Legislator Case Law & Legislation
41/2020 AI generated

41/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 41/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2317/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 347/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2018 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

41/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Keywords

AI generated
compensation for unlawful detention psychiatric confinement costs of detention fitness for detention excessive duration of detention lawful administrative detention
AI generated
2064/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
720/2021
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
1383/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά-Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
12/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
1900/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 41 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 41/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: D. D. του S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Μιλήση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2317/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 347/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την υπό κρίση αίτηση, διώκεται η αναίρεση της 347/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η με αριθμ. καταθ. 8225/9-12-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η με αριθμ. καταθ. 6815/17-11-2015 έφεση του αναιρεσίβλητου και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, 2317/2014, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε, εν μέρει, δεκτή η από 20-10-2009 αγωγή του πρώτου κατά του δευτέρου. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και, επομένως, πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται, ειδικότερα, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟΛΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996, AΠ 2104/2007, ΑΠ 461/2004).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου "για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", το οποίο έχει κυρωθεί με τον Ν. 2462/1997, αντιστοίχως, "Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία", "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας" και, "Κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης".

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1 εδ. α', 536 παρ. 1 και 2 εδ. α', 539 παρ. 1 και 540 παρ. 1 εδ. α', 2 και 3 ΚΠΔ, αντιστοίχως: "'Εχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: (α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου, και (γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας", "Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν", "Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή 8,804 ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου", "Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536", "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη που αυτός υπέστη", "Εκτέλεση ποινής θεωρείται και η προσωρινή κράτηση που υπολογίσθηκε σ' αυτή" και, "Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση που έγινε πριν από αυτήν με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση", ενώ βάσει των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 4 και 5 αρ. 1 Ν. 2943/2001, το ως άνω ανώτατο όριο επιδικαζομένης αποζημιώσεως του άρθρου 536 παρ. 2 εδ.

α' ποσού 29,347 ευρώ στρογγυλοποιείται στο ποσόν των 29 ευρώ. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ως προς την αναγνώριση της υποχρεώσεως του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα ποινικά δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει μεν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αλλά δεν έχει προσδιορισθεί το ύψος της αποζημιώσεως, ή εάν έχει προσδιορισθεί και το ύψος της αποζημιώσεως, αλλά ο δικαιούχος κρίνει το επιδικασθέν ποσό αποζημιώσεως ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του ή το Δημόσιο θεωρεί τούτο υπέρμετρο.

Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, των άρθρων 536 παρ. 2 και 539 παρ. 1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι η εν λόγω κατ' αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη και δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσόν των 29 ευρώ, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των οποίων φέρει ο ενάγων.

Κατά τη θέσπιση των εν λόγω διατάξεων ο νομοθέτης έλαβε υπ' όψιν και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητος, η οποία λειτουργεί ως περιορισμός των περιορισμών των δικαιωμάτων του ανθρώπου και εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου και μέσο συγκερασμού και εναρμονίσεως συγκρουομένων συμφερόντων, και την εξειδίκευσε με τη ρήτρα της επιτρεπτής υπερβάσεως του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου της επιδικαζομένης αποζημιώσεως όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις.

Η εν λόγω έννοια των εξαιρετικών περιπτώσεων συνιστά αόριστη νομική έννοια, η οποία συγκεκριμενοποιείται με βάση τις γενικές ρήτρες του αστικού δικαίου, ούτως ώστε, εάν ο προαναφερόμενος περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως, παρίσταται καταδήλως άδικος και επαχθής εις βάρος του δικαιούχου, συντρέχει βάσιμος λόγος επιδικάσεως ποσού αποζημιώσεως καθ' υπέρβαση του ορίου των 29 ευρώ μέχρι άρσεως της αδικίας (ΑΠ 260/2019, ΑΠ 1637/2017, ΑΠ 444/2015).

ΙΙΙ. Με τους δύο (μόνους) λόγους της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, συνιστάμενες στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 539 ΚΠΔ, στις οποίες, όπως ισχυρίζεται, υπέπεσε αυτό (Εφετείο): α) με το να κρίνει ότι δεν συντρέχει, ενώ, υπό τα πραγματικά περιστατικά, που, αναιρετικά ανέλεγκτα, αυτό δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, συνέτρεχε, στην προκειμένη περίπτωση, η προβλεπόμενη, από την προαναφερθείσα διάταξη εξαιρετική περίπτωση και, συνακόλουθα, με το να δεχθεί ότι η αποζημίωση, που του οφείλει το ήδη αναιρεσίβλητο, εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, για την (άδικη) κράτησή του, συνεπεία της αναφερόμενης στο αναιρετήριο ποινικής κατηγορίας, από την οποία, τελικά αμετάκλητα, αθωώθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 7.000 ευρώ, το οποίο δεν υπερβαίνει την, κατ' ανώτατο όριο, προβλεπομένη, από το νόμο, ημερήσια αποζημίωση των 29 ευρώ, σε περίπτωση μη συνδρομής τέτοιας εξαιρετικής περίπτωσης, παραβίασε τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Και, β) με το να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω δικανικό του πόρισμα, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Στα πλαίσια διενεργούμενης τακτικής ανάκρισης η 26η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών απήγγειλε, στις 23-1-2002, κατά του ενάγοντα, ο οποίος είναι αλλοδαπός με Βουλγαρική υπηκοότητα, κατηγορία για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, της παραχάραξης κατά συναυτουργία και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση.

Ο κατηγορούμενος και εδώ ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος, μετά την απολογία του, αφέθηκε ελεύθερος με τους περιοριστικούς όρους: α) της εγγυοδοσίας ύψους 500 ευρώ, β) της εμφάνισης την 1η και 16η κάθε μήνα στο AT του τόπου της κατοικίας του και γ) της απαγόρευσης εξόδου του από τη Χώρα. Στη συνέχεια, η υπόθεσή του εκδικάστηκε και δυνάμει της με αρ. 3308/1 1-12-2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κρίθηκε ένοχος της τέλεσης των ως άνω αδικημάτων και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 ετών.

Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε σχετικό αίτημα του τελευταίου και το δικαστήριο αποφάνθηκε να μην έχει ανασταλτική δύναμη η έφεση, που τυχόν θα ασκούσε. Έτσι, η ως άνω καταδικαστική απόφαση εκτελέστηκε και ο ενάγων κρατήθηκε στην κλειστή φυλακή Αλικαρνασσού από την 11-12-2003. Ο τελευταίος, στη συνέχεια άσκησε έφεση και αποφυλακίστηκε στις 22-12-2004 από την ως άνω κλειστή φυλακή, δυνάμει της με αρ. 2188/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτησή του περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής και διατάχθηκε η αποφυλάκισή του με την επιβολή περιοριστικών όρων.

Ακολούθως δυνάμει της με αρ. 719/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση και η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη (βλ. τα με αρ. ...-5-2006 και .../15-6-2006 πιστοποιητικά των Γραμματέων του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα), ο ενάγων κρίθηκε κατά πλειοψηφία αθώος της πράξης της παραχάραξης κατά συναυτουργία και ομόφωνα αθώος των λοιπών πράξεων, για τις οποίες κατηγορείτο.

Μετά την αμετάκλητη αθώωσή του, ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών την από 3-4-2006 αίτησή του, κατά τη διαδικασία των άρθρων 533-545 ΚΠΔ. Το ως άνω Δικαστήριο, με τη με αρ. 1971/2006 οριστική απόφαση του, δέχθηκε την αίτηση και προσδιόρισε την ημερήσια αποζημίωση του αιτούντα στο ύψος των 10 ευρώ και τη συνολική αποζημίωσή του στο ποσό των 3.740 ευρώ (ήτοι 10 ευρώ Χ 374 ημέρες κράτησης).

Ο ενάγων, γεννήθηκε στη Βουλγαρία το έτος 1968 και κατά την απολογία του διέμενε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Θησείο, ενώ ήταν έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την από 23-1-2002 απολογία του είχε έλθει τρεις μήνες πριν τη σύλληψή του (22-1-2002), ενώ η μεν συγκατηγορούμενη σύζυγος του, που καταδικάσθηκε τελεσίδικα για τις ως άνω πράξεις, είχε έλθει στην Ελλάδα πολύ καιρό πριν, το δε τέκνο τους είχε παραμείνει στη Βουλγαρία.

Η οικογένεια του ενάγοντα αντιμετώπιζε από τότε σοβαρά οικονομικό προβλήματα, εξαιτίας των οποίων κινδύνευαν να χάσουν την οικία τους στη Βουλγαρία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η φυλάκιση του ενάγοντα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, διήρκεσε από την 11-12-2003 έως την 20-12-2004, δηλαδή 374 ημέρες, του προκάλεσε θλίψη και στεναχώρια, αφού στερήθηκε το ύψιστο αγαθό της προσωπικής ελευθερίας και τον στιγμάτισε αρνητικά στον προσωπικό και κοινωνικό του περίγυρο.

Πέραν αυτών η φυλάκιση του προκάλεσε έντονο άγχος και πίεση, με αποτέλεσμα να κατατάξει σε δεύτερη μοίρα τα θέματα της υγείας του, τα οποία, όμως, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα σοβαρά. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την από 1-7-2006 επίκριση του τμήματος Ενδοκρινολογίας Μεταβολισμού και Σακχαρώδη Διαβήτη του Γ.Ν Νίκαιας- Πειραιώς "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", την άνοιξη του έτους 2003, ήτοι σε χρόνο πριν τη φυλάκισή του ο ενάγων παρουσίασε ανώδυνη διόγκωση στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα με συνοδό αδυναμία, καταβολή και διαρροϊκές κενώσεις.

Στις 15-5-2003 μετά από παραπομπή των χειρουργών που τον εκτίμησαν στην "Πολυκλινική", υποβλήθηκε στην "Κεντρική Κλινική Αθηνών" σε C/T τραχήλου - θώρακα, στις οποίες κατά αντιστοιχία διαπιστώθηκε ότι: "στη δεξιά πλάγια χώρα όπισθεν του στερνοκλειδομαστοειδούς μυός και της σφαγίτιδας φλέβας, απεικονίζεται ωοειδές μόρφωμα κεφαλουραίας διαμέτρου 5,5 εκ.

περίπου και προσθιοπίσθιας 2,5 εκ. με μικροτιτανώσεις και ανομοιογενή πρόσληψη του σκιαγραφικού. Το εν λόγω μόρφωμα θα μπορούσε να παριστά block λεμφαδένων της κάτω σφαγιτιδικής αλύσου, χωρίς να αποκλείεται άλλου τύπου βλάβη. Δεν απεικονίζονται παθολογικά διογκωμένοι λεμφαδένες αριστερά. Δεν ελέγχονται εμφανή παθολογικά ευρήματα από τη μελέτη των σιελογόνων αδένων, του ρινοφάρυγγα και του λάρυγγα".

Στη συνέχεια δε, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, και συγκεκριμένα την 11-12-2003 κρατήθηκε στην κλειστή φυλακή Αλικαρνασού σε εκτέλεση της καταδικαστικής του απόφασης. Η κατάσταση αυτή και συγκεκριμένα η μέριμνα του ενάγοντα και μάλιστα υπό καθεστώς έντονης θλίψης, στενοχώριας και άγχους, να αντιμετωπίσει όχι μόνο τα θέματα που άπτοντο της επιβίωσης της οικογένειάς του, αλλά το κυριότερο εκείνα που αφορούσαν στην προσωπική του ελευθερία, τιμή και υπόληψή του, υπήρξε η αιτία για την οποία έθεσε σε υποδεέστερη μοίρα την υγεία του και δεν φρόντισε για τη λεπτομερέστερη ιατρική διερεύνηση της πάθησής του.

Έτσι, μόλις τον 8° μήνα του έτους 2004, και μάλιστα επιδιώκοντας προεχόντως την αποφυλάκισή του για λόγους υγείας, ζήτησε την ιατρική επανεκτίμηση της κατάστασης της υγείας του. Για το λόγο αυτό παραπέμφθηκε στο ενδοκρινολογικό τμήμα του "Βενιζέλειου" νοσοκομείου, όπου και πραγματοποιήθηκε νέος κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος.

Σύμφωνα με τα ευρήματα των ιατρικών εξετάσεων ο ενάγων έπρεπε να υποβληθεί σε ολική θυρεοειδεκτομή με συναφαίρεση των δυο αριστερών παραθυρεοειδών αδένων και εκτεταμένο λεμφαδενικό καθαρισμό. Τελικά, στις 7-10-2004, εκτίοντας ακόμη την ποινή της φυλάκισής του, υποβλήθηκε σε σχετική χει-ρουργική επέμβαση (ολική θυρεοειδεκτομή με συναφαίρεση των δυο αριστερών παραθυρεοειδών αδένων και εκτεταμένο λεμφαδενικό καθαρισμό) στο νοσοκομείο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ.

Ακολούθησαν έξι χειρουργικές επεμβάσεις στο μυελοειδές Ca του θυρεοειδούς με μεταστατικές εστίες στο μεσοθωράκιο, εκ των οποίων η δεύτερη πραγματοποιήθηκε ενόσω ήταν ακόμη κρατούμενος, στις 18-11-2004. Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ως άνω κατάσταση και πορεία της υγείας του ενάγοντα ενέτεινε την έντονη στενοχώρια και το ψυχικό άλγος, που υπέστη λόγω της άδικης κράτησής του για τις ως άνω βαρύτατες κατηγορίες.

Πλην όμως, η ασθένεια από την οποία πάσχει ο ενάγων, ήτοι το σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας τύπου 2 Α δεν δύναται να συνδεθεί αιτιωδώς με το γεγονός της κράτησής του. Επίσης, ούτε και η ταχεία και δυσμενής επιδείνωση της ίδιας ασθένειας μπορεί να αποδοθεί στο ίδιο γεγονός, αλλά ούτε και σε αμέλεια του ενάγοντα σχετικά με την ιατρική της παρακολούθηση.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, κατά τη κρίση αυτού του Δικαστηρίου, δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 539 ΚΠΔ. Όμως, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932, 534, 536 και 538 ΚΠΔ), η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους της σε βάρος του ποινικής κατηγορίας ανέρχεται στο ποσό των επτά χιλιάδων (7000) ευρώ αφού ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, η ηθική του ταλαιπωρία, η έκταση της βλάβης και η βαρύτητα αυτής καθώς και η οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση.

Το ποσό αυτό είναι εύλογο, δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2(tm)• 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την παραπάνω διάταξη των άρθρων 533 επ.

ΚΠΔ... Συνυπολογιζομένου, δε, και του ποσού το οποίο του επιδικάσθηκε από το ποινικό δικαστήριο η αποζημίωση του ενάγοντα (7000 + 3740 = 10740 ευρώ) δεν υπερβαίνει το από το νόμο προβλεπόμενο ανώτατο όριο (29,34 Χ 374 ημέρες = 10.973 ευρώ)...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και, αφού απέρριψε την ένδικη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφού δέχθηκε ότι συντρέχει, εν προκειμένω, η εξαιρετική περίπτωση της διάταξης του άρθρου 539 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠΔ έκανε, εν μέρει, δεκτή την αγωγή, του πρώτου (αναιρεσείοντος), ως προς το ποσό των 20.000 ευρώ, την οποία (αγωγή) δέχθηκε και αυτό (Εφετείο), εν μέρει, για το μικρότερο, όμως, ποσό των 7.000 ευρώ, αφού έκρινε τα αντίθετα και δη ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 539 παρ. 1 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠΔ, κατά παραδοχή της αντίθετης έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1 εδ. α', 536 παρ. 1 και 2 εδ. α', 539 παρ. 1 και 540 παρ. 1 εδ. α', 2 και 3 ΚΠΔ. Τούτο δε διότι, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, ότι η επίμαχη κράτηση του αναιρεσείοντος δεν συνδέεται, αιτιωδώς, με την ως άνω ασθένειά του, η οποία προϋπήρχε, δεδομένου ότι αυτή (ασθένεια) είχε εκδηλωθεί πριν την έναρξη της ένδικης κράτησής του (αναιρεσείοντος) και ότι η, μετέπειτα, δυσμενής εξέλιξή της αντιμετωπίσθηκε με, επιτυχείς, επεμβάσεις, στις οποίες ο ίδιος υποβλήθηκε, κατόπιν εισαγωγής του, προς τούτο, σε κατάλληλα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα, ενόσω ήταν κρατούμενος, όπως ακριβώς θα γινόταν και αν αυτός δεν κρατείτο, δικαιολογούν την ως άνω κρίση του Εφετείου, ότι, δηλαδή, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 539 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠΔ, η αόριστη νομική έννοια της οποίας, επομένως, ορθά συγκεκριμενοποιήθηκε, από αυτό (Εφετείο) στην υπόψη περίπτωση, με βάση τις γενικές ρήτρες του αστικού δικαίου. Προσδιορίζοντας δε, περαιτέρω, το Εφετείο, την αποζημίωση του αναιρεσείοντος, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης από την, κατά τ' ανωτέρω, κράτησή του, στο ποσό των 7.000 ευρώ, με συνυπολογισμό και εκείνου των 3.740 ευρώ, το οποίο του είχε επιδικασθεί, προηγουμένως, για την ίδια αιτία, με την 1971/2006 απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν παραβίασε τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια της υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αφού ο περιορισμός της (ένδικης αποζημιώσεως) στο ανωτέρω ποσό δεν παρίσταται καταδήλως άδικος και επαχθής εις βάρος του δικαιούχου - ήδη αναιρεσείοντος, ώστε να συντρέχει βάσιμος λόγος να του επιδικασθεί μεγαλύτερο (ποσό).

Και τούτο διότι, από τη διαίρεση του ως άνω συνολικού ποσού της αποζημιώσεως των 10.740 (7.000 + 3740) ευρώ με τις 374 ημέρες της κράτησής του, προκύπτει ημερήσια αποζημίωση του αναιρεσείοντος ύψους 28,71 ευρώ, το οποίο εγγίζει το ανώτατο, προβλεπόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις, όριο των 29 ευρώ, ημερησίως, σε περίπτωση μη συνδρομής, ως εν προκειμένω, της εξαιρετικής περίπτωσης της προαναφερθείσας διάταξης (539 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠΔ). Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και αυτός ο λόγος της αναίρεσης. Τούτο δε, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ίδιου, λόγου, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, οι σχετικές, κρίσιμες, παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες φέρεται συντελεσθείσα η επικαλουμένη πλημμέλεια, πλην ενός, επιλεγέντος από τον αναιρεσείοντα και από δύο σειρές, του ενάτου φύλλου της αποτελουμένου, αποσπάσματος, με συνέπεια το ανέφικτο του αναιρετικού ελέγχου του (λόγου).

Απορριπτέος, ωσαύτως, κρίνεται και ο δεύτερος και τελευταίος, αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι, ενώ στο αναιρετήριο αναφέρονται, έστω αποσπασματικά, επιλεγμένες από τον αναιρεσείοντα, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι οποίες, όπως αυτός διατείνεται, είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, δεν αναφέρεται, συνάμα, για το εφικτό του αναιρετικού του ελέγχου και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιά, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία, για την επάρκειά τους, λείπουν για την πληρότητα αυτής ούτε, αναφέρεται, περαιτέρω, σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις, και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών της (αναιρεσιβαλλομένης) προκύπτουν αυτές.

ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 347/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτό, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-09-2018 αίτηση για αναίρεση της 347/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου