3/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated3/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Ο.-Ο.. έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12Γ1 του Γ./Ο. χρονοεπίδομα από την ως άνω ημεροχρονολογία, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικά κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο πρόσληψης αυτού την 1-1-1999.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 3 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 3/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Τ. Τ. «Ε. (Ο.), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ρ. του Β., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1189/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3469/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9 Μαΐου 2022, με αριθμό κατάθεσης …/16-5-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 3469/20-5-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκδικάστηκαν και έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν, οι από 31-8-2018 (αριθ.καταθ…./31-8-2018) και από 7-1-2020 (αριθ.καταθ…./8-1-2020) αντίθετες εφέσεις κατά της με αριθμό 1189/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η από 21 Ιανουαρίου 2016 με αριθμό κατάθεσης … αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να του επιδικασθούν μισθολογικές διαφορές από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει με την εναγόμενη-αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ο. Τ. Ε. Α..Ε.. («Ο.). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την από 21 Ιανουαρίου 2016 με αριθμό κατάθεσης … αγωγή, που ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, όπως το περιεχόμενό της, επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αυτός εξέθετε, ότι ενώ πέτυχε σε διαγωνισμό που είχε προκηρύξει και διενεργήσει στις 17 και 18-3-1989 η εναγόμενη, για την πρόσληψη, μεταξύ άλλων και τεχνιτών του Δικτύου της προορισμένων για την κάλυψη αναγκών του τεχνικού κλάδου της και κλήθηκε από αυτήν για να προσληφθεί, δεν προσλήφθηκε διότι η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι το πτυχίο της τεχνικής σχολής που της προσκόμισε, δεν ήταν από εκείνα που είχε ζητήσει με την προκήρυξη του διαγωνισμού, ούτε ισότιμο με αυτά.
Ότι με την υπ'αριθμ. 8133/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε με ισχύ δεδικασμένου και εκδόθηκε κατ'έφεση επί αγωγής του ιδίου (ενάγοντος) και άλλων 17 επιτυχόντων του διαγωνισμού, αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες της ως άνω αγωγής συνδέονται με την εναγομένη με την από 1-8-1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι υποχρεούται αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καθώς και να τους εισάγει προς εκπαίδευση και αποφοίτηση στη Σχολή προσωπικού της.
Ότι μετά την απόφαση αυτή, συντάχθηκε μεταξύ των ως άνω διαδίκων, το από 22-4.1999 πρακτικό συμβιβασμού με το οποίο η μεν εναγομένη αποδέχθηκε το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, οι δε ενάγοντες παραιτήθηκαν του δικαιώματος διεκδίκησης αναδρομικών αποδοχών από 1-8-1994 έως 22-4-1999. Ότι ακολούθως, η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε προς την ως άνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και τον επακολουθήσαντα συμβιβασμό, διότι ενώ προσέλαβε τον ενάγοντα στις 16-6-1999 και τον ενέταξε στην κατηγορία ΔΕ, δεν προσμέτρησε το χρόνο υπηρεσίας του από την 1-8-1994, που θεωρείται ως συντελεσθείσα η πρόσληψή του αλλά, από 1-1-1999 και ενώ κατά τις σχετικές διατάξεις του Γ./Ο. ,καθώς και των οικείων ΕΣΣΕ από 14-3-1985 και 21-3-1989, που υπογράφηκαν μεταξύ Ο.
και Ο.-Ο.. έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12Γ1 του Γ./Ο. χρονοεπίδομα από την ως άνω ημεροχρονολογία, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικά κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο πρόσληψης αυτού την 1-1-1999.
Ότι με αγωγές του διεκδίκησε και έλαβε μισθολογικές διαφορές ίδιες με αυτές της ένδικης αγωγής για προηγούμενα χρονικά διαστήματα από 1999 έως 2012, δυνάμει των αποφάσεων με αριθ.937/2011 και 2740/2014 του Εφετείου Αθηνών, που δίκασαν εφέσεις κατά των με αριθ. 1568/2008 και 1342/2012 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα και της με αριθ. 2026/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι οι ως άνω αποφάσεις έκριναν με δύναμη δεδικασμένου ότι έπρεπε να έχει ενταχθεί στις μισθολογικές βαθμίδες που προβλέπονται από το Γ./Ο., με χρόνο πρόσληψης 1-8-1994. Ότι συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης, ζημιώθηκε από 1-1-2013 έως 30-6-2015 κατά το συνολικό ποσό των 13.107,24 ευρώ, επιμεριζόμενου τούτου κατ' έτος κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή ποσά.
Περαιτέρω, εξέθετε ότι ο ίδιος συμμετείχε στο πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης της εναγομένης με παροχή κινήτρων για όσους πληρούσαν τις προϋποθέσεις που ορίζονταν στην υπ'αριθμ. …/22.05.2015 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της, ωστόσο εξ υπαιτιότητας της τελευταίας η οποία παρέλειψε να τον εντάξει στις δικαιούμενες μισθολογικές βαθμίδες και στο δικαιούμενο ποσοστό χρονοεπιδόματος, στην εκκαθάριση μισθοδοσίας μηνός Μαρτίου 2015, δεν ελήφθησαν υπόψη οι νόμιμες αμοιβές του ως βάση για τον υπολογισμό των οικονομικών κινήτρων για την οικειοθελή αποχώρησή του, με αποτέλεσμα να του οφείλεται για την αιτία αυτή, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή το ποσό των 27.319 ευρώ.
Ζητούσε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 13.107,24 ευρώ για μισθολογικές διαφορές που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015 και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 27.319 ευρώ.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η με αριθμό 1189/2018 απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα για μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015 το ποσό των 9.236,70 ευρώ νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτήν.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους, οι προεκτεθείσες αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν οι εφέσεις, εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλλει νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις στον ενάγοντα το ποσό των 11.290,65 ευρώ, για μισθολογικές διαφορές.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 περ. Α παρ. 1 του Ενιαίου Κανονισμού Προσωπικού (Ε.Κ.Π.) της αναιρεσείουσας Ο. ΑΕ, που έχει ισχύ νόμου, άρθρο το οποίο ρυθμίζει τις αποδοχές του Προσωπικού και τέθηκε σε ισχύ και εφαρμόζεται κατόπιν της υπ' αριθμ. …/12.2.2007 απόφασης του Προέδρου Δ.Σ. και Δ/ντος Συμβούλου της, προβλέπονται τα εξής : "Α.
ΓΕΝΙΚΑ: 1. Οι ελάχιστες υποχρεωτικές αποδοχές του προσωπικού (νόμιμες αποδοχές) είναι εκείνες που καθορίζονται εκάστοτε από τις πάσης φύσεως νόμιμες πηγές (πάσης φύσεως συλλογικές συμβάσεις- περιλαμβανομένων και των επιχειρησιακών-διαιτητικές αποφάσεις κ.λ.π.)". Ως προς τις διανυόμενες Μισθολογικές Βαθμίδες, σύμφωνα με το άρθρο 5 περ.
Γ παρ. 1 του Ε.Κ.Π. (πρώην 12 περ.Β Γ./Ο.) ορίζεται ότι: 1. Το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθμίδες με σύστημα και όρους που καθορίζονται με Ε.Σ.Σ.Ε. Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ημερομηνία το προσωπικό έχει συμπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούμενο για την ένταξη στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα ελάχιστο χρόνο.
Ως προς το χρονοεπίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του ΕΚΠ-Ο., (πρώην 12 περ.Γ Γ./Ο.) για το προσωπικό που προσλήφθηκε πριν την 22-12-2006 προβλέπεται η καταβολή επιδόματος χρόνου υπηρεσίας (Χρονοεπίδομα) ως εξής: 1.Επίδομα: α. Στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα), το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθορισθεί με τις εκάστοτε ΕΣΣΕ, ως ακολούθως: 1 έτους πραγματικής υπηρεσίας, ποσοστό 10%, 3 ετών 18%, 5 ετών 26%, 7 ετών 34%, 10 ετών 42%, 12 ετών 48%, 15 ετών 54%, 17 ετών 60%, 20 ετών 66% κοκ.
Ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για χορήγηση Χρονοεπιδόματος, όπως άλλωστε και των Μισθολογικών Βαθμίδων, λαμβάνεται υπόψιν μεταξύ άλλων η συνολική Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του μισθωτού στον Οργανισμό, όπως αυτή υπολογίζεται (για το προσωπικό που υπηρετούσε ως μόνιμο ή δόκιμο κατά την 14-7-2005) σύμφωνα με το άρθρο 36 ΕΚΠ-Ο. (πρώην άρθρ. 7 ΓΚΠ-Ο.), το οποίο προβλέπει ότι: ''Αρχαιότητα: 1) Η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιμή προσλήψεώς του στην Εταιρία. 2) Το προσωπικό προσμετρά στην Γ.ΥΑ..
και τον χρόνο τυχόν προϋπηρεσίας του με σχέση εξηρτημένης εργασίας στον Ο.. Ο χρόνος μειωμένης απασχόλησης λογίζεται ότι ισοδυναμεί με το μισό του αντίστοιχου χρόνου πλήρους απασχόλησης.... Περαιτέρω, με τους όρους 1 έως 5 της από 2-11-2011 Επιχειρησιακής ΣΣΕ (2012-15) μεταξύ της εναγομένης και της Ο.-Ο.., συμφωνήθηκε διατήρηση των διαμορφωμένων μισθών μέχρι την 31-12-2011, εν συνεχεία μία μεσοσταθμική .μείωση σε όλους τους εργαζομένους ύψους 12% από 1-1-2012 και μετά μία σταδιακή μεσοσταθμική αύξηση ύψους 1,1% από 1-1-2013, εκ νέου 1,1% αύξηση από 1-1-2014 και επαναφορά τους στα επίπεδα της 31-12-2011 από 1-1-2015.
Με την από 23-12-2014 ΕΣΣΕ για τα έτη 2015-17 συμφωνήθηκε με τον όρο 1 ότι : τα έτη διάνυσης κάθε μίας και το ποσοστό προσαύξησης μεταξύ των μισθολογικών βαθμίδων 1ης έως και 17ης παραμένουν όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας", καθώς και ότι: "Οσον αφορά στη μισθολογική εξέλιξη του προσωπικού σε όλες τις μισθολογικές βαθμίδες (από την Α έως και την 17η) εξακολουθούν να ισχύουν τα προβλεπόμενα στη κείμενη νομοθεσία, όπως εκάστοτε ισχύει".
Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2, 3, 4, 7, 8, 9, 21 και 51 του Οργανισμού, που προβλέπουν ότι οι βαθμολογικές προαγωγές του προσωπικού του Ο. ενεργούνται του μεν ανώτατου από το διοικητικό συμβούλιο του Ο., του δε λοιπού προσωπικού από το οικείο συμβούλιο προαγωγών, με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός, καθώς και των τυπικών προσόντων, που προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου τους, προκύπτει ότι για την κατάταξη των υπαλλήλων του Ο.
σε μισθολογικά κλιμάκια και τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος, με το οποίο αμείβεται η επαγγελματική εμπειρία του εργαζομένου και η εισφορά του στην επιχείρηση συντελείται αυτοδικαίως, με μόνη τη συνδρομή τυπικών προϋποθέσεων. Μοναδικό κριτήριο δηλαδή αποτελεί η παρέλευση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας, ο οποίος πρέπει να έχει παρασχεθεί πραγματικά χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι λοιπές διατάξεις και την εντεύθεν παρεμβολή των συμβουλίων προαγωγών (ΑΠ 937/2022, ΑΠ 594/2021, ΑΠ 1141/2015, ΑΠ 316/2010, ΑΠ 321/2010).
Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ' όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, για να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες αυτές συνέπειες (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1477/2022, ΑΠ 67/2021).
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η, συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από το πλέγμα των τότε υφισταμένων διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή αν οι αιτούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος, στηρίζονται σε νέες νομικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες, νέες νομοθετικές διατάξεις είναι και οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, εν όψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ.3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς και γι' αυτό οι δικαστικές αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις τότε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και ως προς τις αξιώσεις τους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που στηρίζονται στις κατά το διάστημα αυτό ισχύουσες νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΟλΑΠ 3/2003, ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 67/2021).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτόν απέρριψε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξή του.
Προκειμένου δε να εξετασθεί εάν υφίσταται δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.
Ο Άρειος Πάγος δηλ. επισκοπεί και την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 1477/22, ΑΠ 817/2022, ΑΠ 57/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1549/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η κατά άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 856/2020) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 1199/2018).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 856/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 550/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ,το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Το Διοικητικό Συμβούλιο της εφεσίβλητης-εκκαλούσας - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.
Τ. Ε. Α..Ε. (Ο..Τ..Ε..Α..Ε.).", κατά τις συνεδριάσεις του στις 04.10.1989 και 11.10.1989 με τις αντίστοιχες με αριθμ. 2141 και 2142/1989 αποφάσεις του ,αποφάσισε τη διενέργεια έξι (6) Γενικών και τριών (3) Ειδικών διαγωνισμών για την εισαγωγή και εκπαίδευση στη Σχολή Προσωπικού του, 855 σπουδαστών, προοριζομένων για την κάλυψη αναγκών του τεχνικού κλάδου του σε ορισμένες περιοχές της χώρας ,ειδικότερα δε σύμφωνα με την 421 21/358 της 26.10.1989 έγγραφη προκήρυξη της Διοίκησης του Ο.
οι γενικοί διαγωνισμοί περιελάμβαναν τις ειδικότητες των τεχνιτών δικτύων, δομικών έργων, ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, εργαστηρίων και συνεργείων και σχεδιαστών. Στον εν λόγω διαγωνισμό συμμετείχε με επιτυχία και ο ενάγων, ο οποίος έλαβε μέρος για την ειδικότητα των τεχνιτών δικτύων και τον μήνα Ιούλιο 1994, ως περιληφθείς στον πίνακα επιτυχόντων, κλήθηκε από την εναγομένη να υποβάλει τα δικαιολογητικά του για την πρόσληψή του.
Στη συνέχεια όμως αυτός δεν προσελήφθη, διότι η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα πτυχίο δεν ήταν εξ αυτών που εκείνη ζητούσε με την προκήρυξή της, ούτε ήταν ισότιμα με αυτά . Κατόπιν τούτου ο ενάγων μαζί με άλλους 17 συμμετέχοντες και επιτυχόντες (της ίδιας κατηγορίας) στον ως άνω διαγωνισμό άσκησαν κατά της εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή.
Επί αυτής, κατόπιν εφέσεως των στην ανωτέρω αγωγή εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η με αριθμό 8133/1998 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίστηκε με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο ισχύει υπέρ και κατά των ως άνω διαδίκων της (άρθρα 321, 322 παρ. 1,324 και 325 ΚΠολΔ) ότι :Α) Μεταξύ των διαδίκων υπάρχει από 01.08.1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η εκεί εναγομένη - εφεσίβλητη (ήδη εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα) υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων-εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος- εκκαλούντος - εφεσιβλήτου, ως έκτακτων τεχνιτών του δικτύου της και Β) ότι υποχρεούται αυτή να εισαγάγει προς εκπαίδευση και αποφοίτηση, μετά από επιτυχημένη διαδικασία μεταξύ άλλων και τον ενάγοντα - εκκαλούντα - εφεσίβλητο στη Σχολή του Προσωπικού της.
Ακολούθως στις 22.04.1999 υπογράφηκε μεταξύ της εναγόμενης και (μεταξύ άλλων) και του ενάγοντος πρακτικό συμβιβασμού, σύμφωνα με το οποίο, αφενός μεν η εναγομένη αποδεχόταν στο εξής τις υπηρεσίες των αντισυμβαλλομένων, επομένως και του ενάγοντος, ως έκτακτων τεχνιτών δικτύων, αναγνωρίζοντας ότι μεταξύ αυτών και της ίδιας υπάρχει από 01.08.1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου , καθώς και να τους εισαγάγει προς εκπαίδευση στη Σχολή του Προσωπικού της, αφετέρου οι αντισυμβαλλόμενοι αυτής , μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, δήλωσαν ρητά ότι παραιτούνται του δικαιώματος τους να διεκδικήσουν αναδρομικά τις αποδοχές τους (μισθούς υπερημερίας), από 01.08.1994 μέχρι το χρόνο αυτό (22.04.1999).
Ακολούθως, με την υπ.' αριθμ. …/07.01.2000 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εφεσίβλητης- εκκαλούσας- εναγομένης, εγκρίθηκε η πρόσληψη των ως άνω αντισυμβαλλομένων της, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ενάγων, για τον οποίο ορίσθηκε αυθαίρετα και μη σύννομα (κατά παράβαση της από 14.03.1985 ΕΣΣΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 21.03.1989 ΕΣΣΕ και την από 10.06.1999 όμοια ΕΣΣΕ που υπογράφηκε μεταξύ Ο.
και Ο.-Ο.. και ίσχυαν την 01-08-1994 (ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να προσληφθεί ο ενάγων) ως χρόνος πρόσληψής του η 16.06.1999 με την αιτιολογία ότι τότε (δηλ. στις 16.06.1999) κατέθεσε αυτός την προβλεπόμενη από την προκήρυξη του διαγωνισμού επαγγελματική άδεια οδήγησης Γ' Κατηγορίας , η οποία, σύμφωνα με την προκήρυξη αυτή, έπρεπε να υποβληθεί μέχρι την ημεροχρονολογία της πρόσληψης, με αποτέλεσμα η εναγομένη να εντάξει τον ενάγοντα στην κατηγορία εργαζομένων ΔΕ προσμετρώντας, αντίστοιχα, τον χρόνο υπηρεσίας του από 01.01.1999 και όχι από 01.08.1994 , όπως προβλεπόταν στην ως άνω με αριθμό 8133/1998 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και στο από 22.04.1999 πρακτικό συμβιβασμού, όπου οριζόταν ημερομηνία πρόσληψης του ενάγοντος η 01.08:1994, κατά τα προεκτεθέντα.
Το γεγονός της καθυστερημένης λήψης και κατάθεσης από τον ενάγοντα της προβλεπόμενης από την προκήρυξη άδειας οδήγησης καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου πρόσληψής του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, αφού στην εν λόγω προκήρυξη ορίζεται ότι "την άδεια οδήγησης αυτοκινήτου μπορεί να την αποκτήσει ο υποψήφιος και μετά το χρόνο διενέργειας των διαγωνισμών, πρέπει όμως να την καταθέσει το αργότερο κατά το χρόνο της πρόσληψής του" , ο οποίος εξάλλου συνήθως συμπίπτει με το χρόνο της πραγματικής ανάληψης υπηρεσίας από τον μισθωτό και αυτός στην ένδικη περίπτωση είναι η 03.02.2000 (βλ.
το υπ'αριθμ. …/07.01.2000 προσκομιζόμενο αντίγραφο απόφασης του Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης περί πρόσληψης και την συνημμένη σ' αυτό κατάσταση προσληφθέντων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της εκκαλούσας- εφεσίβλητης-εναγομένης) που δεν σχετίζεται με την επικαλούμενη από την εναγόμενη ημερομηνία πρόσληψης (16.06.1999) , δεδομένου ότι αυτός κατά το χρόνο εκείνο ήταν ήδη κάτοχος της άδειας .
Η ένταξη του ενάγοντος στην κατηγορία ΔΕ με προσμέτρηση του χρόνου υπηρεσίας του από 01.01.1999 είχε ως συνέπεια να λαμβάνει αυτός ως βασικό μισθό από 2 έως 3 μισθολογικές βαθμίδες χαμηλότερο από τον δικαιούμενο. Περαιτέρω, η εναγομένη ήδη επικαλείται ότι με τον όρο 20 της από 25.06.2001 ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι οι προσλαμβανόμενοι σύμφωνα με την ανωτέρω …/7.01.2000 Απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου της.
με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μπορούσαν, κατόπιν αιτήσεώς τους να προσληφθούν ως δόκιμοι υπάλληλοι στον Τεχνικό Κλάδο από την ημερομηνία πρόσληψής τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι προ της 1ης.01.1996, ημερομηνία δοκιμοποίησης των προσληφθέντων του ίδιου διαγωνισμού, σύμφωνα με την ΠΥΣ …/21.06.1994 και ότι η προκύπτουσα από τη δοκιμοποίηση αυτή διαφορά αποδοχών αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης της μισθοδοσίας του που ορίζεται στην παρ.4 της ως άνω απόφασης.
Με βάση την παραπάνω απόφαση κατά την εναγομένη, η ένταξη του ενάγοντος σε μισθολογικές βαθμίδες και η λήψη ανάλογου επιδόματος ορίστηκε από 16.06.1999. Ο ενάγων ωστόσο διεκδίκησε τη μισθολογική διαφορά για τα χρονικά διαστήματα από το έτος 2000 έως το έτος 2005 και έλαβε την προκύπτουσα διαφορά χρονοεπιδόματος ύψους 18.384 ευρώ με την 937/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και για τα έτη 2005 έως 2009 το ποσό των 15.680,88 ευρώ δυνάμει της 2740/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος που επικαλείται το πρώτον η εναγομένη στην δίκη αυτή, προτείνεται απαραδέκτως καθόσον προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στις προηγούμενες δίκες.
Το προδικαστικό ζήτημα της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας του ενάγοντος από την 01.08.1994 και της ένταξής του από την 01.01.1994 στην 1η μισθολογική βαθμίδα, την 01.01.1996 στην 2η μισθολογική βαθμίδα, από 01.01.1998 στην 3η μισθολογική βαθμίδα, την 01.01.2000 στην 5η μισθολογική βαθμίδα και την 01.01.2004 στην 6η μισθολογική βαθμίδα, συνιστά δεδικασμένο που απορρέει από την 1568/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη έφεσης της εναγομένης δυνάμει της 937/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιπροσθέτως, το προδικαστικό ζήτημα της ένταξης του ενάγοντος, από 01.01.2007 στην 7η μισθολογική βαθμίδα, από 01.01.2008 στην 8η μισθολογική βαθμίδα και από 01.01.2009 στην 9η μισθολογική βαθμίδα, κρίθηκε ήδη ως προδικαστικό ζήτημα με δύναμη δεδικασμένου δυνάμει της 2740/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς ο χρόνος έναρξης της σχέσης εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, ως εκ τούτου δεν θίγεται ως προς τις συνέπειές της από τη μεταβολή που επικαλείται η εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και δέχθηκε ως ημερομηνία πρόσληψης του ενάγοντος την 01.08.1994 και όχι την 16.06.1999, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα της από 07.01.2020 έφεσης με τον πρώτο λόγο της έφεσής της και δη ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως ημερομηνία πρόσληψης του ενάγοντος την 01.08.1994, κρίνονται απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμα .Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 12 Γ1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο., την 01.01.2010 ο ενάγων έπρεπε να καταταγεί στη 10η μισθολογική βαθμίδα και από 01.01.2011 στη 12η μισθολογική βαθμίδα και να του καταβάλλεται χρονοεπίδομα 54% και 60% αντίστοιχα .
Αντ'αυτών ο ενάγων ήταν ενταγμένος στην 7η και 8η μισθολογική βαθμίδα και λάμβανε χρονοεπίδομα 42% και 48% αντιστοίχως. Με βάση δε τον πίνακα που προσκομίζει ο ενάγων, στον οποίο προσδιορίζεται το χρονοεπίδομα 66% αντί του ορθού 60% για τα έτη 2014 και 2015, ο ενάγων έπρεπε να λάβει : 1) Από 01.01.έως 31.12.2013 δικαιούταν λόγω της 11ης μισθολογικής βαθμίδας βασικό μισθό ανερχόμενο στο ποσό των 1.284,16 ευρώ με ποσοστό χρονοεπιδόματος 60%και συνολικά το ποσό των 2.054,65 ευρώ (1.284,16 + 770,49 ευρώ) αφαιρουμένου δε ταυ ποσού των 1.764,86 ευρώ που συνομολογεί στην αγωγή του ότι λάμβανε μηνιαίως (ήτοι 1.192,30 ευρώ βασικός μισθός +48% χρονοεπίδομα ήτοι 572,54 ευρώ) η διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 289,79 ευρώ μηνιαίως και για 14 μήνες στο ποσό των 4.057,06 ευρώ (289,79 Χ 14 μήνες), συνεπώς δικαιούται τη διαφορά ανερχόμενη στο ποσό των 4.057,06 ευρώ, 2) Από 01.01 έως 31.12.2014 δικαιούταν το μισθό της 12ης βαθμολογικής κλίμακας ανερχόμενο στο ποσό των 1.330,43 ευρώ (βασικός μισθός) με ποσοστό χρονοεπιδόματος 60% ήτοι συνολικά το ποσό των 2.128,68 ευρώ (1.330,43 +798,25) αφαιρουμένου δε του ποσού των 1.783,84 ευρώ που λάμβανε μηνιαίως όπως συνομολογεί στην αγωγή του (το οποίο αναλύεται στον βασικό μισθό των 1.205,30 ευρώ που αντιστοιχεί στην 8η μισθολογική βαθμίδα και στο χρονοεπίδομα σε ποσοστό 48% ήτοι 578,54 ευρώ), η μηνιαία διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 344,84 ευρώ μηνιαίως και για 14 μήνες στο ποσό των 4.827,76 ευρώ (344,84 ευρώ/μηνιαίως Χ 14 μήνες), ωστόσο θα επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 4.687,90 ευρώ που επιδικάστηκε πρωτοδίκως αφού δεν υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης περί εσφαλμένου υπολογισμού από τον εκκαλούντα-ενάγοντα, 3) Από 01.01 .έως 30.06.2015 δικαιούταν το μισθό της 12ης μισθολογικής βαθμίδας εκ 1.330,43 ευρώ με ποσοστό χρονοεπιδόματος 60% ήτοι συνολικά το ποσό των 2.128,68 ευρώ (1.330,43 + 798,25) αφαιρουμένου δε του ποσού των 1.765,01 ευρώ που λάμβανε μηνιαίως (το οποίο αναλύεται στο ποσό των 1.192,47 ευρώ που λάμβανε ως βασικό μισθό για την 8η μισθολογική βαθμίδα και χρονοεπίδομα 48% από 572,39 ευρώ) η μηνιαία διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 363,67 ευρώ μηνιαίως (2.128,68 - 1.765,01 ευρώ) και για επτά μήνες στο ποσό των 2.545,69 ευρώ (363,67 Χ 7 μήνες).
Συνεπώς, οφείλεται στον ενάγοντα για την εν λόγω αιτία (δηλαδή ως διαφορά δικαιουμένου μισθού και χρονοεπιδόματος) για το χρονικό διάστημα από 01.01 έως 31.12.2013 το ποσό των 4.057,34 ευρώ, από 01.01 έως 31.12.2014 το ποσό των 4.687,90 ευρώ και από 01.01.έως 30.06 .2015 το ποσό των 2.545,69 ευρώ και συνολικά το ποσό των 11.290,65 ευρώ (4.057,06 ευρώ + 4.687,90 ευρώ + 2.545,69 ευρώ) νομιμοτόκως από το τέλος του έτους κατά το οποίο καθένα από τα επιμέρους αυτά ποσά κατέστησαν απαιτητά.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού δέχθηκε ότι οι μισθολογικές διαφορές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 30.06.2015 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 11.291,35 ευρώ, ακολούθως εφαρμόζοντας τον ΑΝ 173/1967 που προβλέπει μεταξύ άλλων το ανώτατο όριο (πλαφόν) αποζημίωσης απόλυσης σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, επιδίκασε στον ενάγοντα για μισθολογικές διαφορές για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό των 9.236,7ευρώ (11.291,35-2.054,65 ευρώ).
Ωστόσο, με την ανωτέρω κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον ΑΝ 173/1967, ο οποίος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που υφίσταται σχετική αξίωση περί καταβολής αποζημίωσης κατά το Ν.2112/1920, στην προκείμενη περίπτωση όμως δεν υφίσταται τέτοια αξίωση καθόσον το ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα με την εκκαλουμένη απόφαση αφορά μισθολογικές διαφορές.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ'ουσίαν βάσιμος ο πρώτος λόγος της από 31.08.2018 έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος με τον οποίο αυτός παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη μείωσε (συμψήφισε) κατά το ποσό των 2.054,65 ευρώ που αντιστοιχεί στις μηνιαίες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1.1.έως 31.12.2013, το συνολικό ποσό που δικαιούται αυτός για μισθολογικές διαφορές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 30.06.2015, με το αιτιολογικό ότι η αντίδικος είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας και ως προς την αποζημίωση απόλυσης υπόκειται στους περιορισμούς του ΑΝ 173/1967 οι οποίοι (περιορισμοί) ωστόσο αφορούν ποσά που προέρχονται από αποζημίωση απόλυσης και δεν καταλαμβάνουν τα οφειλόμενα ποσά εκ μηνιαίων αποδοχών .
Απεναντίας, ορθά η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η ένταξη στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο δεν περιλαμβάνεται στη ρύθμιση του άρθρου 4 της ΠΥΣ …/28.2.2012 η οποία αναφέρεται σε αναστολή εκείνων των αυξήσεων και των υπηρεσιακών ωριμάνσεων που έχουν οριστεί (με ΣΣΕ και κανονισμούς εργασίας) να καταβάλλονται με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, διότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι ο αποκλεισμός της χορήγησης αυξήσεων που προβλέπονται να χορηγούνται με μόνη την παρέλευση του χρόνου εργασίας, χωρίς να αποκλείει τη δυνατότητα ισχύος άλλης ρύθμισης που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, όταν δηλαδή έχει συμφωνηθεί ότι αυτές (αυξήσεις) συνδυάζονται και με άλλους παράγοντες, όπως συμπλήρωση του κατά περίπτωση απαιτουμένου για την ένταξη στην επόμενη μισθολογική βαθμίδα ελάχιστου χρόνου, ενώ δεν αποτελεί ωρίμανση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη, η ένταξη σε επόμενη βαθμολογική κλίμακα και η εξ αυτού του λόγου αύξηση των αποδοχών (βασικού μισθού).
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος ο επικουρικώς προτεινόμενος δεύτερος λόγος της κρινόμενης από 07.01.2020 έφεσης της εκκαλούσας με τον οποίο η τελευταία παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι με την εφαρμογή της …/28.02.2012 Π.Υ.Σ. ανεστάλη μεν την 13.12.2012 η εξέλιξη του χρονοεπιδόματος αλλά όχι και η εξέλιξη στις μισθολογικές βαθμίδες, γενομένου όμως δεκτού του επικουρικώς προτεινόμενου τρίτου λόγου έφεσης της ως άνω εκκαλούσας μόνο κατά το σκέλος που παραπονείται περί εσφαλμένου υπολογισμού της εκκαλουμένης όσον αφορά την αριθμητική πράξη εξεύρεσης του χρονοεπιδόματος 60% επί του βασικού μισθού του ενάγοντος εκ 1.330,43 ευρώ για τα έτη 2014-2015 , απορριπτομένου δε τούτου κατά το σκέλος που υπολογίζει τη μισθολογική διαφορά του ενάγοντος μόνο ως προς τα χρονοεπιδόματα που δικαιούταν αυτός κατά τα έτη 2014-2015 και αυτών που λάμβανε και όχι και ως προς το βασικό μισθό που δικαιούταν αυτός κατά τα αντίστοιχα έτη σε σχέση με αυτόν που λάμβανε".
Η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κυρίως την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση της παραβίασης των άρθρων 324,325 ΚΠολΔ, επειδή, όπως διατείνεται, δέχθηκε εσφαλμένα δεδικασμένο που παρήχθη από τη με αριθμό 8133/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ του ήδη αναιρεσίβλητου και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη και της ήδη αναιρεσείουσας.
Ότι με την απόφαση αυτή, κρίθηκε ότι "μεταξύ των διαδίκων υπάρχει από 1-8-1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών εναγόμενος Οργανισμός (Ο..Τ..Ε.. Α..Ε..), υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εκκαλούντων εναγόντων ως εκτάκτων τεχνιτών του δικτύου του...", όμως το δεδικασμένο αυτό καταλαμβάνει το χρόνο ίδρυσης της σxέσης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως 16-10-1999, που ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να παράσχει πραγματικά την εργασία του, επειδή δεν είχε προσκομίσει την απαιτούμενη από την προκήρυξη του διαγωνισμού της αναιρεσείουσας, στον οποίο αυτός επιτυχώς συμμετείχε, επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης.
Ότι σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/07.01.2000 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας αποφασίστηκε η πρόσληψη, κατ'εφαρμογή της 8133/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επτά ατόμων, που είχαν την επαγγελματική άδεια από 1-8-1994 και οκτώ μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος από την απόκτηση της άδειας και η μισθοδοσία τους αρχίζει από την ημερομηνία πρόσληψής τους, η ως άνω δε απόφαση ενσωματώθηκε στην από της 25-6-2001 ΕΣΣΕ και απέκτησε κανονιστική ισχύ, έτσι ώστε λόγω της μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος, επί του οποίου βασίσθηκε η με αριθμό 8133/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν είναι νομικά επιτρεπτό να γίνει λόγος για ύπαρξη δεδικασμένου από την απόφαση αυτή.
Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που στήριξε την κρίση της στο ως άνω δεδικασμένο, παρά την επελθούσα νομοθετική μεταβολή και δέχθηκε ότι η προσμέτρηση των μισθολογικών βαθμίδων καθώς και του χρονοεπιδόματος, που δικαιούτο σύμφωνα με τον έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμό Γ./Ο. και των οικείων ΣΣΕ ο αναιρεσίβλητος, άρχισε από 1-8-1994, και υπολόγισε από τότε τις αιτούμενες με την ένδικη αγωγή μισθολογικές διαφορές, ενώ η ένταξη αυτού άρχιζε, όπως την υπολόγισε η αναιρεσείουσα, από τις 16-6-1999, υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ..16 ΚΠολΔ, αλλά και στις πλημμέλειες των αρ.1 και 19 του ιδίου άρθρου 559, καθόσον παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648,652,653,657,658 ΑΚ, 12Γ παρ,1α Γ./Ο., από 14-3-1985 και 10-6-1999 ΣΣΕ, από τις οποίες προκύπτει ότι οι μισθολογικές βαθμίδες (μισθολογικά κλιμάκια) και το χρονοεπίδομα υπολογίζονται με βάση τον πραγματικό χρόνο απασχόλησης.
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης (πρώτος λόγος κατά το σκέλος του όσον αφορά την εκ του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο με το ίδιο περιεχόμενο τρίτος λόγος), είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό στήριξε την κρίση του και το αποδεικτικό του πόρισμα για το κρίσιμο θέμα της ένταξης του αναιρεσίβλητου, σε μισθολογικές βαθμίδες, καθώς και τη χορήγηση του χρονοεπιδόματος για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015, στο δεδικασμένο που παρήχθη από την με αριθ. 937/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τη με αριθ. 2740/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασαν εφέσεις κατά των με αριθ. 1568/2008 και 1342/2012 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν επί αγωγών του αναρεσιβλήτου, με τις οποίες αυτός διεκδίκησε για προηγούμενα χρονικά διαστήματα μισθολογικές διαφορές λόγω του εσφαλμένου υπολογισμού από την αναιρεσείουσα των μισθολογικών βαθμίδων και του χρονοεπιδόματός του και συγκεκριμένα για τα έτη από 2000 έως 2009 και έλαβε τις προκύπτουσες διαφορές.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, προς έλεγχο των σχετικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, με την με αριθ. 937/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκαν παρεμπιπτόντως τα προδικαστικά ζητήματα: της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας του ενάγοντος από την 1-8-1994, της ένταξής του την 1-1-1994 στην 1η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-1996 στην 2η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-1998 στην 3η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-2000 στην 4η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-2002 στη 5η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-2004 στην 6η μισθολογική βαθμίδα και ο υπολογισμός του χρονοεπιδόματος επί του βασικού του μισθού από την 1-1-1995, με τη συμπλήρωση ενός έτους από την ένταξή του 10%, από την 1-1-1997 με τη συμπλήρωση τριών ετών 18%, από την 1-1-1999 με τη συμπλήρωση πέντε ετών 26%, από την 1-1-2001 με τη συμπλήρωση επτά ετών 34% και από την 1-1-2004 με τη συμπλήρωση δέκα ετών 42%.
Ακολούθως, με ην με αριθ. 2740/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κρίθηκαν τα προδικαστικά ζητήματα της ένταξης του ενάγοντος, την 1-1-2005 στην 7η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-2007 στην 8η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-2009 στην 9η μισθολογική βαθμίδα και ο υπολογισμός του χρονοεπιδόματος από την 1-1-2006 με τη συμπλήρωση δώδεκα ετών 48% και από την 1-1-2009 με τη συμπλήρωση δεκαπέντε ετών 54%.
Ήτοι ο αρχικός χρόνος έναρξης της προσμέτρησης της προϋπηρεσίας του αναιρεσίβλητου από το έτος 1994 και της ένταξής του από τότε στην 1η μισθολογική βαθμίδα και του υπολογισμού του χρονοεπιδόματος από 1-1995,, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, με την πρώτη απόφαση η οποία είχε στηριχθεί στο δεδικασμένο της με αριθμό 8133/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για τον αρχικό χρόνο (1994) προσμέτρησης της προϋπηρεσίας του αναιρεσίβλητου και έκρινε ακόμη, ότι δεν θίγεται ως προς τις συνέπειές της η εν λόγω χρονική προσμέτρηση από τη μεταβολή που επικαλέστηκε η ήδη αναιρεσείουσα ότι επήλθε με τον όρο 20 της από 25.06.2001 ΕΣΣΕ με την οποία ορίστηκε μεταγενέστερη ημερομηνία πρόσληψης και μισθοδοσίας του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με την …/7.01.2000 Απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου της.
Εν συνεχεία η δεύτερη εφετειακή απόφαση συνέχισε τον υπολογισμό των μισθολογικών βαθμίδων και του χρονοεπιδόματος για το επόμενο χρονικό διάστημα από 2005 έως 2009, σύμφωνα με το δεδικασμένο της πρώτης. Ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση, εφαρμόζοντας ορθά το δεδικασμένο των προηγουμένων δύο αποφάσεων συνέχισε τον υπολογισμό για το χρονικό διάστημα 2013-2015.
Το εν λόγω δεδικασμένο που απορρέει από τις ως άνω αποφάσεις, δεν πλήττεται ειδικότερα με τους προαναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, πλην όμως, αυτεπάγγελτα ερευνώμενο κατ'αρθρο 562 αρ.4 ΚΠολΔ, καλύπτει την ένδικη διαφορά διότι έκρινε για τις ίδιες αξιώσεις από την ίδια ιστορική και νομική αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων για προγενέστερα χρονικά διαστήματα.
Η διηγηματική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, του δεδικασμένου της με αριθμό 8133/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν υποδηλώνει εφαρμογή του, αφού δεν επηρεάζει το αποδεικτικό πόρισμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η επικαλούμενη δε νομοθετική μεταβολή επίσης δεν επηρεάζει την κρινόμενη διαφορά διότι είναι προγενέστερη του δεδικασμένου των ως άνω αποφάσεων, στο οποίο στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια εκ του αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του δεδικασμένου της 8133/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και οι σχετικοί προαναφερόμενοι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι. Συνακόλουθα απορριπτέος ως αλυσιτελής τυγχάνει ο πρώτος αναιρετικός λόγος και όσον αφορά την εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 648, 652, 653, 657, 658 ΑΚ, 12Γ παρ.1α Γ./Ο., από 14-3-1985 και 10-6-1999 ΣΣΕ, διότι η παραβίαση αυτή συνέχεται με τις παραδοχές της αλυσιτελώς πληττόμενης με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, με αριθμό 8133/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ακόμη ο ίδιος πρώτος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος όσον αφορά την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καθόσον δεν περιέχεται σε αυτόν συγκεκριμένη αιτίαση για ανεπάρκεια, έλλειψη ή αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, 'κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη … της 28.2.2012 (Π.Υ.Σ.), που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ …/28.2.2012, για τη ρύθμιση "θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012", στο άρθρο 4 της οποίας ορίζεται ότι, "από 14.2.2012 και μέχρι το διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας. Για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ".
Η ρύθμιση της ανωτέρω διατάξεως της ΠΥΣ …/2012 εκτείνεται στους σχετικούς όρους όλων των μορφών συλλογικών συμβάσεων, ήτοι κλαδικών, ομοιοεπαγγελματικών και επιχειρησιακών (ΑΠ 937/2022. ΑΠ 594/2021, ΟλΣτΕ 2307/2014, ΟλΣτΕ 668/2012).
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19, λόγω παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 της ΠΥΣ …/28-2-2012 και του άρθρου 12 κεφ. Β Γ./Ο., διότι μη ορθά δέχθηκε την ένταξη του αναιρεσίβλητου στις επόμενες μισθολογικές βαθμίδες για το επίδικο μετά την εφαρμογή της ως άνω ΠΥΣ χρονικό διάστημα των ετών 2013-2015 και υπολόγισε το χρονοεπίδομα αυτού με αυξημένο βασικό μισθό, κρίνοντας εσφαλμένα ότι δεν υπάγονται στη ρύθμιση της εν λόγω ΠΥΣ οι μισθολογικές βαθμίδες, καθόσον δεν αποτελούν υπηρεσιακή ωρίμανση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 4 αυτής.
Ως προς την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 4 της ΠΥΣ …/2012 ο ως άνω λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικά βάσιμος. Διότι, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 5Γ παρ.1,2 του ΕΚΠ/Ο. (πρώην 12Β του Γ./Ο.), σε συνδυασμό με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ μισθολογικές βαθμίδες που προσαυξάνουν το βασικό μισθό των εργαζομένων, χορηγούνται μόνο με τη συμπλήρση ορισμένου χρόνου, ήτοι της διετίας, χωρίς να συντρέξει άλλη προϋπόθεση.
Ως εκ τούτου αποτελούν "μισθολογική ωρίμανση", και υπάγονται στην αναφερόμενη στο άρθρο 4 της υπ' αριθ. …/28.2.2012 ΠΥΣ αναστολή των "υπηρεσιακών ωριμάνσεων", που άρχισε να ισχύει από την 14.2.2012 και, καταλαμβάνει κάθε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του προσωπικού που προκύπτει από την ανά διετία μετάβαση από τη μία μισθολογική βαθμίδα στην επόμενη.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε αντίθετες παραδοχές, ότι η ένταξη στις επόμενες μισθολογικές βαθμίδες, δεν υπάγεται στη ρύθμιση της εν λόγω ΠΥΣ, διότι δεν αποτελεί ωρίμανση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 4 αυτής και υπολόγισε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015 το χρονοεπίδομα ποσοστού 60%, που δικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του ΕΚΠ-Ο., από 1-1-2011 με τη συμπλήρωση δεκαεπτά ετών, ήτοι πριν την ισχύ της ΠΥΣ, επί αυξημένου κατά δύο διαδοχικά μισθολογικές βαθμίδες βασικού μισθού, ήτοι με την 11η από 1-1 έως 31-12-2013 και με τη 12η από 1-1-2014 έως 30-6-2015 αντί της 8ης μισθολογικής βαθμίδας και του χρονοεπιδόματος 48%, που εσφαλμένα υπολόγιζε τις μηνιαίες αποδοχές του η αναιρεσείουσα καθόλο το ως άνω διάστημα.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 της ΠΥΣ …/28-2-2012, και του άρθρου 5Γ παρ.1, 2 του ΕΚΠ-Ο., αφού η χορήγηση των μισθολογικών βαθμίδων, που αποτελούν, ως προεκτέθηκε, υπηρεσιακή ωρίμανση, είχε ανασταλεί για το επίδικο καταλαμβανόμενο από την ως άνω ΠΥΣ επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015, κατά το οποίο έπρεπε να υπολογισθεί το χρονοεπίδομα του ενάγοντος ποσοστού 60%, με τον ισχύοντα πριν την ΠΥΣ βασικό μισθό που ήταν προσαυξημένος με τη 10η μισθολογική βαθμίδα, δεδομένου ότι την 1-1-2009 εντάχθηκε στην 9η βαθμίδα, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη 2740/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και από 1-1-2011 ήτοι μετά διετία έπρεπε να ενταχθεί στη 10η αντί της 8ης με χρονοεπίδομα 60%, που τον είχε εντάξει, ως προεκτέθηκε, η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχτηκε ως νόμιμη την ένδικη αγωγή και εν συνεχεία κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά το αίτημά της για υπολογισμό μισθολογικών διαφορών με αυξημένο βασικό μισθό με την ένταξη του ενάγοντος στις ως άνω μισθολογικές βαθμίδες μετά την ισχύ της ΠΥΣ …/28-2-2012, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό, καλύπτεται δε από την αναιρετική του εμβέλεια και η κατά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος του εσφαλμένου υπολογισμού του χρονοεπιδόματος ποσοστού 60% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015 με βασικό μισθό προσαυξημένο πέραν της 10ης μισθολογικής βαθμίδας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που θα πρέπει να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η αίτηση αυτή με την οποία ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων στον αναιρεσίβλητο ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, όχι όμως και των επί των πρώτων αναλογούντων και παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος, πρέπει κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επιμέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (ΟλομΑΠ 12/2007, ΑΠ 985/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη αναίρεση εκθέτει ότι προς συμμόρφωση με το διατακτικό της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1189/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ως προσωρινώς εκτελεστό το ποσό των 3.000 ευρώ κατέβαλε, μετά την αφαίρεση των διαφόρων νομίμων κρατήσεων και της εργολαβικής αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου (1.897,48 ευρώ), στον αναιρεσίβλητο το καθαρό ποσό των 1.102,52 ευρώ, με σχετική κατάθεση στον διατηρούμενο από αυτόν λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα και προς συμμόρφωση με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 3469/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία τελεσιδίκως επιδικάστηκε νομιμοτόκως συνολικά το ποσό των 11.260,65 ευρώ, μετά την αφαίρεση των διαφόρων νομίμων κρατήσεων και της εργολαβικής αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου (6.398 ευρώ), κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο έναντι του κεφαλαίου το καθαρό ποσό των 5.304,10 ευρώ, έναντι των μικτών τόκων υπερημερίας ύψους 650,48 ευρώ κατέβαλε σ' αυτόν το καθαρό ποσό των 416,31 ευρώ, και έναντι των μικτών τόκων υπερημερίας με προσαύξηση επιδικίας 3% ύψους 353,89 ευρώ, του κατέβαλε το καθαρό ποσό των 226,50 ευρώ.
Ήτοι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το συνολικό καθαρό ποσό των 5.946,91 ευρώ, όπως εμφαίνεται στην κατάσταση μαζικές πιστώσεις στον διατηρούμενο από αυτόν λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα και ζητεί σε περίπτωση παραδοχής της αναίρεσης την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Δεδομένου όμως, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται εν μέρει και ειδικότερα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου αυτής για εν μέρει εσφαλμένο υπολογισμό από το Εφετείο των αιτηθέντων μισθολογικών διαφορών, και επιδίκασε για το χρονικό διάστημα από 1-1 έως 31-12-2013 το ποσό των 4.057,06 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1 έως 31-12-2014 το ποσό των 4.827,76 ευρώ και από 1-1 έως 30-6-2015 το ποσό των 2.545,69 ευρώ, απορριφθέντων των λοιπών λόγων της αναίρεσης, η παραπάνω αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτή τι ποσό καταβλήθηκε επιπλέον στον αναιρεσίβλητο ως κεφάλαιο για κάθε επιδικασθέν κονδύλιο για τις ως άνω συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και τι για τόκους κάθε επιμέρους ποσού, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του επιστρεπτέου ποσού.
Επομένως η άνω αίτηση είναι αόριστη και πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 3469/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ