Supreme Court remands appeal regarding bank pledge contract validity due to unclear expense notification to public entity organs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court judgment involving a bank and a public hospital. The court found the lower court's reasoning flawed because it failed to verify if the bank properly notified the hospital's specific expense approval and payment authorities regarding the assignment of claims. Consequently, the court could not determine if the assignment of the debt was legally valid, necessitating a new trial. The bank was ordered to pay the hospital's legal costs for the appeal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 35, 36, 39, 44, 47 of the Law of 17/7/13.8.1923 on special provisions for anonymous companies; Article 1254 of the Civil Code: The court must verify that the assignee properly notified the assignor's competent organs for expense recognition and payment before the assignment of claims is deemed valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 615 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 615/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ" (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3591/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 493/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ` άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ` ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ` ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή.
Η εκχώρηση εξάλλου, συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1028/2018).
Περαιτέρω, ειδικώς, για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ν.δ. 496/1974 ("περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου"), ορίζει στο άρθρο 53 παρ. 1 και 2 ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.
κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ` ού η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2.
Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος". Το ίδιο ν.δ. δε, ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι "το διοικούν το ν.π.δ.δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι` επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.
α` ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται, και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι` έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ` αυτών απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι` ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι` αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.
Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν. δ. 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.
Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, 1028/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του από 16.7.1947 ΒΔ "Περί Κανονισμού Λειτουργίας του Νοσηλευτικού Ιδρύματος του Μετοχικού Ταμείου Στρατού", εκδοθέντος κατ' άρθρο 15 παρ. 1 του Α.Ν. 1137/1946, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 28.4.1959 ΒΔ, όργανα διοίκησης του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.) είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Γενικός Διευθυντής του νοσοκομείου.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 12 του ίδιου ΒΔ, "Τό Διοικητικόν Συμβούλιον επιμελείται, διοικεί καί διαχειρίζεται άπασαν έν γένει τήν κινητήν καί ακίνητον περιουσίαν του Νοσηλευτικού Ιδρύματος καί τούς πόρους αυτού", ενώ κατά το άρθρο 7 του ίδιου ΒΔ, "...24. Ο Διευθυντής αποτελεί όργανον εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου ασκών τήν αρμοδιότητά του διά διαταγών εγγράφων καί προφορικών. 25.
Ο Διευθυντής προϊσταται απασών των υπηρεσιών καί του προσωπικού, ρυθμίζει τόν τρόπον λειτουργίας αυτών καί διευθύνει ή ελέγχει πάσας τάς υπηρεσίας καί τό προσωπικόν του Ιδρύματος. 26. Ων ο φυσικός καί τακτικός εισηγητής του Διοικητικού Συμβουλίου εισηγείται πρός αυτό καί γνωμοδοτεί επί παντός θέματος εισαγομένου πρός συζήτησιν καί αφορώντος τη εύρρυθμον λειτουργίαν του Ιδρύματος, τόσον από της επιστημονικής καί νοσηλευτικής, όσον καί της οικονομικής καί έν γένει διοικητικής απόψεως... 29.
Εκπροσωπεί τό Νοσηλευτικόν Ιδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού δικαστικώς καί εξωδίκως είς απάσας αυτού τάς σχέσεις ενώπιον πάσης δικαστικής καί Διοικητικής ή άλλης τινός Αρχής καί παντός τρίτου, αναπληρούμενος έν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος υπό του νομίμου αναπληρωτού του... 34. Λαμβάνει γνώσιν των εισερχομένων είς τό Ιδρυμα εγγράφων δίδων τάς δεούσας εντολάς καί οδηγίας διά τήν επιβαλλομένην εκάστοτε ενέργειαν...".
Επίσης, κατά το άρθρο 22 του αυτού ΒΔ, "180. Επόπτης Οικονομικών Υπηρεσιών καί προϊστ. λογιστηρίου του Νοσηλευτικού Ιδρύματος ορίζεται ανώτερος έν ενεργεία ή αποστρατεία αξιωματικός του Οικονομικού υπό του Υπουργού των Στρατιωτικών, εισηγήσει του Διευθυντού του Νοσηλευτικού Ιδρύματος καί εγκρίσει του Διοικητικού Συμβουλίου τούτου. 181.
Ούτος εξασκεί διαρκή εποπτείαν έφ' άπασών των οικονομικών υπηρεσιών καί του Λογιστηρίου του Ιδρύματος καί ειδικώτερον παρακολουθεί, ελέγχει καί προσυπογράφει μετά των αρμοδίων προϊσταμένων άπαντα τά εξερχόμενα έγγραφα, απάσας τάς πράξεις καί εγγραφάς είς βιβλία οικονομικής φύσεως, υπεύθυνος ών διά τήν κανονικήν λειτουργίαν τούτου απέναντι του Διευθυντού, υπό τάς αμέσους διαταγάς του οποίου καί υπάγεται καί του Δ.Σ.
του ιδρύματος. 182. Ουδεμία ενέργεια ή πράξις διαχειριστικής φύσεως δύναται νά ενεργηθή άνευ προηγουμένης εγκρίσεως του Επόπτου οικονομικών υπηρεσιών. Ασκεί τόν προσήκοντα έλεγχον επί παντός διαχειριζομένου υλικού ή χρήματος του Ιδρύματος επί σκοπώ της διαπιστώσεως του τρόπου της χρησιμοποιήσεως καί διαθέσεως τούτων... 189.
Παρακολουθεί τάς πάσης φύσεως οικονομικάς σχέσεις του Ιδρύματος μετά του Δημοσίου, των Τραπεζών ώς καί μετά τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων κ.λ.π...". Ακόμη, κατά το άρθρο 224 του αυτού ΒΔ, "203. Ταμίας του Ιδρύματος ορίζεται υπό του Υπουργού των Στρατιωτικών αξιωματικός του Οικονομικού εν ενεργεία ή αποστρατεία ή και ιδιώτης προτάσει του Διευθυντού του ιδρύματος και τη εγκρίσει του Δ.
Συμβουλίου... 204. Την κανονικήν λειτουργίαν του Ταμείου εποπτεύει αμέσως ο Προϊστάμενος του Λογιστηρίου και Επόπτης Οικονομικών Υπηρεσιών...". Τέλος, ο άνω Κανονισμός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το υπ' αριθ. ...2/1981 ΠΔ, με το άρθρο 8 του οποίου συνεστήθη Υπηρεσία Εκκαθαρίσεως και Ελέγχου, υπαγομένη άπ' ευθείας στη Γενική Διεύθυνση του Ιδρύματος, οι αρμοδιότητες της οποίας καθορίζονται στην παρ. 1 ως εξής: "α) Εκκαθάρισις των είς βάρος των πόρων του Ιδρύματος πραγματοποιουμένων δαπανών.
β) Έλεγχος των λογαριασμών νοσηλίων. γ) Έλεγχος Βιβλίων καί καρτελλών Λογιστηρίου. δ) Έλεγχος των Μερικών Υπολόγων του Ιδρύματος". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.) υπέρ Τράπεζας, συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά:
α) στον Διευθυντή του Νοσηλευτικού Ιδρύματος, ή το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, ως αρμόδια, για την αναγνώριση της σχετικής δαπάνης όργανα αυτού και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσηλευτικού Ιδρύματος, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης, δηλαδή στον Επόπτη των Οικονομικών Υπηρεσιών και προϊστάμενο του λογιστηρίου του Νοσηλευτικού Ιδρύματος, χωρίς την έγκριση του οποίου δεν μπορεί να ενεργηθεί καμία πράξη διαχειριστικής φύσεως.
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη ν.π.δ.δ., εφόσον η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναγγελία της θεωρείται έναντι αυτού άκυρη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", μη διάδικος, αποτελεί εμπορική επιχείρηση με αντικείμενο την εισαγωγή, αντιπροσώπευση και εμπορία ιατρικών ειδών, αναλώσιμου υγειονομικού υλικού και ιατρικών μηχανημάτων σε πελάτες της που είναι δημόσια νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές και εν γένει ιατρικές μονάδες.
Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της συναλλάχθηκε με το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν (ορθόν: εφεσίβλητο, ήδη αναιρεσείον) που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και λειτουργεί ως νοσηλευτικό ίδρυμα. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 21/02/2008 έως 02/02/2009 δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία πώλησε και παρέδωσε σε αυτό ποσότητες εμπορευμάτων της (μοσχεύματα, βελόνες και συναφές αναλώσιμο υγειονομικό υλικό), όπως αυτά αναλυτικά κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος αναγράφονται στα εκδοθέντα από αυτήν 53 φορολογικά παραστατικά (τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής) που ενσωματώνονται στην αγωγή και προσάγονται μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα, όπως και πρωτοδίκως, αντί συνολικού τιμήματος 545.109 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α.
σε ποσοστό 9% και ειδικότερα: ... Το εκάστοτε συμφωνηθέν τίμημα πιστωνόταν και το εκκαλούν αναλάμβανε την υποχρέωση να το εξοφλήσει μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης καθενός τιμολογίου... Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της με αριθμό .../26-09-2007 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των αναφερόμενων στο δικόγραφο αυξητικών της συμβάσεων, η εκκαλούσα χορήγησε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...." πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 5.200.000,00 ευρώ.
Η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία έκανε χρήση της ως άνω πίστωσης, προς εξυπηρέτηση της οποίας ανοίχθηκαν οι με αριθμούς ..., ..., ... και ... λογαριασμοί, οι οποίοι μέχρι την 08/11/2012 εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 4.476.219,74 ευρώ. Στις 23/02/2009 η εκκαλούσα τιτλοποίησε την απαίτησή της κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και τη μεταβίβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." (άρθρο 10 § 8 του Ν. 3156/2003), που εδρεύει στο ..., η δε τιτλοποίηση καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο… και με αύξοντα αριθμό … στις 23.02.2009 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/23.02.2009, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, ενώ, παράλληλα, με την από 23/02/2009 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 10 § 14 και 16 του Ν. 3156/ 2003), νομίμως καταχωρηθείσα στα ως άνω βιβλία στον τόμο 4, με αύξοντα αριθμό 54 και αριθμό πρωτοκόλλου 35/23-02-2009, η εκκαλούσα ορίστηκε διαχειριστής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων της ως άνω εταιρείας.
Στις 28/06/2010 η εκκαλούσα προέβη στην αποτιτλοποίηση και επαναγορά από την άνω εταιρεία "..." της απαίτησης έναντι της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, μεταβολή η οποία έλαβε χώρα κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 10 § 11 του Ν. 3156/2003 και δημοσιεύτηκε νομίμως κατ' άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 στον τόμο 5 και με αριθμό ... των βιβλίων του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, λαμβάνοντας αριθμό πρωτοκόλλου .../28.6.2010.
Ακολούθως, με την από 08/09/2010 σύμβαση ενεχύρασης απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων, μετά του παραρτήματος 1/20-01-2012 αυτής, που καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας, της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας ως ενεχυράζουσας και της ανώνυμης εταιρείας πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." συμφωνήθηκε ότι η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." εκχωρεί λόγω ενεχύρου στην εκκαλούσα Τράπεζα, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, και τις απαιτήσεις της έναντι του εφεσίβλητου νοσοκομείου που απέρρεαν από συμβάσεις προμήθειας (πώλησης), για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα αναγραφόμενα στον πίνακα της αγωγής παραστατικά που φέρουν τους αύξοντες αριθμούς 318 έως και 935, συνολικής αξίας 545.109 ευρώ και ειδικότερα ...
Με την ίδια ως άνω σύμβαση και ειδικότερα στον όρο 6.01 αυτής συμφωνήθηκε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "..." (πράκτορας) θα διενεργεί τη διαχείριση, είσπραξη και λογιστική παρακολούθηση των ως άνω ενεχυραζόμενων απαιτήσεων και ότι θα είναι αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της Τράπεζας, των ενεχυραζόμενων απαιτήσεων.
Επίσης, στο άρθρο 6.03 της αυτής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι οι οφειλέτες θα καταβάλουν νομίμως μόνο στην "...", ως αποκλειστικά αρμόδια για την είσπραξη των απαιτήσεων. Ωστόσο, στο άρθρο 3 της εν λόγω σύμβασης διατηρήθηκε υπέρ της εκκαλούσας το δικαίωμα οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή όχι ασφαλιζομένων απαιτήσεων να εισπράττει μόνη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6, χωρίς οποτεδήποτε άλλη διατύπωση και χωρίς τη μεσολάβηση του ενεχυράζοντος, τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις και να φέρει το προϊόν αυτών, μετά την αφαίρεση των εξόδων οποιοσδήποτε φύσεως, σε πίστωση του λογαριασμού από τις ασφαλιζόμενες απαιτήσεις, κατά την ελεύθερη κρίση της.
Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, λοιπόν, ότι κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και ενόψει της ρητής αναφοράς στο άρθρο 8.02 της ένδικης σύμβασης στις διατάξεις του ν.δ. της 17ης Ιουλίου/ 13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών", το ν. 1905/1990, και τη λοιπή περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων νομοθεσίας, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου και σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων.
Με τη τελευταία δε σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων ο προμηθευτής (δηλ. η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία), χωρίς να εκχωρήσει στον πράκτορα (...) τις ένδικες απαιτήσεις, εξουσιοδότησε αυτόν (πράκτορα) να προβεί στην είσπραξή τους... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η σχετική αναγγελία της εκχώρησης κοινοποιήθηκαν στο εφεσίβλητο (βλ.
τη με αριθμό 719/22-02-2012 έκθεση Κ.), στο αρμόδιο ελεγκτήριο δαπανών για το εφεσίβλητο (βλ. τη με αριθμό 718/22-02-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.), στο Ειδικό Λογιστήριο ΥΠ.ΕΘ.Α. (βλ. τη με αριθμό 724/22-02-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.), στη Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Ε. Αθηνών (βλ. τη με αριθμό 710/21-02-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.), στη Δ.Ο.Υ. ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (βλ. τη με αριθμό 689/20-02-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.), στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας (βλ. τη με αριθμό 791/07-03-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Κ.) και στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών (βλ. τη με αριθμό 728/22-02-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.). Έτσι, έλαβε χώρα σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 53 του Ν.Δ. 496/1974 η αναγγελία των ως άνω συμβάσεων, με τις οποίες εκχωρήθηκαν οι επίδικες απαιτήσεις από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία στην εκκαλούσα λόγω ενεχύρου και με σκοπό εξασφάλισης.
Σημειώνεται δε, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα κοινοποίησης της αναγγελίας αποκόπηκε πλέον κάθε ενοχικός (συμβατικός) δεσμός του οφειλέτη ως άνω νομικού προσώπου, εφεσίβλητου με την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε με βάση τις διατάξεις περί εκχωρήσεως χρηματικών απαιτήσεων κατά τα προαναφερθέντα, έκτοτε η εκκαλούσα.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη (άρθρο 535 ΚΠολΔ), και να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου... Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η προβαλλόμενη πρωτοδίκως από το εναγόμενο ένσταση ολοσχερούς εξόφλησης της ένδικης απαίτησης κατ' άρθρο 416 ΑΚ, την οποία επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο περαιτέρω ότι κατέβαλε στη δανείστρια το συνολικό ποσό ύψους 525.105 ευρώ...
δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά, διότι από το χρονικό σημείο της αναγγελίας προς το εφεσίβλητο της εκχώρησης της ένδικης απαίτησης στην ενάγουσα Τράπεζα και, έκτοτε, η τελευταία,... ήταν αποκλειστικός δικαιούχος είσπραξης και δικαστικής διεκδίκησης των απαιτήσεων που απορρέουν από τα επίδικα τιμολόγια πώλησης.
Εξάλλου, το γεγονός της λύσης της συνεργασίας μεταξύ της εκκαλούσας και του άνω πράκτορα (...), δεν ασκεί εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, αφού η εκκαλούσα ουδέποτε έπαυσε να είναι ο φορέας (δικαιούχος) της ένδικης αξίωσης. Επομένως, η προβαλλόμενη ένσταση εξόφλησης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Στη συνέχεια, πρέπει, αφού δικαστεί η από 19-12-2012 αγωγή..., να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα από τις ένδικες συμβάσεις εκχωρήσεως απαιτήσεων το συνολικό ποσό των 545.109 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 545.109 ευρώ, μετά του ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας παρέλευσης ενενήντα (90) ημερών από την παραλαβή των πωληθέντων προϊόντων και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας των αναγγελιών των πιο πάνω συμβάσεων εκχωρήσεως, το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 12, 13 και 53 ΝΔ 496/1974 και 1, 3, 7, 22 και 24 του από 16.7.1947 ΒΔ.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αρχάς δεν αναφέρεται α) ποιο είναι το αρμόδιο όργανο του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της δαπάνης, και β) ποια είναι η Διοικητική - Οικονομική Υπηρεσία του αναιρεσείοντος, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης. Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η σχετική αναγγελία της εκχώρησης κοινοποιήθηκε στο αναιρεσείον και στο αρμόδιο ελεγκτήριο δαπανών του αναιρεσείοντος, χωρίς καμία εξειδίκευση σε ποια συγκεκριμένα όργανα του αναιρεσείοντος επιδόθηκε η επίμαχη αναγγελία, ώστε να μπορεί να κριθεί αν πράγματι η αναγγελία επιδόθηκε αφενός στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του αναιρεσείοντος, και αφετέρου στην αρμόδια για την πληρωμή οικονομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης, η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται από την παραδοχή ότι η αναγγελία επιδόθηκε στο αρμόδιο ελεγκτήριο δαπανών, χωρίς να αναφέρεται αν το ελεγκτήριο αυτό είναι αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης ή για την πληρωμή της και χωρίς, στη δεύτερη περίπτωση, να διευκρινίζεται αν η συγκεκριμένη επίδοση έγινε ή όχι προς τον Επόπτη Οικονομικών Υπηρεσιών και προϊστάμενο του Λογιστηρίου, χωρίς την έγκριση του οποίου δεν μπορεί να ενεργηθεί καμία πράξη διαχειριστικής φύσεως και συνεπώς και η πληρωμή απαιτήσεων τρίτων.
Έτσι, όμως, προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τι δέχεται το Δικαστήριο αφενός ως αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και αφετέρου ως αρμόδια για την πληρωμή οικονομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος, και, συνακόλουθα, να μην μπορεί να κριθεί, εάν έλαβε χώρα νομότυπη αναγγελία των επίδικων συμβάσεων ενεχύρασης απαιτήσεων και συνακόλουθα νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης προς είσπραξη των άνω απαιτήσεων.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου καθώς και του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες υποβάλλει σχετικό αίτημα, ενόψει του ότι, ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1616/2018), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 493/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ