Supreme Court reverses appeal court ruling on land ownership in border areas requiring specific title transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the appeal court's decision regarding land ownership in border areas. The appellant argued that the lower court erred by granting ownership via special possession without verifying the specific statutory requirements for such regions. The court held that ownership in these border zones requires a formal title transfer, not just possession, and the lower court failed to apply these strict legal conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 1189/1972 and Article 77 of the Agricultural Code; Ownership of lands in border areas vests in heirs only through formal title transfer, not possession, and special possession cannot commence until such title is acquired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 395 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 395/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/12/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. Δ/τος 1189/1972 και τις προ της ισχύος αυτού διατάξεις του άρθρου 196 του Αγροτικού Κώδικος, όπως τούτο αντικατεστάθη με το άρθρο 77 του ν. δ/τος 2185/1952 και συνεπληρώθη υπό του άρθρου 64 του ν. δ/τος 3149/1955, προκύπτει ότι προκειμένου περί κλήρων κειμένων στις υπό του νόμου 1336/1938 καθοριζόμενες παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες υπήχθη και η περιφέρεια της Επαρχίας Φιλιατών του Νομού Θεσπρωτίας, η κυριότητα τούτων περιέρχεται στους κληρούχους, οι οποίοι αποκτούν αυτήν (κυριότητα) πάντοτε κατά τρόπο πρωτότυπο και όχι ως διάδοχοι του παραχωρούντος τον τίτλο Ελληνικού Δημοσίου, όχι από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού για την κύρωση της οριστικής διανομής, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1, 2 και 3 του Αγροτικού Κώδικος (άρθρ. 1 παρ. 1, 2 και 9 του α.ν. 1722/1939), αλλά μόνον από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμοδία αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητήριο).
Εξάλλου, και μετά την δια του νόμου 431/1968 επελθούσα νομοθετική μεταβολή, αν δεν έχει χωρήσει κτήση κυριότητος από τον κληρούχο επί του κλήρου κατά τον προβλεπόμενο κατά περίπτωση τρόπο από τον Αγροτικό Κώδικα, ο κλήρος, ανήκων κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, η οποία έτσι μπορεί να αρχίσει μόνον από τότε που ο κληρούχος απέκτησε την κυριότητα επί το κλήρου. (Ολ.
ΑΠ 8/2001, ΑΠ 679/2009, ΑΠ 1183/2008, ΑΠ 1579/2006). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο ουδέποτε είχε τη μορφή δασικής εκτάσεως, απλά αποτελούσε τμήμα του αγροκτήματος ..., και είχε μορφή αγρού ξηρικού.
Το έτος 1957 το Ελληνικό Δημόσιο, δια του οικείου Υπουργείου Γεωργίας, απεφάσισε την οριστική διανομή του όλου αγροκτήματος του Δ.Δ. Ελαίας, προκειμένου να αποκατασταθούν οι αγρότες της περιοχής. Κατά την οριστική αυτή διανομή, το επίδικο ακίνητο έλαβε τον αριθμό …στον κτηματογραφικό χάρτη που συντάχθηκε και προσδιορίστηκε το εμβαδόν του σε 4.750 τ.μ., τα δε όριά του καθορίστηκαν ...........
Στον συνταχθέντα πίνακα ιδιοκτητών, για το εν λόγω ακίνητο φέρεται ιδιοκτήτης ο Σ. Π., ο οποίος τυγχάνει δικαιοπάροχος του ενάγοντος (βλ. απόσπασμα διανομής έτους 1957, σε συνδυασμό με υπ' αριθμ. πρωτ. 4749/27-11-2009 έγγραφο της Περιφέρειας Ηπείρου, τμήμα πολιτικής γης). Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν επακολούθησε, ως ωφείλετο υπό του Υπουργείου Γεωργίας η έκδοση παραχωρητηρίου τίτλου, αλλά τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο, μεταβιβάσθηκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Σ.
Π. και ότι έκτοτε αυτός μπορούσε να το νέμεται και να το κατέχει με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και να το εκμεταλλεύεται ως αγρό και ο οποίος έκτοτε το νέμονταν και το κατείχε με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, διενεργούσε δε σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως καλλιέργεια μηδικής και το προστάτευε από επιβουλή τρίτων και εξ αντιδιαστολής το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να εξουσιάζει τούτο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του ενάγοντος-εφεσίβλητος, το ίδιο ως άνω ακίνητο, μετεβίβασε ατύπως, λόγω δωρεάς (γονικής παροχής) στον ενάγοντα το έτος 1970, ο οποίος το καλλιεργούσε με μηδική και ενίοτε το εκμίσθωνε σε τρίτους, συνεχώς από τότε μέχρι σήμερα. Ούτω, δια της 20ετίας και πλέον νομής και κατοχής του εν λόγω ακινήτου, από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο με καλή πίστη και επί λόγω κυριότητος, αυτός κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ίδιο ακίνητο, δικαίωμα που απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο, και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, και να διορθωθεί η ανακριβής αυτή πρώτη εγγραφή ώστε να αναγραφεί ως ιδιοκτήτης τούτου και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου αγροτικού κλήρου, κείμενου σε παραμεθόρια περιοχή, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθ' όσον νεμήθηκε τούτο από το 1970, συνεχώς πλέον της εικοσαετίας μετά την άτυπη παραχώρηση από τον αρχικό κληρούχο, ο οποίος όμως (αρχικός κληρούχος) κατά τον ίδιο χρόνο της έναρξης της νομής χρησικτησίας του τελευταίου δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου κληροτεμαχίου αφού με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν είχε εκδοθεί παραχωρητήριο και συνεπώς τούτο ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου διότι αρκέσθηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας κληροτεμαχίου, που βρίσκεται σε παραμεθόρια περιοχή, με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση καθ' όσον διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα αφού αν και κατά τις παραδοχές του το επίδικο είναι αγροτικός κλήρος που βρίσκεται στις Φιλιάτες του Νομού Θεσπρωτίας δηλαδή σε παραμεθόρια περιοχή δέχθηκε ότι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία χωρίς παράλληλα να εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο τούτο κατέστη δεκτικό χρησικτησίας.
Επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που παραδεκτώς συμπληρώθηκε από την εισηγήτρια (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ευθείας παραβίασης των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης αντίστοιχα, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου κληροτεμαχίου από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.
Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και της ΥΑ (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
Για τους λόγους αυτούς :
Αναιρεί την 112/2011 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κερκύρας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ