Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling debt statute expired before new law extended it to public bodies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Works Engineers' Fund against a final judgment confirming a debt of approximately 24,197 euros. The appellant argued that the statute of limitations had not expired, but the court found that the five-year limitation period under Article 250(5) of the Civil Code had already completed before the 2012 law extended this rule to public legal persons. Consequently, the court held that the debt was time-barred and the lower court correctly rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 250(5) of the Civil Code; Article 17 of the Law on the Application of the Civil Code to Public Bodies: The statute of limitations for claims against public legal persons is governed by the general five-year period applicable at the time the claim arose, not by subsequent laws extending this period to such entities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 408 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 408/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (ΤΜΕΔΕ ΝΠΙΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χρυσοφώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Σάχνικα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2619/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2662/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 31.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2662/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16.7.2017 έφεση του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων" (ΕΤΑΑ), κατά της υπ' αριθ. 2619/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 19.11.2013 ανακοπή (εκ του άρθρου 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ) της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 71273/30.9.2013 βεβαίωση οφειλών για ποσό 24.197,64 ευρώ, που εκδόθηκε σε βάρος της από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του ΕΤΑΑ. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με το άρθρο 17 του ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις.
Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε, όμως, το Ν.Δ. 496/1974, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α`)..... "Χρέη προς το ν.π. α).., β).., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ.1)..... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι` ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και, συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ` αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ` εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και, επομένως, καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 που τροποποίησε το ΠΔ 437/1977 (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017).
Περαιτέρω, με το Ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), του οποίου αποτέλεσε καθολικό διάδοχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του Ν. 3655/2008, το "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων-ΕΤΑΑ" (του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσείον ΤΜΕΔΕ, που ιδρύθηκε με το άρθρο 86 του Ν. 4387/2016), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ` εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977, εξαιρέθηκε τούτο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και, επομένως, και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, ενώ, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνονται στο καταστατικό του ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ.
Κατά δε το άρθρο 249 του Κώδικα αυτού, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ' επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους οι οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 251-253 του ΑΚ.
Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων διατάξεων" ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής: Οι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά το νόμο δημοπρασία για την εκτέλεση τους, εκδίδονται απεριόριστα και από το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, ενώ οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη.
Επίσης, με το άρθρο 2 του Ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για Δημόσια κλπ. έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά το Ν 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία.
Τέλος, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή σύνταξης ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειες τους, ενώ με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου ορίστηκαν οι πόροι του Ταμείου, και στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχόμενη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας...
Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη. Δια της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή.
Το Ταμείον δύναται να επιδιώξει την είσπραξιν των απαιτήσεων του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ (του οποίου καθολικός διάδοχος, κατά την άσκηση της ανακοπής, ήταν το αρχικώς καθ' ου η ανακοπή ΕΤΑΑ, το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 25 Ν. 3655/2008) έχει διφυή χαρακτήρα, γιατί αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (FISCUS), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια.
Η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής και η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ. Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ, κατά το μέρος που ασκεί κατ` επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα με την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων δια της έκδοσης εγγυητικών επιστολών και οι αντίστοιχες αξιώσεις του από προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018).
Ήδη με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012, στο τέλος της παραγράφου 1 του Α' Τμήματος του άρθρου 137 του Ν. 3655/2008, προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 3655/2008 (Α` 58), παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες".
Με βάση δε τα ανωτέρω, εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4075/2012 (11.4.2012), υπό το προεκτεθέν προγενέστερο νομικό καθεστώς, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής, που λαμβάνει χώρα μετά τη συντελεσθείσα παραγραφή, και η βάσει αυτής κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης κατά τον ΚΕΔΕ, είναι ακυρωτέες, εφόσον βέβαια ο οφειλέτης υποβάλλει με ανακοπή σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, ενώ δεν χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 137 Α' Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του Ν. 3655/2008 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012), που εφαρμόζεται για τις μη παραγεγραμμένες μέχρι την 11.4.2012 οφειλές (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017).
Σημειώνεται, ότι η τελευταία αυτή διάταξη εισάγει νέα ρύθμιση και δεν έχει ερμηνευτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου ούτε και αναδρομική δύναμη. Τούτο δε γιατί οι ως άνω προϊσχύσασες σχετικές διατάξεις ήταν επαρκώς σαφείς ως προς την έννοια, την έκταση και το χρόνο εφαρμογής τους και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε περίπτωση ερμηνείας τους από το νομοθέτη (ΑΠ 1103/2020).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) είναι πολιτικός υπομηχανικός και εργολήπτης δημοσίων έργων. Εκ της ιδιότητάς της αυτής, από το 1975 είναι ασφαλισμένη στο Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.).
Στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητος, και κατόπιν αιτήσεώς της, το άνω Ταμείο εξέδωσε -πλην των λοιπών που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση- υπέρ της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "...", με την οποία συνεργαζόταν η εν λόγω ασφαλισμένη του, στις κατασκευές των έργων που αναλάμβανε, τρεις εγγυητικές επιστολές.
Ειδικότερα, (ι) την 28.9.1981 εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή 315166, ύψους 23.447,62 ευρώ (ισότιμο 8.000.000 δραχμών), για την καλή εκτέλεση του έργου "Παραλλαγή της Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών - Πύργου εντός πόλεως Πατρών μετά διαπλατύνσεως εισόδου από Χάραδρο". Τούτο παρελήφθη προσωρινώς τη 12.12.1994 και οριστικώς την 20.2.1995, έκτοτε δε εξέλιπαν οι λόγοι χορήγησης της άνω εγγυητικής επιστολής, (ιι) Την 20.12.1983 εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή δεκάτων 380163, ύψους 23.447,62 ευρώ (ισότιμο 8.000.000 δραχμών), η οποία επιστράφηκε την 27.6.1994.
Και (ιιι) την 28.5.1984 εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή δεκάτων 394936, ύψους 14.673,51 ευρώ (ισότιμο 5.000.000 δραχμών), για το έργο "Αποπεράτωση κτιρίου υπηρεσιών λιμένα Πατρών". Η γενόμενη την 8.6.1993 οριστική παραλαβή τούτου εγκρίθηκε με τη Δ8/οικ. 272/Φ.106.8/2.3.1995 απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με αποτέλεσμα να παύσουν, πλέον, οι λόγοι χορήγησης και αυτής της εγγυητικής επιστολής.
Η προμήθεια που δικαιούται το Ταμείο συνομολογήθηκε ανά τρίμηνο σε 152,60 ευρώ για την πρώτη, 176,08 ευρώ για τη δεύτερη και 110,05 ευρώ για την τρίτη, χωρίς να μεταβληθεί για όσο χρονικό διάστημα ήταν σε ισχύ η αντίστοιχη εγγυητική επιστολή. Ήταν δε προκαταβλητέα στην έναρξη κάθε τριμήνου από την ημερομηνία έκδοσης καθεμίας εγγυητικής επιστολής, αλλιώς οφείλεται τόκος.
Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του άνω Ταμείου καθώς και στις εκκρεμείς δίκες υπεισήλθε αυτοδικαίως, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 25 και 38 του Ν. 3655/2008, το καθ' ου η ανακοπή Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) τομέας Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. και από 1.1.2017, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 86 του Ν. 4387/2016, το Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Μ.Ε.Δ.Ε.) (ήδη αναιρεσείον).
Την 23.10.2013 το καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούν Ταμείο (Ε.Τ.Α.Α.) κοινοποίησε προς την ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη την 71274/30.9.2013 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, με την οποία της γνωστοποίησε ότι σε βάρος της έχει εκδώσει την 71273/30.9.2013 βεβαίωση οφειλών, όπου βεβαιώθηκε συνολική οφειλή της 24.197,64 ευρώ. Συγχρόνως, την κάλεσε να του καταβάλει το ποσό τούτο, το οποίο αναλύεται στα επιμέρους ποσά των 18.843,32 ευρώ που προέρχεται από προμήθειες εγγυητικών επιστολών και των 5.354,32 ευρώ που προέρχεται από τόκους, χαρτόσημο και ΟΓΑ επί του χαρτοσήμου του παραπάνω ποσού.
Την ίδια ημέρα, στην άνω οφειλέτιδα κοινοποιήθηκε και η πληττόμενη 71273/30.9.2013 βεβαίωση οφειλών του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του Ε.Τ.Α.Α. - τομείς Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, όπου καθορίζεται η, καταγόμενη από τις άνω εγγυητικές επιστολές, απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούντος Ταμείου.
Με το συγκεκριμένο νόμιμο τίτλο, λοιπόν, βεβαιώθηκε ότι η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη οφείλει (α) για την εγγυητική επιστολή 315166/28.9.1981 το ποσό των 7.440,77 ευρώ για προμήθεια του χρονικού διαστήματος από 28.3.1984 έως την 20.2.1995 και το ποσό των 237,53 ευρώ για τόκους, (β) για την εγγυητική επιστολή 380163/20.12.1983 το ποσό των 7.219,37 ευρώ για προμήθεια του χρονικού διαστήματος από 20.3.1984 έως την 27.6.1994 και το ποσό των 2.707,26 ευρώ για τόκους και (γ) για την εγγυητική επιστολή 394936/28.5.1984 το ποσό των 4.183,18 ευρώ για προμήθεια του χρονικού διαστήματος από 28.8.1985 έως την 2.3.1995 και το ποσό των 1.568,69 ευρώ για τόκους, δηλονότι για προμήθειες και τόκους (18.843,32 + 4.513,48) 23.356,80 ευρώ πλέον χαρτοσήμου εξ 700,00 ευρώ και Ο.Γ.Α. 140,14 ευρώ, συνολικώς ανερχόμενα στις (23.356,80 + 700,00 + 140,14) 24.197,64 ευρώ.
Η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη με την ασκηθείσα ανακοπή της επιδιώκει την ακύρωση της βεβαίωσης προβάλλοντας ορισμένως, με σχετικό λόγο, την ένσταση της πενταετούς παραγραφής των προμηθειών αυτών, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (άρθρα 250 αρ. 5, 251 και 253 του ΑΚ...).
Από τις ως άνω αξιώσεις του Ταμείου για προμήθειες και τόκους αυτών, εκείνες που αφορούν την εγγυητική επιστολή 315166/28.9.1981 γεννήθηκαν εντός των ετών 1984 έως 1995, εκείνες που αφορούν την εγγυητική επιστολή 380163/20.12.1983 γεννήθηκαν εντός των ετών 1984 έως 1994 και εκείνες που αφορούν την εγγυητική επιστολή 394936/28.5.1984 γεννήθηκαν εντός των ετών 1985 έως 1995.
Ώστε την 1.1.2001 όλες είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, όπως η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη πρότεινε, καθόσον παρήλθαν πέντε έτη από το τέλος των ετών 1984 έως 1995, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι επίδικες αξιώσεις. Εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4075/2012 (11.4.2012), υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, η βεβαίωση της οφειλής που έλαβε χώρα μετά τη συντελεσθείσα παραγραφή, και η βάσει αυτής κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε., είναι ακυρωτέες.
Η διάταξη του άρθρου 137 § 1 εδάφιο τελευταίο του Ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 § 11 του Ν. 4075/2012 δεν δύναται να εφαρμοσθεί, καθώς προϋποθέτει μη παραγεγραμμένες μέχρι την 11.4.2012 οφειλές. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούντος Ταμείου για προμήθειες και τόκους αυτών από τις επίδικες εγγυητικές επιστολές υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ που ήδη είχε συμπληρωθεί πριν από την 11.4.2012, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ταμείου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, ακύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος της προσβαλλόμενη βεβαίωση οφειλών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή νομικού προσώπου (ήδη αναιρεσείοντος) για προμήθειες και τόκους αυτών από τις ανωτέρω εγγυητικές επιστολές, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ που ήδη είχε συμπληρωθεί πριν την 11.4.2012, με αποτέλεσμα την ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξης (βεβαίωσης οφειλής), δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη υπόθεση, αλλά ούτε και τη διάταξη του άρθρου 137 Α' Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του Ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, ενόψει του ότι δεν τίθεται ζήτημα ερμηνευτικού χαρακτήρα και ως εκ τούτου αναδρομικότητας αυτής.
Ειδικότερα, εφόσον η παραγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4075/2012 (11.4.2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς (υπό το οποίο δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της οφειλής από το ΤΣΜΕΔΕ για την έναρξη της παραγραφής), όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και η βεβαίωση τούτων από το τελευταίο έγινε, κατά τα αναφερόμενα και στην αίτηση αναίρεσης, την 30.9.2013, η κίνηση της ένδικης διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης των ως άνω αξιώσεων του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης καθίσταται άκυρη, μετά την προβολή της σχετικής ένστασης εκ μέρους της τελευταίας.
Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 και άρθρο 27 παρ. 1 της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 86 Ν. 4387/2016 Υ.Α. Φ.80000/οικ58192/2153-ΦΕΚ Β' 4214/27.12.2016 περί έγκρισης του Καταστατικού του ΝΠΙΔ "ΤΜΕΔΕ"). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες υποβάλλει σχετικό αίτημα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενόψει του ότι ναι μεν το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο έχει τα δικαστικά προνόμια ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998), πλην όμως η νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 615/2022, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.7.2019 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (ΤΜΕΔΕ), ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων" (ΕΤΑΑ), για αναίρεση της υπ' αριθ. 2662/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ