Supreme Court allows appeal against labor court decision for violation of substantive law regarding unilateral contract modification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court judgment, finding a violation of substantive law. The appellant argued that the employer failed to prove the legality of a unilateral reduction in duties and salary, which constituted a detrimental modification of the employment contract. The court agreed that the lower court's reasoning was insufficient to justify the employer's actions as within its managerial authority.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; A violation of substantive law occurs when a court decision lacks a legal basis or fails to provide adequate reasoning for its findings, thereby rendering the decision legally unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 418 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 418/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαϊωάννου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Τ. του Ι. , κατοίκου ... Αττικής, και 2)σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τσαλαπάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις ξεχωριστές για τον καθένα τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-06-2015 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5378/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 09-12-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (πρβλ. ΠλΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 214/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 757/2015).
[2] Κατά το άρθρο 7 εδ. α' ν.2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος-άρθ.281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652§1 και 656§1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες (α) να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ' άρθ.361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν.2112/1920 και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές ή και ηθικές συνέπειες, όπως η μείωση των αποδοχών του κλπ. (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014). Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη, και δη για την κρίση ως προς τον χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη σε σχέση με αυτήν που κατείχε προηγουμένως, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται και ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον αυτή είναι οριστική και μόνιμη κατά τον ως άνω χρόνο (ΑΠ 126/2011).
Τέλος, κατά το άρθ.281 ΑΚ η άσκηση κάθε δικαιώματος, όπως είναι και το δικαίωμα καταβολής αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθ.1 και 3 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν.3198/1955 προκύπτει, ότι σε κάθε περίπτωση καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται, εκτός των άλλων, και η καταβολή στον μισθωτό της νόμιμης αποζημίωσης, ανεξάρτητα από τον λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία), ως εκ τούτου δε ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη (εκτός δηλ.
της συνισταμένης σε καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη) υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, όταν, όμως, ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλ. με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε μόνον η ενάσκηση της αξίωσης για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθ.281 ΑΚ (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 38/2004, ΑΠ 1080/2003, ΑΠ 233/2003).
Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής και από την ρητή διατύπωσή της είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της και την θεμελίωση της σχετικής ένστασης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 17/1995) και συνακόλουθα η καταρχήν παραδοχή αυτού (όπως ισχύει για όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις), του οποίου, όμως, η άσκηση και μόνον υπερβαίνει "προφανώς" στην συγκεκριμένη περίπτωση τα εκεί αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια.
[3] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά το ν. 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή. Με τη διάταξη αυτή θεσπίσθηκε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 280 ΑΚ, άσκησης του δικαιώματος του μισθωτού που απολύθηκε για καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης. Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται και είναι απαιτητή από την ημέρα της απόλυσης (ΟλΑΠ 16/1994). Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για απόληψη της νόμιμης αποζημίωσης από το μισθωτό που έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες του, γιατί θεωρεί τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, αρχίζει από το χρονικό σημείο που ο εργαζόμενος απέκρουσε τη μεταβολή και αποχώρησε από την εργασία (ΑΠ 151/1988). Μάλιστα η συνέχιση της εργασίας του υπό το νέο καθεστώς δεν συνιστά αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής, αν ο μισθωτός ρηματικά γι' αυτήν διαμαρτυρήθηκε. Κατά συνέπεια, αν περάσει το εξάμηνο, χωρίς να ασκηθεί από το μισθωτό, του οποίου καταγγέλθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με αυτό τον τρόπο, η σχετική αγωγή για την καταβολή της, τυχόν ασκούμενη μετά την πάροδο του εξαμήνου είναι απαράδεκτη (ΑΠ 282/2018, ΑΠ 151/1988).
[4] Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:
Με αγωγή που άσκησε ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκθέτει, ότι προσλήφθηκε την 01-07-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη, εκδότρια της εφημερίδας μικρών αγγελιών με τίτλο "Χρυσή Ευκαιρία", ως υπάλληλος με πενθήμερη πλήρη απασχόληση, ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του συμφωνήθηκαν αυτοί που προβλέπονται από τις αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενες ισχύουσες ΣΣΕ.
Ότι συμφωνήθηκε επίσης να αναγνωριστεί η προϋπηρεσία του στην Α.Ε με την επωνυμία "Εκδόσεις Χ.Κ. Τεγόπουλος ΑΕ", στην οποία είχε προσληφθεί την 09-04-1987, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, σε περίπτωση απόλυσής του, καθώς επίσης ότι το προσωπικό που εργαζόταν στην ως άνω εταιρία και μεταφέρθηκε στην εναγομένη ως διάδοχο αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων, θα είχαν πλήρη και ρητή αναγνώριση του διανυθέντος σ'αυτήν χρόνου προϋπηρεσίας, για τα εξ'αυτής συνεχόμενα δικαιώματα.
Ότι τα καθήκοντα του κατά τον χρόνο μεταβίβασης της εφημερίδας Χρυσής Ευκαιρίας στην εναγομένη, ήτοι τον Ιούνιο 2008, ήσαν του προϊσταμένου του εμπορικού τμήματος και ειδικότερα ήταν υπεύθυνος του τμήματος λιανικών πωλήσεων μικρών αγγελιών, υπεύθυνος ορθής καταχώρισης των μικρών αγγελιών στην εφημερίδα κατά τα συμφωνηθέντα με τους πελάτες και υπεύθυνος τιμολόγησης-εισπράξεων.
Ότι η εναγομένη τον Ιανουάριο του 2010 χωρίς κανένα εμφανή λόγο του αφαίρεσε την αρμοδιότητα του υπευθύνου πωλήσεων μικρών αγγελιών λιανικής και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους την αρμοδιότητα του τμήματος είσπραξης-τιμολόγησης. Επιπλέον περί τις αρχές του έτους 2010 γινόταν δέκτης ειρωνικών σχολίων εκ μέρους των αμέσων προϊσταμένων του, ότι τον Σεπτέμβριο του 2013 μειώθηκαν μονομερώς παράνομα και αυθαίρετα οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 2700 ευρώ αντί του ποσού των 3246,53 ευρώ που λάμβανε μέχρι τότε, ότι τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο του 2014 του δόθηκε εντολή από την οικονομική διεύθυνση να εκπαιδεύσει στο αντικείμενο του άλλους συναδέλφους.
Ότι οι ενέργειες αυτές της εναγομένης αποτελούσαν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και γι' αυτό τον λόγο με την από 31-12-2014 εξώδικη δήλωσή του, η οποία περιήλθε αυθημερόν στην εναγομένη άσκησε τα εκ του νόμου δικαιώματά του και την κάλεσε να του καταβάλει την δικαιουμένη αποζημίωση απόλυσής του, διότι την μονομερή αυτή μεταβολή θεωρεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, και επιπλέον της κατέστησε σαφές, ότι το σχέδιο που εξύφανε και εφάρμοσε της εργασιακής απαξίωσης και της μείωσης της προσωπικότητάς του, ότι συνιστά και προσβολή αυτής.
Ζήτησε δε, μετά από νόμιμο περιορισμό εν μέρει του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 47.451, 42 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 20.000 ευρώ για την ίδια αιτία νομιμότοκα από 31.12.2014, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντα, εκδόθηκε η 189/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 47.451, 42 ευρώ νομιμότοκα από 01-01-2015 και το ποσό των 2.000 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και την υποχρέωσε να του καταβάλει επίσης το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από 01-01-2015.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 06-03-2017 έφεση η εναγομένη, και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, η οποία δέχθηκε τα εξής:
«| Ο ενάγων συνεδέετο με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 01-07-2008. Η εναγομένη επιχείρηση απέκτησε το σήμα της εφημερίδας αγγελίας "Χρυσή Ευκαιρία" κατόπιν απόσχισης του οικείου κλάδου και πώλησης από την αρχική ιδιοκτήτρια "Εκδόσεις Χ.Κ. Τεγόπουλος Α.Ε''. Το προσωπικό μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, που εργαζόταν από 09-04-1987, μεταφέρθηκε στην εναγομένη με πλήρη και ρητή αναγνώριση του διευθυντή χρόνου προϋπηρεσίας γεγονός που δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη.
Τα καθήκοντα του ενάγοντος κατά το χρόνο μεταβίβασης ήταν αυτά του προϊσταμένου εμπορικού ελέγχου και χρέωσης, πιστωτικού ελέγχου είσπραξης και του τμήματος εμπορικών αγγελιών και δημοσίευσης. Η διοίκηση της εναγομένης από την αρχή αντιμετώπιζε εχθρικά τον ενάγοντα καθόσον ήταν μέλος του δ.σ της ΕΠΗΕΑ (Ένωση Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών) αγωνίστηκε για τη διατήρηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των συναδέλφων των διοικητικών υπαλλήλων.
Ο ενάγων τον Νοέμβριο του 2009 αρνήθηκε να υπογράψει νέα σύμβαση βάση της οποίας οι αποδοχές του δεν θα ορίζονται βάσει των εκάστοτε οικείων ΣΣΕ με αποτέλεσμα τη μείωση των λαμβανομένων αποδοχών του. Αφαιρέθηκαν σταδιακά δε οι αρμοδιότητες του. Τον Ιανουάριο του 2010 αφαιρέθηκαν η αρμοδιότητα του υπευθύνου πωλήσεων μικρών αγγελιών λιανικής και τον Οκτώβριο του 2010 οι αρμοδιότητες του τμήματος είσπραξης τιμολόγησης.
Οι οικονομικοί διευθυντές της εναγομένης Ν. Μ. και Χ. Σ. διατυπώνουν δημόσια ειρωνικά σχόλια για τη συνδικαλιστική δραστηριότητά του και τον προσφωνούσαν "πρόεδρε" και "στην ηλικία σου χρειάζεται ζακετάκι". Περαιτέρω με φράσεις "τι ξέρεις από αγγελίες" και "γιατί σε φωνάζουν στην ομάδα εργασίας για να φτιάξεις το plan της εταιρείας για το 2016" που παρουσία των συναδέλφων του ανέφεραν τα προαναφερθέντα διευθυντικά στελέχη υποτιμούσαν τις γνώσεις και την εμπειρία στο αντικείμενο της εργασίας του.
Εξάλλου δε μειώθηκαν οι αποδοχές του τον Σεπτέμβριο του 2013 στο ποσό των 2700 ευρώ (μικτές αποδοχές) αντί των 3.246,53 ευρώ, που ελάμβανε μέχρι τότε. Τον Φεβρουάριο του 2014 του ανέθεσαν να εκπαιδεύσει τους συναδέλφους του Α. και Α. στο αντικείμενο της αρμοδιότητας του με απώτερο σκοπό να αναλάβουν εκείνοι τα καθήκοντα του.
Ο ενάγων με την από 31-12-2014 εξώδικη δήλωση του που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγομένη (βλ. την υπ' αριθμ. ... /31.12.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Χαρ. Δημητρακόπουλου) διαμαρτυρήθηκε για την αυθαίρετη και παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων τις εργασίας του δηλώνοντας ότι τη θεωρεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του.
Η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ξεφεύγει των ορίων θεμιτής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος και απέβλεπε στον εξαναγκασμό του ενάγοντα σε παραίτηση. Οι προαναφερθείσες συμπεριφορές δεν ήταν μεμονωμένες αλλά ενταγμένες στο σχέδιο της εναγομένης για την απομάκρυνση με αζήμιο τρόπο γι' αυτήν του ενάγοντα.
Βάσει των προαναφερθέντων η συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν προφανώς οικειοθελής αποχώρηση αλλά νόμιμη άσκηση δικαιώματος λόγω της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σ' αυτήν την νόμιμη ενέργεια του κατ' ενάσκηση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του αφού η μετέπειτα εξεύρεση εργασίας του στον ΕΔΟΕΑΠ δεν σχετίζεται με την μέχρι τότε συμπεριφορά του και είναι εύλογο αντιλαμβανόμενος την απομάκρυνση του να προσπαθούσε να εξεύρει αλλού εργασία.
Εξάλλου η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντα αφορά οφειλόμενη αποζημίωση λόγω καταγγελίας και όχι μισθούς υπερημερίας, οπότε θα είχε δημιουργηθεί θέμα με την εργασία του κατά την διάρκεια της υπερημερίας της εναγομένης. Ενόψει των προαναφερθέντων η προβαλλόμενη με λόγο έφεσης ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ήθελε να τον αναβαθμίσει αναθέτοντας καθήκοντα υπευθύνου λειτουργίας της εφημερίδας.
Συνεπώς αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά παράνομη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντα και δικαιούται λόγω της θεωρούμενης καταγγελίας την οφειλόμενη αποζημίωση λόγω καταγγελίας. Πρέπει δε να λάβει 3.246,53 x 12 μήνες = 38.958, 36 + 1/6 (αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 38.958, 36 + 2.000 x 11 μήνες (συμπλήρωση 27 ετών προϋπηρεσίας) = 67.450,42. Πρέπει δε να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η προσωπικότητά του από την προαναφερθείσα μειωτική γι αυτόν συμπεριφορά της εναγομένης (δια των αρμοδίων διευθυντικών οργάνων της). Είναι δε αυτό το ποσόν εύλογο λαμβανομένων υπόψη του είδους της βλάβης, της διάρκειας της, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντος.
Πρέπει λοιπόν η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη εν μέρει, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει 49.451,42 ευρώ εκ των οποίων 47.451,42 ευρώ νομιμότοκα από 01-01-2015 και 2.000 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από 01-01-2015|».
Μετά τις παραδοχές του αυτές απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 2 και 3 μείζονες σκέψεις και οι ανεπαρκείς και ασαφείς αυτές αιτιολογίες δεν καθιστούν εφικτό να κριθεί αν υπήρξε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος και άσκηση εκ μέρους του δικαιώματος να θεωρήσει την μεταβολή αυτή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ή αν υπήρξε οικειοθελής αποχώρησή του, και περαιτέρω δεν επιτρέπουν τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα ενώ δέχεται (α) ότι τον Ιανουάριο του 2010 αφαιρέθηκαν από τον ενάγοντα η αρμοδιότητα του υπευθύνου πωλήσεων μικρών αγγελιών λιανικής και τον Οκτώβριο του 2010 οι αρμοδιότητες του τμήματος είσπραξης τιμολόγησης, δεν διευκρινίζει ποια ακριβώς ήσαν τα καθήκοντα του ενάγοντος μετά την πρόσληψή του από την εναγομένη την 01-07-2008, ενώ αναφέρει αυτά "που είχε κατά το χρόνο μεταβίβασης", ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος του αν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του, εκ της αφαιρέσεως των αρμοδιοτήτων αυτών και επέκεινα σκοπός υποβιβασμού του με την αφαίρεση αυτή και αθέτηση της συμφωνίας τους ή αν η αφαίρεση αυτή ενέπιπτε εντός του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης.
Επίσης και δεν διευκρινίζει αν κατά αυτής της αφαιρέσεως των άνω αρμοδιοτήτων, που έλαβαν χώρα το έτος 2010 διαμαρτυρήθηκε ο ενάγων τότε ή έστω αργότερα, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά, (β) ενώ δέχεται ότι μειώθηκαν οι αποδοχές του ενάγοντα τον Σεπτέμβριο του 2013, από το ποσό των 3246,53 ευρώ στο ποσό των 2700 ευρώ, δεν διευκρινίζει αν διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη για την μείωση αυτή πριν την αποστολή της από 31-12-2014 εξώδικης δήλωσής του, για να μπορεί να ελεγχθεί αν εχώρησε τυχόν σιωπηρή αποδοχή της μείωσης αυτής δια της παρόδου του χρονικού αυτού διαστήματος των 15 μηνών, οπότε σ'αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει βλαπτική μεταβολή της σύμβασής του, γ) ενώ δέχεται ότι υπήρξε παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης που ξεφεύγει των ορίων θεμιτής άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος και απέβλεπε στον εξαναγκασμό του ενάγοντα σε παραίτηση, δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό, που να υποδηλώνει την παράνομη αυτή συμπεριφορά της, γιατί προφανώς η προσφώνηση του ενάγοντα εκ μέρους των οικονομικών διευθυντών με τις φράσεις ''πρόεδρε'', ''στην ηλικία σου χρειάζεται ζακετάκι'' κλπ απέχουν από το να χαρακτηριστούν υβριστικές και παράνομες, ούτε άλλωστε η ανάθεση σ'αυτόν να εκπαιδεύσει συναδέλφους του είναι μεμπτό και από μόνο του δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα λόγων αναίρεσης, γιατί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του, που κρίθηκε βάσιμος να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνο που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5378/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ