Supreme Court dismisses appeal claiming court ignored submitted wage proof documents in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a labor court judgment regarding unpaid wages. The appellant argued the appellate court failed to consider submitted wage payment documents, but the court found the appeal vague and unsupported by the record. Since the lower court explicitly stated it considered all submitted evidence, the Supreme Court rejected the claim that evidence was ignored.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 para. 3 lit. g' C.P.D.; Art. 559 no. 11 para. 3 lit. g' C.P.D. establishes that an appeal based on the non-consideration of evidence is admissible only if specific documents are identified and the lower court's failure to weigh them creates a genuine doubt regarding the evidence's mandatory consideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 398 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 398/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΤΩΝ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΥ.Δ.Ε.ΣΥΣ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Λεβέντη και Βασιλικής Γιαννακοπούλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. Α. του Ν., κατοίκου …, ως έχουσας την αποκλειστική γονική μέριμνα και την νόμιμη αντιπροσώπευση των ανηλίκων τέκνων του αποβιώσαντος, αρχικού διαδίκου, Η. Β. του Ο.: α) Ι. Β. του Ι. και β) Ο. Β. του Ι., που υπεισήλθαν στην έννομη σχέση της βιαίας διακοπής της δίκης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2014 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Η. Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 995/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1494/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27-4-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 276/20-5-2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1494/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η από 20-8-2018 έφεση που άσκησε ο αρχικώς ενάγων-εκκαλών, Η.
Β., κατά της υπ' αριθ. 995/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 29-12-2014 αγωγή του για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος με προφορική δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά γνωστοποίησε το θάνατο του εκκαλούντος-ενάγοντος, ο οποίος απεβίωσε στις 6-1-2019 (προσκομίζοντας την υπ' αριθμ.
…/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Σάμου), δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι επαναλαμβάνει τη διακοπείσα δίκη η Λ. Α. με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του θανόντος, Ι. και Ο. Β., μοναδικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου έκαστος, υπεισερχομένων έτσι στην έννομη σχέση της δίκης (αρθρ. 287 και 290 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών η ένδικη αίτηση αναίρεσης, η οποία παραδεκτά απευθύνεται κατά της ανωτέρω Λ. Α., υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της και η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ' άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ' αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι ο ενάγων -εκκαλών τύγχανε Χημικός Μηχανικός, απόφοιτος του Πολυτεχνείου Ρώμης με ειδίκευση σε θέματα διαχείρισης περιβάλλοντος και ειδικότερα στον σχεδιασμό και λειτουργία εγκαταστάσεων επεξεργασίας στερεών αστικών αποβλήτων, μεταφοράς αποβλήτων, αποτέφρωσης νοσοκομειακών και μολυσματικών αποβλήτων, συστημάτων συλλογής και επεξεργασίας βιομηχανικών και βιοτεχνικών αποβλήτων, συντήρησης επισκευής και λειτουργίας μηχανημάτων και εξοπλισμού.
Ότι, λόγω της εμπειρίας και ειδίκευσής του στον τομέα περιβάλλοντος προσελήφθη στις 10-9-2004 ως Γενικός Διευθυντής, με ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εταιρείας, με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να αναλάβει την εγκατάσταση πανελλαδικού συστήματος συλλογής και διαλογής χρησιμοποιημένων συσσωρευτών μολύβδου και λοιπών συσσωρευτών, την ασφαλή διάθεσή τους, την ενημέρωση και πληροφόρηση των μελών σχετικά με την αναγκαιότητα της ανακύκλωσης, της συλλογής, της επεξεργασίας και της διάθεσης των επικινδύνων αποβλήτων.
Ότι είχε την πλήρη εποπτεία των εργασιών της εναγομένης και στην ουσία προσελήφθη για να οργανώσει εξ' αρχής το Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης ηλεκτροσυσσωρευτών. 'Οτι η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί, όχι επί τη βάσει της κερδοφορίας των επιχειρηματιών που τη συναποτελούν, αλλά με μοναδικό σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος και της περιβαλλοντικής οικονομίας, με την υποχρεωτική συμμετοχή των επιχειρηματιών του χώρου σε αυτό ή σε άλλο Σύστημα, ότι λειτουργεί σύμφωνα με το νόμο, το καταστατικό της και τις αποφάσεις της ΓΣ, στην οποία συμμετέχουν δια του εκπροσώπου τους, με δικαίωμα μιας ψήφου, όλες οι εταιρείες - μέλη που έχουν αντικείμενο τους ηλεκτροσυσσωρευτές (Η/Σ= μπαταρίας αυτοκινήτου), είτε επειδή ασχολούνται με την παραγωγή τους, είτε με την ανακύκλωσή τους, είτε με τη μεταφορά και τη χρήση των υλικών τους για την παραγωγή νέων Η/Σ.
Ότι λόγω της ανωτέρω ιδιαιτερότητας της θέσης και της ευθύνης που ανέλαβε ο ενάγων, η αρχική προφορικά καταρτισθείσα στις 10-9-2004 συμφωνία πρόσληψής του προέβλεπε έναν μηνιαίο μισθό σαφώς υψηλότερο από τον νόμιμο και μάλιστα με πρόβλεψη αυξήσεώς του αντίστοιχη με αυτές των ετήσιων ΣΣΕ των Χημικών Μηχανικών.
Ότι ειδικότερα συμφωνήθηκε με την εναγόμενη να λαμβάνει ο ενάγων μηνιαίο μισθό ύψους 5.000 ευρώ μικτά, καθώς και καταβολή ενός επιπλέον μισθού bonus, ενώ παράλληλα εξασφαλίστηκε και η μακροχρόνια διάρκεια της σχέσης του με την εναγομένη με την πρόβλεψη -καταβολής στον ενάγοντα αυξημένης αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσής του, καθόσον ο ενάγων ήθελε να διασφαλίσει ότι δεν θα ήταν εύκολη η χωρίς αιτιολόγηση απομάκρυνσή του από οποιοδήποτε μελλοντικό ΔΣ της εναγόμενης, μετά την υλοποίηση του δύσκολου έργου που είχε αναλάβει, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι στη διοίκηση της εναγόμενης αντιπροσωπεύονταν ανταγωνιστικές μεταξύ τους επιχειρήσεις με αντικρουόμενα συμφέροντα στο χώρο της μπαταρίας και της ανακύκλωσης.
Ότι η πιο πάνω αρχική προφορική συμφωνία, μετά από πιέσεις του ενάγοντος, πήρε έγγραφη μορφή την 1-4-2007 και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους όρους: Έναρξη της συμβάσεως από της συστάσεως της εταιρίας την 1-11-2004 (όρος 5). Οι ετήσιες μικτές αποδοχές ορίστηκαν στο ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως, επί 14 μισθούς κατ' έτος και ο εργοδότης θα επιβαρύνεται το σύνολο των μηνιαίων εισφορών του μισθωτού στο ΤΣΜΕΔΕ. (όρος 6 παρ.1).
Η αύξηση των παραπάνω αποδοχών θα είναι σύμφωνα με την ποσοστιαία αύξηση στο παραπάνω ποσό που διέπει την κλαδική συλλογική σύμβαση των Χημικών Μηχανικών (όρος 6 παρ. 2). Σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωσης, ισόποσης με τις ετήσιες αποδοχές του χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο έχει προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρία από την έναρξη της λειτουργίας της μέχρι την ημερομηνία λύσεως της συμβάσεως (όρος 7).
Ότι η πιο πάνω συμφωνία δεν ίσχυσε τελικά λόγω των αντιπαραθέσεων μεταξύ των μελών του ΔΣ και κυρίως λόγω του μεγάλου ύψους της αποζημίωσης απόλυσης που προβλεπόταν να καταβληθεί στον ενάγοντα σε περίπτωση απόλυσής του. Ότι, τελικά, και μετά από διαπραγμάτευση επτά μηνών, στις 6-11-2007 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα έγγραφη σύμβαση (η επίδικη), με την οποία ο ενάγων συμφώνησε την αφαίρεση του όρου του μεγάλου ύψους της αποζημίωσης απόλυσης, με αντάλλαγμα την εφαρμογή άλλου μισθολογίου, υψηλότερου του μέχρι τότε συμφωνηθέντος.
Ότι στην τελευταία αυτή έγγραφη σύμβαση, η οποία επίσης ανατρέχει στην ημερομηνία συστάσεως της εταιρίας (1-11-2004) συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Ως προς τις αποδοχές: ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του μισθωτού έχουν ήδη καθοριστεί από την 1η Μαΐου 2007 στο συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ, επί 15 μισθούς κατ' έτος.
Ότι ετησίως η αύξηση των παραπάνω αποδοχών θα είναι σύμφωνα με την ποσοστιαία αύξηση, στο παραπάνω ποσό, που διέπει την κλαδική συλλογική σύμβαση των Χημικών Μηχανικών. Ότι εξαιρετικά ο εργοδότης επιβαρύνεται με το σύνολο των μηνιαίων εισφορών του "μισθωτού" στο ΤΣΜΕΔΕ, δηλαδή και με το ποσοστό που κανονικά βαρύνει τον μισθωτό, και το οποίο καθορίζεται από το συγκεκριμένο Ταμείο.
Ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωσης, αντίστοιχης με το τριπλάσιο της νομίμου αποζημίωσης που δικαιούται, με βάση τον μέσο όρο των αποδοχών του τελευταίου χρόνου εργασίας του, με ανώτατο όριο το ποσό των 125.000 ευρώ. Ότι η έγκαιρη, εφάπαξ ή κατ' επανάληψη, άσκηση δικαιώματος που απορρέει από την παρούσα ή από τον νόμο, δεν δύναται να εκληφθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα και δεν αποδυναμώνει την άσκησή του.
Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, παρά την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης στις 6-11-2007 η εναγόμενη συνέχισε αντισυμβατικά να καταβάλει στον ενάγοντα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 5.000 ευρώ μικτά, ενώ συνέχισε να του καταβάλει 12 μισθούς και όχι 15, ήτοι τρεις επιπλέον μισθούς ως bonus στο τέλος του έτους, ενώ δεν αναπροσάρμοζε και το μισθό του, σύμφωνα με τις εκάστοτε αυξήσεις με βάση τις ΣΣΕ των χημικών μηχανικών, όπως είχε εξάλλου συμφωνηθεί.
Ότι επιπλέον στις 19-11-2008 το ΔΣ της εταιρίας αποφάσισε την απόλυση του ενάγοντος. Ότι με αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η πλειοψηφία των μελών της ΓΣ ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης του ΔΣ, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό. Ότι, τελικά με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της 9-1-2009 ανακλήθηκε η απόφαση του ΔΣ περί απολύσεως του ενάγοντος και αυτός επανήλθε κανονικά στην εργασία του.
Ότι, μετά τις πιο πάνω εξελίξεις το καθεστώς που δημιουργήθηκε ήταν ιδιαίτερα αρνητικό για τον ενάγοντα, ο οποίος όμως συνέχισε να ασκεί προφορική πίεση και ζητούσε από τα μέλη του ΔΣ της εναγομένης και τον Πρόεδρο αυτού να συμμορφωθούν με τους όρους της μεταξύ τους από 6-11-2007 σύμβασης και να του καταβάλουν τους συμφωνημένους μισθούς του.
Ότι στις 5-1-2011 ο τότε Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης απέστειλε στον ενάγοντα κείμενο που περιείχε τους όρους νέας σύμβασης εργασίας, καλώντας τον να δηλώσει αν την αποδέχεται ή όχι. Ότι στο εν λόγω σχέδιο συμβάσεως, οι αποδοχές του ενάγοντος ορίζονταν από την 1-1-2011 στο μικτό ποσό των 4.855 ευρώ, υπολογιζόμενες σε 15 μισθούς ετησίως και επιπλέον του χορηγείτο ως παροχή η χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτου, η δαπάνη καυσίμων και η δαπάνη χρήσης εταιρικού κινητού τηλεφώνου μέχρι το οριζόμενο στη σύμβαση ποσό, ενώ αναφορικά με την αποζημίωση απόλυσης προβλεπόταν η καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης βάση της εκάστοτε εργασιακής νομοθεσίας και η καταβολή 4 μηνιαίων μισθών επιπλέον.
Ότι στο σχέδιο της πιο πάνω σύμβασης περιλαμβανόταν και πάλι η πρόβλεψη ότι η μη έγκαιρη εφ' άπαξ ή κατ' επανάληψη άσκηση δικαιώματος που απορρέει από τη σύμβαση ή από τον νόμο, δεν δύναται να εκληφθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα και δεν θα αποδυναμώνει την άσκηση αυτού. Ότι ο ενάγων αρνήθηκε την υπογραφή της νέας αυτής σύμβασης και τελικά στις 20-1-2014 η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του το ποσό των 125.000 ευρώ για αποζημίωση απολύσεως, συμμορφούμενη με τον σχετικό όρο της από 6-11-2007 έγγραφης σύμβασης εργασίας που είχε μεταξύ τους καταρτιστεί.
Ότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό τον ακόλουθο ισχυρισμό: Ότι παρά τη μη καταβολή των συμφωνημένων μισθολογικών παροχών, ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του από το έτος 2004, άλλως από 1-5-2007, αδιαμαρτύρητα, εισπράττοντας τα καταβαλλόμενα μειωμένα ποσά, χωρίς να ασκήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τα από τον νόμο δικαιώματα του, υπογράφοντας μάλιστα τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας.
Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του υποδηλώνει ρητή, άλλως σιωπηρή, αποδοχή της ανωτέρω μεταβολής των όρων της σύμβασής του, με συνέπεια να καταρτιστεί εγκύρως μεταξύ των μερών, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής (ΑΚ 361) ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του. Ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η επικαλούμενη από την εναγομένη κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων νέας, ρητής ή σιωπηρής, τροποποιητικής της αρχικής (6-11-2007) σύμβασης ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παραπονείτο συνεχώς για τη μη τήρηση των όρων της σύμβασής του, ότι ο ενάγων ήδη από το 2007 είχε αρχίσει να έχει τριβές με ορισμένα μέλη του ΔΣ, αλλά και με εταιρίες μέλη της εναγόμενης, δεδομένου ότι λόγω της θέσης του, ως Γενικός Διευθυντής, ήταν υποχρεωμένος να αποστέλλει αναφορές στο Υπουργείο, περί των περιβαλλοντικών παρανομιών, κάποιων μελών της εναγόμενης, οι οποίες δεν ήταν διατεθειμένες να ξοδέψουν χρήματα για να καταστήσουν τις επιχειρήσεις τους περιβαλλοντικά φιλικές, δηλαδή νόμιμες, σύμφωνα με τους περιβαλλοντικούς όρους.
Γι' αυτό άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το έτος 2008 επιχειρήθηκε η απόλυσή του, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, μετά από τις αναφερόμενες ανωτέρω ενέργειες της πλειοψηφίας των μετόχων της εναγομένης. Ότι ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου είναι: α) το γεγονός ότι η εναγόμενη στις 20-1-2014 κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 125.000 ευρώ, το οποίο είχε συμφωνηθεί με την από 6-11-2007 σύμβαση, εφαρμόζοντας τον σχετικό όρο αυτής.
Ότι η συμπεριφορά της αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ανωτέρω ισχυρισμό της περί μη ισχύος των λοιπών όρων της σύμβασης, αναφορικά με το ύψος των συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, καθόσον δεν είναι δυνατή η επιλεκτική τήρηση των όρων μιας σύμβασης. β) το γεγονός ότι στις 5-11-2011 προτάθηκε στον ενάγοντα η υπογραφή νέας σύμβασης, με την οποία μειώνονταν οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, καθώς και το ποσό αποζημίωσης που θα του καταβαλλόταν σε περίπτωση απόλυσής του, πρόταση την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν αποδέχθηκε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι επήλθε αποδοχή της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως, με συνέπεια να έχει καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων μια νέα τροποποιητική της αρχικής σύμβασης εργασίας ως προς τον μισθό του ενάγοντος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους λόγους έφεσής του.
Ακολούθως, δεχόμενο κατ` ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα για διαφορές αποδοχών, με βάση τους προβλεπόμενους από την από 6-11-2007 έγγραφη σύμβαση εργασίας μισθούς, το συνολικό ποσό των 583.829,02 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων δικαιούται για διαφορές αποδοχών του το ως άνω ποσό, με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας από 6-11-2007 έγγραφη σύμβαση εργασίας, και ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε νέα σιωπηρή σύμβαση, συναγόμενη από τις περιστάσεις, τροποποιητική της από 6-11-2007 σύμβασης εργασίας, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 361, 648 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η επικαλούμενη από την εναγομένη κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων νέας, ρητής ή σιωπηρής, τροποποιητικής της αρχικής (6-11-2007) σύμβασης ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παραπονείτο συνεχώς για τη μη τήρηση των όρων της σύμβασής του,.......
ότι ο ενάγων ήδη από το 2007 είχε αρχίσει να έχει τριβές με ορισμένα μέλη του ΔΣ, αλλά και με εταιρίες μέλη της εναγομένης, δεδομένου ότι λόγω της θέσης του, ως Γενικός Διευθυντής, ήταν υποχρεωμένος να αποστέλλει αναφορές στο Υπουργείο περί των περιβαλλοντικών παρανομιών, κάποιων μελών της εναγόμενης.....
ότι γι' αυτό άλλωστε, το έτος 2008 επιχειρήθηκε η απόλυσή του, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, μετά από τις αναφερόμενες ανωτέρω ενέργειες της πλειοψηφίας των μετόχων της εναγομένης ...... ότι στις 5-11-2011 ο τότε πρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης απέστειλε στον ενάγοντα κείμενο που περιείχε τους όρους νέας σύμβασης εργασίας, καλώντας τον να δηλώσει αν την αποδέχεται ή όχι......, ότι στο σχέδιο της πιο πάνω σύμβασης περιλαμβανόταν και πάλι η πρόβλεψη ότι η μη έγκαιρη εφ' άπαξ ή κατ' επανάληψη άσκηση δικαιώματος που απορρέει από τη σύμβαση ή από τον νόμο, δεν δύναται να εκληφθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα και δεν θα αποδυναμώνει την άσκηση αυτού.....
ότι ο ενάγων αρνήθηκε την υπογραφή της νέας αυτής σύμβασης ........", ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν στην μη κατάρτιση της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα σιωπηρής, συναγόμενης από τις περιστάσεις, τροποποίησης της από 6-11-2007 συμβάσεως εργασίας κατά τον περί αποδοχών του ενάγοντος όρο της και της συνεπεία αυτής κατάρτισης εγκύρως μεταξύ των μερών, νέας σύμβασης τροποποιητικής της αρχικής (ΑΚ 361) ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος.
Ούτε, εξάλλου, παραβίασε τις διατάξεις αυτές το Εφετείο, κατά τις σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με την κρίση του ότι "....η καταβολή από την αναιρεσείουσα της καθορισμένης στο ποσό των 125.000 ευρώ αποζημιώσεως απολύσεως του αναιρεσιβλήτου, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ισχυρισμό της περί μη ισχύος των λοιπών όρων της συμβάσεως, αναφορικά με το ύψος των συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών του αρχικώς ενάγοντος, καθόσον δεν είναι δυνατή η επιλεκτική τήρηση των όρων μιας συμβάσεως", αφού οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έχουν την έννοια ότι αυτή δέχθηκε, ότι δε μπορεί να τροποποιηθεί όρος της συμβάσεως χωρίς να τροποποιηθεί το σύνολό της, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα, αλλά αντίθετα, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, χρησιμοποιήθηκαν ως επιχειρήματα του Δικαστηρίου που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων και την ενίσχυση της κρίσης του περί μη σιωπηρής, συναγόμενης από τις περιστάσεις, τροποποίησης της από 6-11-2007 συμβάσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταρτίσεως σιωπηρής, συναγόμενης από τις περιστάσεις, τροποποιητικής συμβάσεως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159, 164, 174, 180, 288, 361 και 648 ΑΚ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας τα παραπάνω με βάση τις προαναφερόμενες πραγματικές παραδοχές, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη καταρτίσεως σιωπηρής, συναγόμενης από τις περιστάσεις, τροποποιητικής συμβάσεως.
Οι επιπλέον αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της παραβίασης από το Εφετείο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρονται κατ' αυτήν σε ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι, α) δε διέλαβε καμία σκέψη, για ποιο λόγο η άρνηση του ενάγοντος το έτος 2011 να υπογράψει το κείμενο της νέας σύμβασης που του απέστειλε ο τότε Πρόεδρος του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας, αποκλείει να είχε ήδη καταρτισθεί σιωπηρώς η προβαλλόμενη από αυτή τροποποίηση του ύψους των αποδοχών της από 6-11-2007 συμβάσεώς του, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός συνέχισε να προσφέρει κανονικά την εργασία του....., β) ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές της ο ενάγων προέβαινε συνεχώς σε προφορικές διαμαρτυρίες για μη τήρηση της από 6-11-2007 συμβάσεώς του, δεν αιτιολογεί γιατί δεν υπήρξε ποτέ έγγραφη διαμαρτυρία του ή κάποια προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας ή σε Δικαστική Αρχή και γ) δεν περιέλαβε αιτιολογίες αναφορικά με την υπογραφή των μηνιαίων εξοφλητικών αποδείξεων από τον ενάγοντα, στις οποίες δήλωνε μάλιστα ότι εξοφλούνται οριστικώς οι αποδοχές του για κάθε μήνα και ότι ουδεμία απαίτηση έχει εκ του λόγου αυτού κατά της εργοδότριάς του, δε συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του απορριπτικού αποδεικτικού πορίσματος του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταρτίσεως σιωπηρής, συναγόμενης από τις περιστάσεις, τροποποιητικής συμβάσεως, αλλά αναφέρονται σε ελλείψεις επιχειρημάτων του Εφετείου, με τα οποία θα έπρεπε να δικαιολογήσει γιατί κατέληξε στην ως άνω κρίση του.
Σχετίζονται, δηλαδή, με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και ως εκ τούτου δε μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. Επιπλέον, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε, ενώ περαιτέρω, οι ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν αποτελούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ. 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 909/2017).
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 126/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 38/2015).
Περαιτέρω, επί αξιώσεων εργαζομένου για την καταβολή οφειλόμενων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν' ασκήσει τις αξιώσεις αυτές έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013).
Σημειώνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση και αν ο ενάγων παραιτήθηκε σιωπηρώς εκ των νομίμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα όπως διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του είναι άκυρη, είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας, είτε μετά από αυτή (ΑΠ 543/2019, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 843/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ως προς ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για την καταβολή των οφειλομένων διαφορών αποδοχών, τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, επικουρικά, τον ισχυρισμό ότι, ο ενάγων, ο οποίος, παρά τη μη καταβολή των συμφωνημένων μισθολογικών παροχών, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του από το έτος 2004, άλλως από 1-5-2007, αδιαμαρτύρητα, εισπράττοντας τα καταβαλλόμενα μειωμένα ποσά, χωρίς να ασκήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τα από τον νόμο δικαιώματά του, υπογράφοντας μάλιστα τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, συμπεριφορά που υποδηλώνει ρητή, άλλως σιωπηρή, αποδοχή της ανωτέρω μεταβολής των όρων της σύμβασής του, με συνέπεια να καταρτιστεί εγκύρως μεταξύ των μερών, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, καταχρηστικά ασκεί με την ένδικη αγωγή του το ως άνω ουσιαστικό δικαίωμά του, αφενός διότι από την πάροδο ικανού χρόνου έχει αποδυναμωθεί το σχετικό δικαίωμα δικαστικής επιδίωξης του προ της μεταβολής υπέρτερου μισθού του, αφετέρου διότι λόγω της πιο πάνω μεταγενέστερης συμπεριφοράς του, δημιουργήθηκε στην εναγόμενη η εύλογη πεποίθηση ότι αυτή εκπληρώνει τις σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις της προς τον ενάγοντα.
Ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και τούτο γιατί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η επικαλούμενη από την εναγομένη κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων νέας, ρητής ή σιωπηρής, τροποποιητικής της αρχικής (6-11-2007) σύμβασης ως προς το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος, ούτε αποδείχθηκε ότι το δικαίωμα του ενάγοντος να αξιώσει την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών ασκείται καταχρηστικά, καθώς έχει αποδυναμωθεί, διότι στην ένδικη σύμβαση υπήρχε ρητός όρος ότι η μη έγκαιρη άσκηση δικαιώματος που απορρέει από τη σύμβαση ή από τον νόμο δεν δύναται να εκληφθεί από την πλευρά της εναγομένης ως παραίτηση από το δικαίωμα και δεν θα αποδυναμώνει την άσκηση αυτού, ενώ περαιτέρω, ότι δε μπορεί να γίνει λόγος για τη δημιουργία στην εναγόμενη της εύλογης πεποίθησης ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τα εκ της συμβάσεως δικαιώματά του, αφενός μεν λόγω της πιο πάνω ρητής συμφωνίας των μερών, αφετέρου δε λόγω του ότι ο ενάγων ουδέποτε επέδειξε συμπεριφορά που να υποδηλώνει παραίτηση από τα εκ της συμβάσεως δικαιώματά του.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος, δεδομένου ότι:
α) η μη άμεση διαμαρτυρία του ενάγοντος για την μη εφαρμογή των όρων της συμβάσεως σχετικά με το ύψος των συμφωνηθεισών αποδοχών του, β) η αδράνεια του ενάγοντος για την διεκδίκηση των εργασιακών του αξιώσεων, ενόψει του ότι οι λαμβανόμενες αποδοχές του ήταν το μέσο βιοπορισμού του και γ) η είσπραξη αποδοχών κατώτερων των δικαιούμενων με βάση την επικαλούμενη σύμβαση και η επιδίωξη των εργασιακών αξιώσεων μετά την λύση της συμβάσεως (20-1-2014), δεν είναι δυνατόν να εκληφθούν ως παραίτηση του ενάγοντος από τις εν λόγω αξιώσεις του για το μέλλον και δεν θεμελιώνουν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα περιστατικά δε αυτά ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται καμιά οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, τη μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Επομένως ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ Ολομ. 8/2013, 14/2004, ΑΠ 237/2019, 71/2019,) δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ Ολομ. 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ Ολομ. 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΑΠ Ολομ. 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 967/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 573/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προς εκείνες των άρθρων 262 ΚΠολΔ και του άρθρου 281 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά, που δεν ελήφθησαν υπόψη, δεν προτάθηκαν παραδεκτώς ή είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/1989, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 525/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους κρίσιμους αυτοτελείς ισχυρισμούς που πρότεινε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και ειδικότερα, α) ότι μεταξύ της ίδιας και του ενάγοντος (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) καταρτίστηκε σιωπηρά, συναγόμενη από τις περιστάσεις, νέα τροποποιητική σύμβαση, αφού ο ενάγων εισέπραττε αδιαμαρτύρητα τα καταβαλλόμενα μειωμένα ποσά, υπογράφοντας τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας και μάλιστα χωρίς να ασκήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα αγωγή (από τις 6-11-2007 που καταρτίστηκε η αρχική έγγραφη σύμβαση μέχρι τις 29-12-2014 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή) για τα από το νόμο δικαιώματά του, β) ότι ο ενάγων, ο οποίος, συνεπεία της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας του, λόγω μείωσης των αποδοχών του, είχε το δικαίωμα από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ν. 2112/2012, 1) είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του, να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, 2) είτε να αποκρούσει τη μεταβολή, να απαιτήσει την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του υπό τους προ της μεταβολής όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής τους από την εργοδότρια του να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας, της υφιστάμενης μεταβολής και 3) είτε να αποδεχθεί τη μονομερή από τον εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, οπότε δημιουργείται νέα τροποιητική συμβατική σχέση, διάφορη της αρχικής, επέλεξε να ασκήσει το τρίτο από τα δικαιώματα αυτά, δηλαδή να αποδεχθεί τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, συνεχίζοντας αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα να προσφέρει τις υπηρεσίες του, εισπράττοντας τα καταβαλλόμενα μειωμένα ποσά και υπογράφοντας τις μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, συμπεριφορά που συνιστά ρητή (και όχι απλώς σιωπηρή), αποδοχή από μέρους του της άνω μεταβολής, έχουσα ως συνέπεια την κατάρτιση νέας σύμβασης τροποποιητικής της αρχικής (361 ΑΚ, άρθρ. 7 παρ. 1 ν. 2112/2012) και γ) την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος στην ολότητά της και ειδικότερα τον επικαλούμενο προς θεμελίωση αυτής αυτοτελή ισχυρισμό, ότι ο ενάγων καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης υπέγραφε τις σχετικές μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και δήλωση αυτού ότι με τις αποδείξεις αυτές εξοφλούνταν οριστικώς οι αποδοχές του για τον εκάστοτε μήνα και ότι ουδεμία άλλη απαίτηση είχε εκ του λόγου αυτού κατά του εργοδότη του.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ουδέποτε έλαβε χώρα κατάρτιση νέας σύμβασης τροποποιητικής της αρχικής της από 6-11-2007 αρχικής συμβάσεως ως προς το ύψος των συμφωνημένων αποδοχών του ενάγοντος, ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό και με το να δεχθεί πράγματα αντίθετα προς αυτόν, τον απέρριψε κατ' ουσίαν.
Αβάσιμος είναι επίσης ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, καθόσον, με την παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αφού, ο εν λόγω ισχυρισμός, πέραν του ότι στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με τον πρώτο ως άνω ισχυρισμό του, αλυσιτελώς προβλήθηκε στην ένδικη περίπτωση, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, αφορούν την μη καταβολή πλήρων των συμφωνηθεισών αποδοχών του και θεμελιώνονται στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας σύμβαση εργασίας και όχι στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για επιλογή εκ μέρους του ενάγοντος του παραπάνω δικαιώματος της αποδοχής της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως, με τη συνέχιση της προσφοράς εργασίας αδιαμαρτύρητα (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 2112/2012).
Τέλος, όσον αφορά το τρίτο σκέλος του ως άνω λόγου, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του ενάγοντος και την απέρριψε ρητά με την ως άνω αιτιολογία ως αβάσιμη, τα δε επικαλούμενα επιπλέον περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεώς της, δηλαδή η υπογραφή από τον ενάγοντα των σχετικών εξοφλητικών αποδείξεων με το ως άνω περιεχόμενο κατά την είσπραξη των καθοριζομένων από την εναγομένη μηνιαίων αποδοχών του, εκτιμώμενα συνολικώς με τα ως άνω περιστατικά που το Εφετείο έλαβε υπόψη δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα του ενάγοντος.
Συνεπώς, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008, 8/2016). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 92/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα και ειδικότερα τα φωτοτυπικά αντίγραφα των εξοφλητικών αποδείξεων μισθοδοσίας που καλύπτουν όλο το ένδικο από 1.1.2009 έως 20.1.2014 χρονικό διάστημα (βλ.
σχετ. με αρ. 8 έως και αρ. 67, για το από 1.1.2009 έως 31.12.2012 χρονικό διάστημα και σχετ. με αρ. 68 έως και αρ. 82 για το από 1.1.2013 έως 20.1.2014 διάστημα), στις οποίες αναγράφονται οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, υπό την ένδειξη: "Συνολικός Μισθός" (ευρώ 5.711,61 και ευρώ 6.235, από 1.1.2013), αναλυτικά οι "Κρατήσεις" (για ΤΣΜΕΔΕ, ΙΚΑ, ΦΜΥ, Εισφορά Αλληλεγγύης), το "Σύνολο των Κρατήσεων" και οι "Καθαρές" και "Πληρωτέες Αποδοχές".
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται ειδικότερα το περιεχόμενο καθενός εκ των εγγράφων αυτών, είναι αβάσιμος, καθόσον, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και τις εκτεθείσες παραδοχές της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1494/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ