Legislator Case Law & Legislation
39/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court award due to procedural error in applying child benefit increase provisions.

Case Number 39/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a final labor court judgment awarding child benefit increases. The lower court failed to apply statutory conditions for these increases, relying on a precedent that had since been overturned by the Supreme Court itself. Consequently, the judgment was annulled in the contested portion and remanded for retrial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a final judgment when the lower court fails to apply mandatory statutory conditions for benefits, relying on a precedent that has since been overturned, and remands the case for retrial with a different judge.

Keywords

AI generated
Labor Law Child Benefit Increase Procedural Error Supreme Court Appeal Remand for Retrial Prevailing Precedent Statutory Conditions

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of Law 3693/1957
Article 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 39 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 39/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ε. Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ζαχαρούλας Χατζηπαύλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Κ. του Ε., κατοίκου Π.ς, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 290/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1206/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ε. Χροναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 25-02-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1254/131/01-03-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1357/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 1206/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδίκασε την από 07-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1952/09-06-2016 έφεση και τους από 02-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4431/341/08-05-2018 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 290/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την, από 17-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 84311/2863/17-06-2013 αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση στον ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο των προσαυξήσεων, λόγω οικογενειακών βαρών (επίδομα τέκνων) επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για το από 01-07-2011 έως 30-06-2013, χρονικό διάστημα, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων (52.224,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, του πρώτου σκέλους του πρόσθετου λόγου έφεσης, εξαφάνισε στο σύνολο της την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα έξι (45.696,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, με επιτόκιο 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 01-03-2021 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 01-03-2019 (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του νόμου 3566/2007 (ΦΕΚ Α' 117) Κώδικα Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του ν. 3712/2008 (ΦΕΚ Α' 225), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2.

Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών, υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους... 4.

Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται, απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση... 5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου.

Για τους λοιπούς υπαλλήλους, καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται, σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής, είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία.

Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής... καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί, υπό το προϋφιστάμενο, αντιστοίχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 του Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το ν. 419/1976, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται και λόγω των οικογενειακών βαρών (με την Φ. 083-58/11-3-1988 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ 177Β, ορίσθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται, κατά ποσοστό 6%, στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1505/1984, ενώ με την 2001800/185/0022/17-3-1993 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, ΦΕΚ Β' 153/17.03.1993, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1884/1990, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Ε' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίσθηκε ότι το εν λόγω επίδομα αυξάνεται, κατά ποσοστό 6%, στο επίδομα του πρέσβη, για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 8%, για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών ή 24 ετών, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, αποδεδειγμένα φοιτούν σε Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1505/1984, ποσοστά, που αυξήθηκαν από 1.1.2001 σε 8%, 12% και 16%, αντιστοίχως, δυνάμει της με αριθμό 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α, ΦΕΚ Β' 390/2001 και, μετά την κατάργησή της, δυνάμει της με αριθ. 2/19609/0022/14-4-2006 Κ.Υ.Α., ΦΕΚ Β' 553/2006), η προσαύξηση δε αυτή αποτελεί αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής.

Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτελούσα προσαύξηση του μισθού των διπλωματικών υπαλλήλων οικογενειακή παροχή του άρθρου 47 παρ.

Α' περιπ. 4 του ν. 3205/2003. Περαιτέρω το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16-02-2010, την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) ειδοποίηση προς την Ελλάδα, για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.

Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15-3-2010, του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Α' 40), με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία είχε κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".

Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων, περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1-1-2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... 2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.

των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)... 3. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα, που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά:

α) οικογενειακής παροχής... β) χρόνου υπηρεσίας... γ) εφημεριών... δ) ραδιενέργειας... ε) ειδικής απασχόλησης... στ) ειδικών συνθηκών εργασίας... ζ) επικίνδυνης εργασίας... η) καταδυτικού... θ) αναπηρίας και κινδύνου... ι) μεταπτυχιακών σπουδών... ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής δημόσιας Διοίκησης... και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης), ιβ) κινήτρου απόδοσης...

ιγ) ειδικής αποζημίωσης... καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων. Στη συνέχεια, στις 3-5-2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης", μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών - μελών της Ευρωζώνης. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε, ως παράρτημα, στο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Α' 65/6-5-2010).

Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση, κατά ποσοστό 8%, των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του, ως άνω, νόμου 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 01-06-2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.

Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010... μειώνονται, κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα, που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...".

Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες, στις διατάξεις αυτές, ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές, που χορηγούντο στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου.

Εξαιρούνται, δε, μόνο τα επιδόματα, που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Τούτο, δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, βαρύνει, πάντως, και αυτό, τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκομένου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και, επιπλέον, δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα.

Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Εξάλλου, και η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, η οποία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ξεχωριστό επίδομα, αλλά αναγκαίο παρακολούθημα του βασικού επιδόματος αλλοδαπής, δεν εντάσσεται, ούτε αυτή, στην ειδικότερη έννοια της οικογενειακής παροχής, που ρητώς εξαιρείται από τις επίμαχες μειώσεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010.

Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων, περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε.

Τούτο, δε, διότι το θεσπισθέν, με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων, τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν παραβιάζουν την, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της οικονομικής ελευθερίας ούτε το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

και το προστατεύον την ανθρώπινη αξία άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν, χωρίς διακρίσεις, στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους και δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη, από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην, απορρέουσα, από το άρθρο 2 του Συντάγματος, αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, δοθέντος ότι δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών (ΣτΕ Ολομ. 668/2012, ΣτΕ 1368/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020 Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην από 17-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 84311/2863/17-06-2013 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 01-12-1990, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδας στην Π., προκειμένου να απασχοληθεί ως κλητήρας.

Ότι, αν και υπηρετεί έκτοτε, με την ιδιότητα αυτή, στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Π. και είναι έγγαμος και πατέρας δύο (2) θυγατέρων, από τις οποίες η πρώτη γεννήθηκε στις 13-4-1991 και είναι ήδη ενήλικη και φοιτήτρια, η δε δεύτερη είναι ανήλικη, αφού γεννήθηκε στις 18-5-1994, το εναγόμενο αρνείται παράνομα και αντισυμβατικά να του καταβάλει την προσαύξηση, λόγω τέκνων, υπολογιζόμενη επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Ελληνα Πρέσβη στην Τ., ισχυριζόμενο ότι αυτή καταβάλλεται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους του.

Ότι η άρνησή του αυτή, αντίκειται στο περιεχόμενο της εργασιακής του σύμβασης και είναι παράνομη, αφού αντίκειται αφενός στις διατάξεις των άρθρων 131 του Ν. 419/1976, 135 του Ν. 2594/1998 και 155 του Ν. 3566/2007, που κύρωσαν τους παλαιούς και νέο αντίστοιχα Οργανισμούς του Υπουργείου Εξωτερικών, αφετέρου στις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "Περί ισότητας αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι' εργασίαν ίσης αξίας" (άρθρο 100) στο άρθρο 119 της Συνθήκης της Ε.Κ., καθώς και στις διατάξεις 4 και 22 του Συντάγματος, ενώ επιπλέον έρχεται σε αντίθεση με το δεδικασμένο, που απορρέει από τις αναφερόμενες στην αγωγή τελεσίδικες και αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν επί προγενεστέρων αγωγών του, κατά του ιδίου εναγομένου και έκριναν ότι δικαιούται το επίδομα αυτό, για προγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, για την παραπάνω αιτία και για το μεταγενέστερο από 01-07-2011 έως 30-06-2013 χρονικό διάστημα το συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων (52.224,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, που ισχύει για τους ιδιώτες από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστης επιμέρους μηνιαίας παροχής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 290/2016 οριστική απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων διακοσίων είκοσι τεσσάρων (52.224,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 07-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1952/2016 έφεσης και των από 02-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4431/341/2018 πρόσθετων λόγων έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1206/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και, κατά παραδοχή, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, του πρώτου σκέλους του πρόσθετου λόγου έφεσης, εξαφάνισε στο σύνολο της, για το ενιαίο της εκτέλεσης, την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα έξι (45.696,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε από το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον], στον κλάδο βοηθητικού προσωπικού, ως κλητήρας, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στην Π. (Τ.) στην οποία έκτοτε υπηρετεί, δυνάμει της από 1-12-1990 συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του τότε Πρέσβη της Ελλάδος στην Π..

Με την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας ορίστηκε ότι θα καταβάλλεται στον ενάγοντα " μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το, στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού, παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής". Καθόλο το διάστημα της απασχόλησής του, ο ενάγων λάμβανε την άνω μηνιαία αποζημίωση, καθώς και το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, όχι, όμως, και την προσαύξηση του επιδόματος αυτού, λόγω τέκνων, αν και ήταν έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, της Ε.

που γεννήθηκε στις 13-4-1991 και της Ά., που γεννήθηκε στις 18-5-1994, τα οποία απέκτησε από το γάμο του με την Ι. Ν.. Για τον λόγο αυτόν, άσκησε κατά του εναγομένου την προγενέστερη από 10-12-2004 αγωγή του, με αίτημα να του καταβληθεί προσαύξηση, λόγω τέκνων, επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Π., για προγενέστερο χρονικό διάστημα, σε σχέση με το επίδικο.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ' αριθμ. 1808/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ με την υπ' αριθμ. 4026/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, απορρίφθηκε η έφεση, που άσκησε ο ενάγων κατ' αυτής. Η τελευταία αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1832/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 683/2010 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την από 10-12-2004 αγωγή του.

Η τελευταία αυτή απόφαση (683/2010) αναιρέθηκε εν μέρει, με την υπ' αριθμ. 1078/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και, στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 461/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δικάζοντας την ουσία της υπόθεσης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (λόγω του της δεύτερης αναίρεσης) δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, την από 10-12-2004 αγωγή του ενάγοντος και του επιδικάστηκε το επίδομα τέκνων, υπολογιζόμενο στο αναγραφόμενο ποσοστό (ανάλογα με την ηλικία των τέκνων του) του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδος στην Π., για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2004 (καθώς για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002 οι αξιώσεις του κρίθηκαν παραγεγραμμένες).

Ειδικότερα, επιδικάστηκε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή και για το άνω χρονικό διάστημα, το ισόποσο σε ευρώ, κατά την ημέρα καταβολής των 41.454 δολαρίων Η.Π.Α. και ειδικότερα όπως προβλεπόταν με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α. ποσοστό 12%, για κάθε ανήλικο τέκνο του από 7 μέχρι 12 ετών και συνολικά 24% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 12-4-2003 και ποσοστό 16%, για την πρώτη ανήλικη θυγατέρα του από 13 έως 18 ετών και 12%, για τη δεύτερη ανήλικη θυγατέρα του έως 12 ετών και συνολικά 18% επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή για τον Έλληνα Πρέσβη στην Π., για το χρονικό διάστημα από 13-4-2003 έως 31-12-2004, το οποίο, κατά τον παραπάνω χρόνο, ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 6.300 δολαρίων ΗΠΑ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και στη συνέχεια εκδόθηκαν και άλλες αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, που επιδίκασαν στον ενάγοντα, για μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, τις αιτούμενες με νέες αγωγές προσαυξήσεις επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και συγκεκριμένα εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 4007/2015, 1846/2017 και 1116/2018 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, οι οποίες στηριζόμενες στο δεδικασμένο, που απορρέει από τις προγενέστερες επιδίκασαν στον ενάγοντα τις άνω προσαυξήσεις, για τα χρονικά διαστήματα:

α) από 1-1-2007 έως 31-5-2007 (καθώς για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2006, οι αξιώσεις του κρίθηκαν παραγεγραμμένες), β) από 1-7-2007 έως 30-6-2009 (καθώς για το προγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-6-2007 έως 30-6-2007, οι αξιώσεις του κρίθηκαν παραγεγραμμένες) και γ) από 1-7-2009 έως 30-6-2011. Βάσει των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται να λαμβάνει και για το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 30-6-2013 την προσαύξηση, λόγω τέκνων, στο επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, η οποία (προσαύξηση), όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των διατάξεων, που προαναφέρονται στη μείζονα σκέψη που προηγείται, υπολογίζεται ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Έλληνα Πρέσβη στην Π.

και όχι ως ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή, που λαμβάνει ο ίδιος ο ενάγων, ως υπάλληλος της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όπως κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και αυτού του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι δεν επήλθε μεταβολή του νομικού και πραγματικού καθεστώτος κάτω από το οποίο εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές.

Ειδικότερα, ο ενάγων, ως προσληφθείς πριν τις 24 Μαρτίου 1998, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διατήρησε και μετά την έναρξη εφαρμογής του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 2594/1998), κατ' εφαρμογή του μεταβατικής ισχύος άρθρου 129 παρ. 5 του Ν. 2594/1998, το μισθολογικό καθεστώς, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του Ν. 419/1976, όπου οι προσληφθέντες μέχρι την 23η Μαρτίου 1998, κατ' εφαρμογή των άρθρων 68 παρ. 2 και 69 παρ. 1 του Ν. 419/1976, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ιδιαίτεροι γραμματείς ή μεταφραστές και βοηθητικό προσωπικό σε υπηρεσίες του εξωτερικού, λάμβαναν μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη των αποδοχών του βαθμού γραμματέα Ε' τάξεως του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων του Υπουργείου Εξωτερικών ή του Κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας, αντιστοίχως, εξελισσόμενοι μισθολογικά, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τα άρθρα 68 παρ. 4 και 69 παρ. 1 του Ν. 419/1976, εξομοιούμενοι, συνεπώς, μισθολογικά με τους αντιστοίχου βαθμού μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και, επιπλέον, λάμβαναν το αναλογούν στον αντίστοιχο βαθμό επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, δηλαδή ανήκει στην κατηγορία του προσωπικού που λάμβανε ήδη το ανωτέρω επίδομα [...] Περαιτέρω, παρά τη θέσπιση νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το ν. 3566/2007, το νομικό καθεστώς δεν μεταβλήθηκε, καθώς και το κρίσιμο άρθρο 155 του νέου Οργανισμού είναι ταυτόσημου περιεχομένου με το άρθρο 135 του προγενέστερου Οργανισμού (ν. 2594/1998) και δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση της έννομης σχέσης.

Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 1846/2017 και 1116/2018 αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου, κρίθηκε το ίδιο, ήτοι ότι και υπό την ισχύ του νέου Οργανισμού, δεν υπάρχει στην ουσία αλλαγή του νομικού καθεστώτος.

Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να λάβει την προσαύξηση λόγω τέκνων, υπολογιζόμενη σε ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή του Έλληνα Πρέσβη στην Π. (και όχι σε ποσοστό επί του επιδόματος αλλοδαπής που λαμβάνει ο ίδιος), με βάση την προαναφερθείσα τελευταία Κ.Υ.Α., ήτοι την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 Κ.Υ.Α., η οποία έχει άμεση ισχύ όχι μόνο επί των μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου, αλλά και επί των υπαλλήλων του Δημοσίου της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (όπως είναι και ο ενάγων), χωρίς να χρειάζεται να εκδοθεί γι' αυτούς ιδιαίτερη απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρονται στη μείζονα σκέψη, κατά το μέρος που η άνω Κ.Υ.Α.

τους εξαιρεί, είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθώς εισάγει ανεπίτρεπτες διακρίσεις και συνεπώς, η εξαίρεσή τους είναι ανίσχυρη, με αποτέλεσμα να ισχύει και επ' αυτών η άνω Κ.Υ.Α. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας όμοια με τα παραπάνω, έστω και με συνεπτυγμένη αιτιολογία που συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας (534 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο για το ένδικο δικαίωμα του ενάγοντος και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα το οποίο στηρίζεται στις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις, λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και στην προηγούμενη δίκη (ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας), το οποίο και δέσμευε το δικαστήριο, καθώς δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο κρίθηκε η ένδικη απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθώς επίσης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής του, σχετικά με την ανυπαρξία δικαιώματος του ενάγοντος να λαμβάνει προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής, λόγω τέκνων, διότι αυτό καταβάλλεται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους, με το ότι σε κάθε περίπτωση, η προσαύξηση αυτή θα έπρεπε να υπολογίζεται επί του επιδόματος αλλοδαπής του ιδίου του ενάγοντος και όχι του Έλληνα Πρέσβη στην Τ.

και σχετικά με την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 1832/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε όλα τα άνω ζητήματα έχουν ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου και με τις προαναφερόμενες μεταγενέστερες αποφάσεις. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κόρη του ενάγοντος Ε., που ενηλικιώθηκε στις 13-4-2009 (αφού γεννήθηκε στις 13-4-1991) από 1-9-2011 έως 31-8-2012 ήταν φοιτήτρια της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Τσεχίας στο Πίλζεν και από 5-9-2012 έως 28-2-2013 φοιτήτρια της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Μαζαρυκ-Μπρνο [...] και, συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται για το άνω διάστημα από 1-9-2011 έως 28-2-2013 και μετά την ενηλικίωσή της, την προσαύξηση σε ποσοστό 16 %, με βάση την ίδια ως άνω Κ.Υ.Α.

Ωστόσο, δεν δικαιούται την προσαύξηση αυτή και για το διάστημα από 1-7-2011 έως 31-8-2011 και από 1-3-2013 έως 30-6-2013, αφού δεν προκύπτει από τα ανωτέρω πιστοποιητικά ότι φοιτούσε σε ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η δεύτερη κόρη του ενάγοντος Ά. που ενηλικιώθηκε στις 18-5-2012 (αφού γεννήθηκε στις 18-5-1994), κατά το ακαδημαϊκό έτος 2012-2013, ήταν φοιτήτρια του κλάδου Συστήματα βιβλιοθηκών και πληροφοριών και υπηρεσιών της Εμπορικής Ακαδημίας της πόλης Μπρνο [...] συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για αυτήν την προσαύξηση 16% για όλο το επίδικο διάστημα.

Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που επιδίκασε για όλο το επίδικο διάστημα την προσαύξηση 16 %, για κάθε τέκνο και συνολικά 32%, αφού, όπως προαναφέρθηκε και αποδεικνύεται εγγράφως από τα ανωτέρω πιστοποιητικά σπουδών, δεν δικαιούται για την κόρη του Ε. την προσαύξηση για 6 συνολικά μήνες (από 1-7-2011 έως 31-8-2011 και από 1-3-2013 έως 30-6-2013).

Συνεπώς είναι εν μέρει βάσιμος ο σχετικός πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται προσαύξηση και για το δύο του τέκνα, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως αναφέρεται και στο έγγραφο Φ055/ΑΜ 51056/ΑΣ 2169/20-2-2015, που και πρωτοδίκως είχε προσκομίσει, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, δικαιούται προσαύξηση μόνο για ένα τέκνο, για τα χρονικά διαστήματα από 1-7-2011 έως 31-8-2012 και από 1-3-2013 έως 30-6-2013, ήτοι για 18 συνολικά μήνες [...]".

Συνεχίζοντας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, απέρριψε τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, τον οποίο παραδεκτώς επανέφερε με το δεύτερο σκέλος του προσθέτου λόγου έφεσης, ότι, δηλαδή, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Π., καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν ανερχόταν στο ποσό των έξι χιλιάδων οκτακοσίων (6.800,00) ευρώ μηνιαίως, όπως υπολογίστηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά ανερχόταν στο μικρότερο ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων πέντε ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (5.505,28) μηνιαίως, αφού είχε μειωθεί κατά ποσοστό 12% και, ακολούθως, κατά ποσοστό 8%, με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, με αποτέλεσμα και η προσαύξηση λόγω τέκνων, ποσοστού 32%, επί του επιδόματος αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη, που δικαιούται ως προσαύξηση επιδόματος, λόγω τέκνων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, να ανέρχεται σε μικρότερο ποσό και όχι στο μεγαλύτερο εκείνο, το οποίο ζήτησε, υπολογιζόμενο σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Π., όπως αυτό ίσχυε προ των άνω περικοπών, με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "...

πρωτίστως διότι προσκρούει στο δεδικασμένο, που απορρέει από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1116/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που έκρινε επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη, δεν αποτελεί αποδοχές, στις οποίες επιβάλλονται οι περικοπές, που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 3833/2010 και οι περαιτέρω περικοπές του ν. 3845/2010, αλλά αποτελεί ειδικό αποζημιωτικό επίδομα κάλυψης εξόδων των εργαζομένων στην αλλοδαπή και ανηκόντων στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών υπαλλήλων του εκκαλούντος, που καταβάλλεται μόνο για όσο χρόνο αυτοί υπηρετούν στην αλλοδαπή, το οποίο αναπροσαρμόζεται (μειώνεται ή αυξάνεται) μόνο από την ειδική επιτροπή του άρθρου 155 παρ. 6 του ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 3566/2007) και για τους περιοριστικά αναφερόμενους στις άνω διατάξεις λόγους, ήτοι μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής, είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ, είτε της αγοραστικής αξίας αυτών, με βάση επίσημα στοιχεία του Ο.Η.Ε. [...].

Λόγω συνεπώς του δεδικασμένου, που απορρέει και ως προς το ανωτέρω ζήτημα, από την προαναφερόμενη απόφαση, αλλά και για τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογία αυτής, ήτοι ότι πράγματι το επίδικο επίδομα δεν αποτελεί αποδοχές, στις οποίες επιβάλλονται οι περικοπές, που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 3833/2010 και οι περαιτέρω περικοπές του ν. 3845/2010, αλλά αποτελεί ειδικό αποζημιωτικό επίδομα κάλυψης εξόδων των εργαζομένων στην αλλοδαπή, κρίνεται απορριπτέος ο πρόσθετος λόγος έφεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του ...".

Με τον μοναδικό, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του ν. 3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπολόγισε την προσαύξηση, λόγω τέκνων, επί του ποσού των έξι χιλιάδων οκτακοσίων (6.800,00) ευρώ, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 01-07-2011 έως 30-06-2013, στο οποίο ανερχόταν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Έλληνα Πρέσβη στην Π., ενώ ήδη από 01-01-2010, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μειώθηκε, κατά ποσοστό 12%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και, στη συνέχεια, το εν λόγω επίδομα από 01-06-2010 μειώθηκε, περαιτέρω, κατά ποσοστό 8%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 3845/2010.

Σύμφωνα, όμως, με τις νομικές σκέψεις, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας ότι, δηλαδή, οι προβλεπόμενες στους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 μειώσεις αφορούν και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτέο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, περί εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ' επέκταση, της προσαύξησης αυτού, λόγω τέκνων, λόγω του δεδικασμένου, που απέρρεε από τη με αριθμό 1116/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και για τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και, κατ' επέκταση, της προσαύξησης αυτού, λόγω τέκνων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ.

α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Και τούτο διότι, η ως άνω με αριθμό 1116/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της οποίας επιχειρήθηκε η θεμελίωση του δεδικασμένου, ήδη έχει αναιρεθεί με τη με αριθμό 518/2022 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η κρίση του Δικαστηρίου, ως προς τις, κατά νόμο, προϋποθέσεις καταβολής της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω τέκνων και ειδικότερα ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 4 του ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 3 του ν. 3845/2010 και, συνακόλουθα, ως προς το ύψος του ποσού, επί του οποίου υπολογίζεται εκάστοτε η προσαύξηση, δεν εμπίπτει στην έννοια του δεδικασμένου (πρβλ.

Α.Π. 2024/2014).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015) Τέλος, πρέπει καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου και την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, τη με αριθμό 1206/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ