Μάλιστα, για να μας πείσει να της αναθέσουμε το έργο, μας διαβεβαίωνε για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα και ισχυρίζονταν δια του αντιπροσώπου και εκπροσώπου της ότι έχει αναλάβει ανάλογα έργα στο παρελθόν, καθώς και ότι διαθέτει έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό για να εκτελέσει το έργο. Σε κάθε περίπτωση δεν θα είχαμε συμβληθεί μαζί της αν γνωρίζαμε ότι δεν ήταν σε θέση να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της.

Επιπλέον, παρά το ότι ήταν υπόχρεη από τη δικαιοπραξία να μας παρέχει τεχνική υποστήριξη για άμεση επίλυση των προβλημάτων που τυχόν θα ανέκυπταν, αυτή δεν αποκατέστησε το πρόβλημα, αγνοούσε τις τηλεφωνικές μας κλήσεις και ζητούσε επιπλέον αμοιβή παρά τους όρους εγγύησης καλής λειτουργίας της εγκατάστασης.

Συγκεκριμένα, όταν συνέβησαν οι εκρήξεις και οι καταστροφές απέφευγαν ακόμη και να επισκεφθούν το ξενοδοχείο μας. Μας ζητούσαν να τους καταβάλλουμε τα υπόλοιπα χρήματα και υποστήριζαν ότι για το λόγο αυτό δεν έρχονται να επιδιορθώσουν το έργο. Προσέτι, όταν πλέον διαπίστωσαν ότι θα γίνονται συνεχείς εκρήξεις και ζημίες μας πρότειναν να βρίσκεται άνθρωπος συνεχώς στη στέγη για να εξαερώνει την εγκατάσταση για να μη σκάσει".

Έτσι όπως διατυπώνονται οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, είναι εντελώς αόριστοι και συνεπώς, απαράδεκτοι. Τούτο διότι, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής και οι συγκεκριμένες αξιώσεις τις οποίες επιδιώκει και το αίτημα αυτής, όπως τα είχε προτείνει με το αγωγικό δικόγραφο, ούτε ποιοι ειδικότερα αυτοτελείς ισχυρισμοί ("πράγματα"), τους οποίους αυτή νόμιμα είχε προτείνει με την αγωγή της, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που την έκρινε μη νόμιμη, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης, συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς στους οποίους στήριζε η αναιρεσείουσα τις αξιώσεις της και επί πλέον, αν με τη λήψη αυτών υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα, ήτοι ότι η αγωγή ήταν νόμιμη.

Η ανάπτυξη του ιστορικού της υπόθεσης στο αναιρετήριο, δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωση αυτή, αφού η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι τούτο αποτελούσε περιεχόμενο της αγωγής της, πέραν του ότι, ουδόλως αναφέρει ποιες είναι οι ασκούμενες με αυτήν αξιώσεις και το αίτημά της, ώστε να κριθεί αν πραγματικά αυτά είναι νόμιμα.

Αναφορικά με τη ζημία της, αρκείται στην αναφορά ότι στο δικόγραφο της αγωγής περιγράφεται εκτενώς η ζημία που της προκάλεσε η αντίδικος "(θετική και αποθετική, ήτοι δαπάνες που προβήκαμε για την αποκατάσταση του προβλήματος, πτώση της τουριστικής κίνησης λόγω κλίματος πανικού που δημιουργήθηκε στην αρχή της τουριστικής περιόδου κ.α.)", παραπομπή, που δεν μπορεί να συμπληρώσει τη σχετική με το στοιχείο αυτό αοριστία.

Και υπό την εκδοχή ότι, ως αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν λήφθηκαν υπόψη, εννοεί όσα αναπτύσσονται στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, δεν ισχυρίζεται ότι αυτοί αποτελούσαν περιεχόμενο της αγωγής της, σε κάθε, δε, περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, κατά την έκθεση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχόμενου της αγωγής, με βάση το οποίο σχημάτισε την κρίση του για το νόμω βάσιμο αυτής, διαλαμβάνονται όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί και, συνεπώς, δεν παρέλειψε να τους λάβει υπόψη του.

Ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων που προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΑΠ 1042/2017).

Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει σαφώς ότι, για η ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τούτων, γεννάται η, από την ως άνω διάταξη, πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη νομική σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1280/2014).

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με αντιφατικές αιτιολογίες που στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση, απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε κρίση αυτού επί της ουσίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΗΜ. ΠΟΡΦΥΡΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της 2218/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ