Legislator Case Law & Legislation
416/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to insufficient evidence of fraud and procedural defects.

Case Number 416/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Debtors' Fund against the First Instance Court's judgment in a debt restructuring case. The appellant argued that the debtor concealed financial details to commit fraud, but the court found the appeal inadmissible because the specific amounts, timing, income, and expenses required to prove fraud were not substantiated. Consequently, the court ruled that the original judgment was correct and the appeal lacked legal merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 1 of Law 3869/2010; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The burden of proving fraud in debt restructuring cases requires precise details regarding loan amounts, timing, income, and expenses; an appeal based on vague allegations of concealment without these specific facts is inadmissible.

Keywords

AI generated
debt restructuring fraud insufficient evidence burden inadmissible appeal Article 3869/2010 Article 560 Civil Procedure financial concealment procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 1 para. 1 of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 760 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 28 para. 4 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 para. 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 780/2022
Bank appeal dismissed; appeal against appeal remanded due to failure to consider all arguments.
AP 1376/2021
Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy ruling, citing lack of legal basis and insufficient reasoning.
AP 67/2020
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding lower court's factual assessment of insolvency. The court rejects the appellant's claim of fraudulent evasion of debt. The decision confirms that the lower court did not violate substantive law by rejecting the fraud argument. The appeal is inadmissible as it attacks the court's evaluation of evidence. The ruling emphasizes that the lower court's factual findings are not subject to appellate review. The court concludes that the appellant failed to prove the required elements for debt restructuring. The decision upholds the original judgment on debt restructuring matters. The appeal is dismissed due to lack of legal grounds. The court maintains the lower court's decision on the debt restructuring case.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 1150/2019
Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction decision regarding estate property management in Greece.
AP 507/2020
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt case due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AP 1379/2019
Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.
AP 882/2019
Supreme Court dismisses appeal on debt collection, ruling lower court's factual assessment was legally sound.
AP 156/2018
Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring law grounds, citing insufficient evidence of fraudulent insolvency.
AP 1208/2017
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient reasoning on insolvency grounds.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 416 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 416/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Χ., κατοίκου Αψάλου Αλμωπίας Πέλλας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Τραΐτση και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2013 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 361/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26-02-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/01-03-2021, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 68/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη και εφόσον περαιτέρω κατά τα λοιπά έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 4.338/24-09-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ευάγγελου Δ. Ασημάκη, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 26-02-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/01-03-2021, αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (07-10-2022) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη αυτή ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον η ανωτέρω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [ και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 06-09-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας στις 06-09-2013, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018).(ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015). Εξάλλου, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 προβλέπεται η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη "εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Υπό τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις (ρευστοποιήσιμη περιουσία - απαραίτητη η εκποίηση) προφανές είναι ότι τα κριτήρια για να διαταχθεί η εκποίηση (και αυτεπαγγέλτως) από το Δικαστήριο είναι:

α) το αντικείμενο της εκποίησης να προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης ενδιαφέροντος από πιθανό αγοραστή και β) το προϊόν της εκποίησης να καλύπτει τα έξοδα της εκποίησης και να αφήνει ως υπόλοιπο ένα ουσιώδες ποσό για την αποπληρωμή των πιστωτών (ΑΠ 778/2022). Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό.

Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ( ΑΠ 1543/2021, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 632/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 17 Ν.4161/2013) ορίζεται ότι : 2. " Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας...". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου).

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Δημιουργείται με τη διάταξη αυτή ένα προστατευτικό πλέγμα της κύριας κατοικίας του οφειλέτη έναντι των πιστωτών του, οι οποίοι κωλύονται κατά νόμο να επιχειρήσουν εκτέλεση της κατοικίας του αυτής, εφόσον το σχετικό αίτημά του γίνει δεκτό από το δικαστήριο.

Ειδικότερα, για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία από την εκποίηση πρέπει να υποβληθεί αίτημα από τον οφειλέτη, οπότε το δικαστήριο εφόσον διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου, θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών για τη διάσωσή της. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ως άνω νόμου, όπως ανωτέρω ίσχυε, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική ( ΑΠ 490/2021, ΑΠ 120/2020, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 632/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (01.03.2021), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Ο αιτών, ηλικίας 59 ετών, είναι νοσηλευτής και εργάζεται στο Γ.Ν.

Έδεσσας, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 1.011,24 ευρώ. Είναι παντρεμένος με τη Μ. Κ. του Δ., ηλικίας 56 ετών, και από τον μεταξύ τους γάμο έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, την Π., γεννηθείσα την 9-3-1983, και τον Χ., γεννηθέντα την 9-8-1984, τα οποία είναι οικονομικά ανεξάρτητα και διαβιούν εκτός οικογενειακής στέγης.

Η σύζυγος του αιτούντος είναι άνεργη, χωρίς να λαμβάνει σχετικό επίδομα και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ. Αμφότεροι κατοικούν σε ισόγεια οικία, εμβαδού 151 τ.μ., που κτίστηκε το έτος 2003, επί του υπ' αριθ. ... κληροτεμαχίου Ε' κατηγορίας, έκτασης 3.375 τ.μ., στη θέση "Συκιές" του αγροκτήματος Αψάλου Αλμωπίας Ν.

Πέλλας, συνορεύον ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Δ. Ε., δυτικά με δρόμο, βόρεια με δρόμο και νότια με αγρό ιδιοκτησίας Π. Ε., που περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον αιτούντα με την υπ' αριθ. 16/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, που μεταγράφηκε νόμιμα την 27-6-2001, στον τόμο 587 και με αριθμό ... στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, ο αιτών είχε συνάψει: 1) με την τράπεζα Eurobank, την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από την οποία οφείλει, με τόκους και έξοδα, ως την 11-11-2015, το ποσό των 24.642,01 ευρώ, και 2) με το ΤΠΔ, την υπ' αριθ. λογ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ανεξόφλητο υπόλοιπο της οποίας είναι, ως την 30-6-2015, το ποσό των 71.735,23 ευρώ.

Το συνολικό ύψος των οφειλών προς τους πιστωτές του αιτούντος ανέρχεται σε 96.377,24 ευρώ. Το ΤΠΔ, προς εξασφάλιση της προερχόμενης από την ως άνω σύμβαση απαίτησης του, ενέγραψε την 10-12-2002, επί της ως άνω κύριας κατοικίας, ιδιοκτησίας του αιτούντος, υποθήκη ποσού 97.700 ευρώ, στον τόμο 72 και με αριθμό ... των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλμωπίας.

Για την απαίτηση αυτή, που είναι ασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια, ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Για την απαίτηση της Τράπεζας Γιούρομπανκ δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη εμπράγματης ασφάλειας και, συνεπώς, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμη, υπολογίζεται, δε, με την τρέχουσα αξία της κατά τον χρόνο αυτόν (άρθ. 6 παρ. 3γ Ν. 3869/2010).

Βάσει των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2009 ως και 2015, προκύπτει, ότι το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στα ποσά των 19.922,61 ευρώ (εκ του οποίου 1.164 ευρώ από εκμίσθωση αγροτεμαχίων και το υπόλοιπο από μισθωτές υπηρεσίες), 20.528,39 ευρώ (εκ του οποίου 1.164 ευρώ από εκμίσθωση αγροτεμαχίων και το υπόλοιπο από μισθωτές υπηρεσίες), 17.566,38 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 18.083,50 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 14.188,13 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), 13.806,56 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες) και 14.666,30 ευρώ (από μισθωτές υπηρεσίες), αντίστοιχα.

Καθίσταται εμφανές, ότι από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2015, ο μισθός του αιτούντος μειώθηκε κατά 5.000 ευρώ, περίπου, ετησίως. Από την εκτίμηση των μειώσεων των ετήσιων αποδοχών του τελευταίου προκύπτει, ότι αυτές (οι ετήσιες αποδοχές) έχουν υποστεί περικοπή τέτοια, που δικαιολογεί την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις.

Τούτος κατέφυγε σε τραπεζικό δανεισμό, για να εξυπηρετήσει πρωτίστως τις στεγαστικές του ανάγκες. Το δε καταναλωτικό δάνειο, που έλαβε από την τράπεζα Γιούρομπανκ, εκτιμάται ότι δεν αποσκοπούσε σε πολυτελή διαβίωση. Ο αιτών είχε εκχωρήσει μέρος του μισθού του προς το ΤΠΔ, για την αποπληρωμή του άνω στεγαστικού δανείου.

Η παρακράτηση αυτή γινόταν κανονικά κάθε μήνα από το Ταμείο, μέχρι την έκδοση προσωρινής διαταγής επί της κρινόμενης αίτησης, με αποτέλεσμα να μην εμφανίζεται καθυστέρηση στην αποπληρωμή του, γεγονός που, ωστόσο, δεν αναιρεί την πλήρη, μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος προς τους μετέχοντες πιστωτές του, μη αποδιδόμενη σε δόλο.

Πέραν του ως άνω ακινήτου, ο αιτών έχει στην κυριότητά του α. τα κάτωθι κείμενα στο αγρόκτημα Αψάλου αγροτεμάχια, ήτοι το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Γ, έκτασης 2775 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Ζ, έκτασης 1.500 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Η, έκτασης 500 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Θ, έκτασης 1500 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Α, έκτασης 1140 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Α, έκτασης 660 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Α, έκτασης 728 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Α, έκτασης 1086 τ.μ., το υπ' αριθ. ..., κατηγορίας Γ, έκτασης 2310 τ.μ., συνολικής εμπορικής αξίας 6.099,50 ευρώ, και β.

το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΕΕΗ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI Motor C τύπου Accent, 1341 cc, με χρονολογία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 1999, εμπορικής αξίας 1.000 ευρώ, η εκποίηση των οποίων δεν κρίνεται πρόσφορη, διότι το αυτοκίνητο είναι αναγκαίο για τις μετακινήσεις του αιτούντος και της συζύγου του, ενώ τα ακίνητα, λόγω της μικρής σχετικά αξίας τους, καθώς και του ότι έχουν μείνει επί μακρόν ανεκμετάλλευτα, λόγω του ότι ο αιτών στερούνταν κατάλληλου εξοπλισμού προς τούτου, σε περίπτωση εκποίησης τους δεν αναμένεται να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.).

Ο αιτών δεν έχει άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία, ούτε τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές ή μερίσματα ή ομόλογα, ενώ δεν προέβη σε μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κατά την τελευταία τριετία. Επομένως, εφόσον ο αιτών δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτών του, το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από το εισόδημά του, για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, προς μερική εξόφληση των οφειλών του.

Το συνολικό προς διάθεση προς τους πιστωτές ποσό προκύπτει από την αφαίρεση των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης του ίδιου και της συζύγου του, ύψους 860 ευρώ, από το μηνιαίο τους οικογενειακό εισόδημα, προερχόμενο αποκλειστικά από τον μισθό του αιτούντος, ύψους 1.010 ευρώ περίπου. Με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και, ειδικότερα, σε αυτή των άρθ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1 και 2.

Έτσι, η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριες από τα εισοδήματά του επί πενταετία. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στις πιστώτριές του ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών οικογενειακών του αναγκών και της προοπτικής βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης, ανέρχεται σε 150 ευρώ/μήνα.

Από το ποσό των 150 ευρώ αναλογεί 1) στην Τράπεζα Eurobank, για την υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 38,35 ευρώ (150X24.642,01:96.377,24), και 2) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την υπ' αριθ. λογ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 111,65 ευρώ (150X71.735,23:96.377,24). Περαιτέρω, πρέπει να συνυπολογιστούν και οι καταβολές που έγιναν με βάση την από 7-11-2013 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Αλμωπίας στις καταβολές του άρθ. 8 παρ. 2 του νόμου, που αφορά τις επί πενταετία καταβολές, τόσο ως προς το ποσό, όσο και ως προς τον χρόνο αυτών.

Έτσι, μετά τον συνυπολογισμό του χρόνου των 49 μηνών των προσωρινών καταβολών (από τον Δεκέμβριο του έτους 2013 ως και τον Δεκέμβριο του έτους 2017), ο χρόνος της οριστικής ρύθμισης περιορίζεται σε 11 μήνες. Επειδή το ποσό των προσωρινών καταβολών υπολείπεται του ποσού της οριστικής ρύθμισης, ο αιτών υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών της ρύθμισης του άρθ. 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010.

Το ποσό της διαφοράς ανέρχεται σε 50 ευρώ/μήνα (150-100 ευρώ) και, συνολικά, σε 550 ευρώ, θα καταβληθεί, δε, αμέσως μετά τη λήξη της οριστικής ρύθμισης, δηλαδή μετά τους 11 μήνες και μέσα σε ένα χρόνο από το χρονικό αυτό σημείο, εντόκως από τον χρόνο αυτόν της έναρξης του έτους, με το επιτόκιο των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξανόμενο κατά 2,50 εκατοστιαίες μονάδες.

Σημειώνεται, ότι η απαλλαγή του οφειλέτη θα επέλθει μετά την ολοκλήρωση και των πιο πάνω συμπληρωματικών καταβολών, αφού αποτελούν μέρος της ρύθμισης των καταβολών του άρθ. 8 παρ. 2. Η παραπάνω ρύθμιση του άρθ. 8 παρ. 2 θα συνδυαστεί με αυτήν του άρθ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, αφού υποβάλλεται σχετικό αίτημα από τον αιτούντα για εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, ιδιοκτησίας του.

Έτσι, πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση αυτής. Η αντικειμενική της αξία ανέρχεται σε 35.158,26 ευρώ, το ποσό, δε, αυτό δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση.

Συνεπώς, ο αιτών οφείλει να καταβάλλει ποσό ίσο με το 80% της αντικειμενικής αυτής αξίας, δηλαδή 28.126,61 ευρώ, το οποίο είναι μικρότερο του υπολοίπου της οφειλής του αιτούντος μετά τον συνυπολογισμό των επί πενταετία καταβολών του, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθ. 8 παρ. 2. Ο χρόνος αποπληρωμής του άνω ποσού θα οριστεί σε 16 έτη, λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας του στεγαστικού δανείου, του ύψους του χρέους, της οικονομικής δυνατότητας του αιτούντος και της ηλικίας του.

Το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 146,50 ευρώ (28.126,61:192 μήνες). Η αποπληρωμή του ποσού θα γίνει εντόκως χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ οι μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται εντός των πέντε πρώτων ημερών του πρώτου μήνα, μετά τη λήξη του διαστήματος του ενός έτους και έντεκα μηνών, οπότε θα λήξουν οι καταβολές της προηγούμενης ρύθμισης, ώστε να μην συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 8 και να επιβαρυνθεί ο αιτών με δύο μηνιαίες δόσεις, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις του.

Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, θα ικανοποιηθεί, κατ' άρθ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, η απαίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη και προέρχεται από σύμβαση στεγαστικού δανείου. Οι λοιπές απαιτήσεις, κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από τις καταβολές της πενταετίας, ούτε, περαιτέρω, μετά την εξάντληση του ποσού των 28.126,61 ευρώ, που αποτελεί το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του αιτούντος, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στον αιτούντα.

Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που όμοια έκρινε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα διατυπώνονται με τους, αναγόμενους σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-02-2018 έφεση του δεύτερου καθ'ού η αίτηση - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, και έτσι επικύρωσε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 361/2017 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την από 06-09-2013 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 205/06-09-2013) αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και είχε ρυθμίσει τις οφειλές του, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, εξαιρώντας από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία ως προς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010.

Το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το, ως Εφετείο, δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία διαλαμβάνει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη: 1) την οικογενειακή κατάσταση του πρώτου αναιρεσίβλητου, ήτοι ότι είναι έγγαμος με τη Μ. Κ., με την οποία κατοικεί σε ισόγεια οικία, που κτίστηκε το έτος 2003 σε κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας του, καθώς και ότι έχει δύο ενήλικα τέκνα, τα οποία είναι οικονομικά ανεξάρτητα και διαβιούν εκτός οικογενειακής στέγης, 2) το επάγγελμά του και δη ότι είναι νοσηλευτής και εργάζεται στο Γ.Ν.

Έδεσσας, 3) τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, ανερχόμενες στο ποσό των 1.011,24 ευρώ, 4) ότι η σύζυγός του είναι άνεργη, εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ, χωρίς να λαμβάνει σχετικό επίδομα, 5) τις δανειακές του υποχρεώσεις, που μνημονεύονται χωριστά ανά πιστώτρια τράπεζα, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 96.377,24 ευρώ, 6) ότι η δανειακή του υποχρέωση προς το αναιρεσείον αφορά στεγαστικό δάνειο, ενώ η δανειακή του υποχρέωση προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη αφορά καταναλωτικό δάνειο, που δεν αποσκοπούσε σε πολυτελή διαβίωση, 7) τα ετήσια εισοδήματά του κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως και το έτος 2015, αναλυτικά ανά έτος, 8) ότι από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2015, ο μισθός του μειώθηκε κατά το ποσό των 5.000 ευρώ, περίπου, ετησίως και ότι η περικοπή αυτή των αποδοχών του δικαιολογεί την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, 9) ότι η μη εμφάνιση καθυστέρησης στην αποπληρωμή του στεγαστικού του δανείου λόγω παρακράτησης μέρος του μισθού του, δεν αναιρεί την πλήρη, μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους μετέχοντες πιστωτές του, μη αποδιδόμενη σε δόλο, 10) ότι η εκποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας του, αποτελούμενη από εννέα (9) αγροτεμάχια, συνολικής εμπορικής αξίας 6.099,50 ευρώ, δεν κρίνεται πρόσφορη, λόγω της μικρής αξίας τους, καθώς και του ότι έχουν μείνει επί μακρόν ανεκμετάλλευτα, σε περίπτωση δε εκποίησής τους δεν αναμένεται να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, 11) ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του πρώτου αναιρεσίβλητου και της συζύγου του ανέρχονται στο ποσό των 860 ευρώ, 12) ότι εφόσον ο αιτών δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των πιστωτών του, πρέπει να γίνει ρύθμιση των μηνιαίων καταβολών προς τους πιστωτές τους από το μηνιαίο οικογενειακό του εισόδημα, προερχόμενο αποκλειστικά από το μισθό του, ύψους 1.010 ευρώ περίπου, μετά από την αφαίρεση των ανωτέρω μηνιαίων δαπανών διαβίωσης του ίδιου και της συζύγου του και 13) ότι συμπερασματικά, με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος - πρώτου αναιρεσίβλητου οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Τα περιστατικά αυτά, τα οποία το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης περί της περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και την εντεύθεν υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον κρινόμενο πρώτο αναιρετικό λόγο, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Αναφέρεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της, το ακριβές ύψος των εισοδημάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου αναλυτικά κατά το κρίσιμο χρονικό από το έτος 2009 έως και το έτος 2015, κατά το οποίο έλαβαν σταδιακά χώρα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, οι μειώσεις - περικοπές του μισθού του, επί των οποίων (μειώσεων - περικοπών), το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, θεμελίωσε την κρίση του περί περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και έτσι, με την αναφορά των ετήσιων εισοδημάτων του κατά τα ανωτέρω έτη και της προκύπτουσας από την αναφορά αυτή, μείωσης των ως άνω εισοδημάτων του, αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του για την, κατά τα άνω, περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών , ενώ δεν υπάρχει ανεπάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή δεν αναφέρεται το ύψος των εισοδημάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο συνομολόγησης των δανείων του, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης σαφώς συνάγεται ότι αυτά επαρκούσαν τότε για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων και ότι η αδυναμία του ήταν μεταγενέστερη, αναγόμενη στην κατά το ανωτέρω αναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα σημαντική μείωση των αποδοχών του. 2) Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς συνάγεται η διατήρηση των μειωμένων αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου - οφειλέτη και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα έως και τη συζήτηση της ένδικης αίτησής του, αφού γίνεται δεκτό ότι αυτές ανέρχονταν στο ποσό των 1.011, 24 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 12.134,88 ευρώ ετησίως) και συνακόλουθα σαφώς συνάγεται και η διατήρηση της αδυναμίας πληρωμών του κατά το χρόνο αυτό, ήτοι της συζήτησης της αίτησής του και ως εκ τούτου δεν υφίσταται ανεπάρκεια της αιτιολογίας για το λόγο αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον. 3) Δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του οφειλέτη προς τις πιστώτριες τράπεζες, για να κρίνει το δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 171/2022, ΑΠ 640/2020) και σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν δεν προσδιορίζεται στην πληττόμενη απόφαση το ακριβές ποσό των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση των δανείων του πρώτου αναιρεσίβλητου, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός του ποσού του μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματός του, ύψους 1.010 ευρώ περίπου και αφετέρου του αναγκαίου ποσού των δαπανών διαβίωσης του ιδίου και της συζύγου του, ύψους 860 ευρώ, σαφώς συνάγεται, σε συνδυασμό και με τις λοιπές ανωτέρω παραδοχές της, ότι το εναπομένον ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, δεν επαρκεί για την κάλυψη των μηνιαίων δόσεων των δανειακών του υποχρεώσεων και ως εκ τούτου δεν υφίσταται εξ αυτού ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. 4) Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας επειδή προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι δαπάνες διαβίωσης του πρώτου αναιρεσίβλητου και της συζύγου του στο ποσό των 860 ευρώ, δίχως παραπομπή στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, καθόσον οι ανακοινώσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές και δεν δύνανται να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση του περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης, ούτε είναι υποχρεωτικές και δεσμευτικές για το Δικαστήριο, που οφείλει να προβαίνει στον υπολογισμό των εύλογων δαπανών σε εξατομικευμένη, για κάθε περίπτωση, βάση, αναλόγως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης κάθε φορά υπόθεσης, που εισάγεται ενώπιόν του και όχι με βάση προδιατυπωμένα και δεσμευτικά της δικαστικής κρίσης αριθμητικά - ποσοτικά όρια και γενικούς στατικούς - στατιστικούς όρους.

Επομένως όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα περί περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, για το λόγο ότι περιέχει αντιφατική, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της μη εκποίησης της λοιπής - πλην της κύριας κατοικίας - ακίνητης περιουσίας του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς το μη ρευστοποιήσιμο των λοιπών, πλην της κύριας κατοικίας, ακινήτων του οφειλέτη - πρώτου αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνοντας επαρκή προς τούτο στοιχεία αναφορικά με το είδος τους (αργοτεμάχια), τη θέση τους, την κατηγορία τους, την έκταση καθενός από αυτά και τη συνολική εμπορική τους αξία, ενώ περαιτέρω αιτιολόγησε με επάρκεια και σαφήνεια την κρίση του ότι η εκποίηση αυτών δεν κρίνεται πρόσφορη, με την παραδοχή ότι λόγω της μικρής σχετικά αξίας τους, καθώς και του ότι έχουν μείνει επί μακρόν ανεκμετάλλευτα, δεν αναμένεται να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης.

Η επικαλούμενη από το αναιρεσείον αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ της παραδοχής της ότι τα αγροτεμάχια αυτά εκμισθώνονταν και απέφεραν εισόδημα στον πρώτο αναιρεσίβλητο κατά τα έτη 2009 και 2010 και της άλλης ανωτέρω παραδοχής της ότι έχουν μείνει επί μακρόν ανεκμετάλλευτα, είναι αβάσιμη, καθόσον ουδεμία υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών, δοθέντος ότι από τα έτη 2009 και 2010, κατά τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, τα αγροτεμάχια αυτά εκμισθώνονταν και απέφεραν εισόδημα, έως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (02-06-2017), έχει παρέλθει πράγματι μακρό χρονικό διάστημα επτά (7) ετών μη εκμετάλλευσή τους.

Επομένως, ο τρίτος αυτός αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της παραβίασης εκ πλαγίου της άνω ουσιαστικής διάταξης, πλήττεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ανωτέρω σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο πόρισμα του ως Εφετείου δικάσαντος Δικαστηρίου, αναφορικά με το ανωτέρω ζήτημα του μη πρόσφορου της εκποίησης της λοιπής ακίνητης περιουσίας του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, για το λόγο ότι περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα του τρόπου προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθόσον:

α) δεν αναφέρει σε ποια στοιχεία και έγγραφα βασίστηκε το δικάσαν Δικαστήριο προκειμένου να κρίνει ότι το ύψος της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του πρώτου αναιρεσίβλητου ανέρχεται στο ποσό των 35.158,26 ευρώ και β) λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το αναιρεσείον εφαρμόζει πολιτική, βάσει της οποίας η αξία για την οποία εγγράφεται το εμπράγματο βάρος υπερκαλύπτει την αντικειμενική αξία του ακινήτου, δεν εκτίθεται ποια γεγονότα μεσολάβησαν που να δικαιολογούν την απόκλιση της αντικειμενικής αξίας του επιδίκου ακινήτου από το έτος 2002, κατά το οποίο εγγράφηκε η υποθήκη υπέρ του αναιρεσείοντος ύψους 97.700 ευρώ, έως το 2013, χρόνο κατάθεσης της αίτησης ή το 2018, χρόνο συζήτησής της, ώστε να προσδιοριστεί η αντικειμενική του αξία στο ανωτέρω ποσό των 35.158,26 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις για παράθεση ανεπαρκών αιτιολογιών ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, των αποδείξεων από το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη της άποψής του περί μεγαλύτερης αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, η οποία δεν έγινε δεκτή από το ως άνω Δικαστήριο, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβίασης εκ πλαγίου της άνω ουσιαστικής διάταξης, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 59/2021).

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:

α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1, ή 560 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση ( ΑΠ 59/2021, ΑΠ 860/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου ( Ολ.

ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 390/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το αναιρεσείον με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα υπ'αριθμ. 361/2017 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, πρότεινε την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου - οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών (άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ.

β' του Ν. 3869/2010), την οποία ανέπτυξε με τις νόμιμα κατατεθείσες από 02-06-2017 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 361/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως αόριστη. Το αναιρεσείον επανέφερε την ένσταση αυτή, με τον τρίτο λόγο της από 14-02-2018 έφεσής του, ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.

Ειδικότερα, το αναιρεσείον πρότεινε την ανωτέρω ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, αναφέροντας προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τόσο στις από 02-06-2017 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και στον τρίτο λόγο της από 14-02-2018 έφεσής του, τα εξής: "ο αιτών προέβη σε δανειοδότησή του δημιουργώντας υπέρμετρα χρέη σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει σε δόσεις δανείων το σχετικά μεγάλο ποσό των 700,00 ευρώ μηνιαίως και όντας επιφορτισμένος με τη συντήρηση της τετραμελούς τότε οικογένειάς του, αφού το εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού προερχόταν αποκλειστικώς και μόνο από το μηνιαίο μισθό του.

Έτσι ο αντίδικος δημιούργησε τα χρέη του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, με τη λήψη δανείων, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον, αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.

Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και αβίαστα το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελεί ένα σοβαρό ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί ν' αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Ειδικότερα, ο αντίδικος έλαβε υπόψη του το γεγονός της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Συμπερασματικά, από τις δανειακές του συμβάσεις, τον χρόνο λήψης και το ύψος αυτών καταφαίνεται αναντίρρητα ότι όλη συμπεριφορά του αιτούντος απέβλεπε στην επί σκοπού ανάληψη δανείων από πιστωτικά καταστήματα, ενώ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή τους, γεγονός που συνιστά δόλια αδυναμία πληρωμής.

Για το λόγο αυτό η ένδικη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν υφίστανται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις υπαγωγής στο Ν. 3869/2010". Το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, όσον αφορά την ένσταση αυτή, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, το εκκαλούν προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο -και επαναπροβάλλει στο παρόν με τον τρίτο λόγο της έφεσής του- την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών [επισημαίνεται, ότι την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, αφού η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών....], διότι, κατά τη σύναψη των αναφερόμενων στην αίτηση συμβάσεων, γνώριζε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούσαν για την καταβολή των δόσεων όλων των δανείων, όπως προκύπτει από το ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών εκάστου σε συνδυασμό με τα οικογενειακά εισοδήματα και τα μηνιαία έξοδα της οικογένειας, δημιούργησε, έτσι, χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση.

Ωστόσο, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, και ορθώς απορρίφθηκε ως τέτοια από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι, για τη θεμελίωσή της, επιβάλλεται στον πιστωτή να αναφέρει συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη, με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και των υποχρεώσεών του, προς τον σκοπό της συνέχισης ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του ...., ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιες συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει δανεισμού, δεν εξειδικεύονται, απορριπτόμενου του τρίτου λόγου της έφεσης".

Από τα προπαρατιθέμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη της προβληθείσας από το αναιρεσείον ένστασης δόλου, είναι εσφαλμένο, διότι γίνεται δεκτό από το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, ότι απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η επίκληση, από τον πιστωτή, συγκεκριμένων ενεργειών, με τις οποίες ο οφειλέτης απέκρυψε από τους πιστωτές του την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει δανεισμού, αξιώνοντας έτσι περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης δολιότητας του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.

Ωστόσο, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό, δεδομένου ότι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι το αναιρεσείον, το οποίο είχε, κατά το νόμο, το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου του αιτούντος - οφειλέτη, παρέλειψε, κατά την προβολή της ένστασής της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την επαναφορά της ως λόγο έφεσης, να αναφέρει:

α) το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματά του κατά το χρόνο λήψης των δανείων, δ) τα έξοδα διαβίωσής του και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Επομένως, εφόσον το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, πρέπει, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το άνω ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, να απορριφθεί, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 26-02-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/01-03-2021, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ