Supreme Court dismisses appeal where non-appearing party was properly summoned and other grounds concern reviewable fact evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance decision regarding an educational foundation. The appeal argued that the lower court misinterpreted a document concerning the foundation's suspension and improperly evaluated evidence. The court ruled that the non-appearing foundation was legally summoned and present, while the remaining grounds involved the lower court's discretionary assessment of facts, which is not reviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review the lower court's evaluation of evidence or factual findings, and an appeal is inadmissible if the non-appearing party was properly summoned.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 393/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Μ., κατοίκου …, 2) Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 3) Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.
Του αναιρεσίβλητου: Σικιαρίδειου Ιδρύματος Απροσάρμοστων Παίδων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-12-2012 και 29-8-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1718/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4047/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις δύο πρώτες επισπεύδουσες τη συζήτηση και παρασταθείσες, κατ' αυτήν, αναιρεσείουσες, με αριθ. 5255/28-11-2018, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Γ. , ακριβές αντίγραφο της, από 1-11- 2018, κλήσεως, (με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η κρινόμενη από 11-1-2016 και με αριθ.
κατάθεσης 340/24-5- 2016, αίτηση αναίρεσης της, υπ' αριθ. 4047/2015, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) με πράξη του αρμοδίου Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, στις 21-5-2019 και μετά από αναβολή, από το πινάκιο, (άρθ. 226 παρ. 4 και 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), παρόντων όλων των διαδίκων, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής, δικάσιμο (7-1-2020), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (564 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ), δια του πληρεξουσίου δικηγόρου όλων των επισπευδουσών - αναιρεσειουσών, Αντωνίου Ρουπακιώτη, (βλ.
…/…-1-2017, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο), στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα. Το τελευταίο, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Πρέπει, συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 260 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ" άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση μεταξύ των 3ης και 4ης αναιρεσειουσών,που δεν εμφανίστηκαν στη συζήτηση και του αναιρεσιβλήτου, κατά τα λοιπά δε να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσείουσες, παρά την απουσία του κλητευθέντος ως άνω αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος (άρθ. 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Σημειωτέον, άλλωστε, ότι στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα είχε επιδοθεί νομοτύπως και η ως άνω αίτηση αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου για τις 7-2-2017 και μετά από αναβολή από το πινάκιο στις 16-5-2017, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση της (βλ. τη, με αριθ. 189Γ/19-9-2016, έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Κ.
Σ.).
Από την παραδεκτή, για τον αναιρετικό έλεγχο, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Α. Στην, από 20.12.2012, αγωγή τους οι ήδη δύο πρώτες αναιρεσείουσες και τότε 1η και 2η ενάγουσες εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ίδρυμα, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κατά τον χρόνο και με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρουν, με συμβάσεις εξαρτημένες εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αυτό μέχρι της 21.9.2012, που το τελευταίο κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και κατέβαλε στην κάθε μία εξ αυτών [μειωμένη] αποζημίωση απολύσεως εκ 15.000 ευρώ.
Ότι το εναγόμενο είναι Ίδρυμα εποπτευόμενο από το Υπουργείο Υγείας και όχι φορέας του Δημοσίου, επί του οποίου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Α.Ν 173/1967 περί μειωμένης αποζημίωσης απολύσεως. Ως εκ τούτου η αποζημίωση απολύσεως που δικαιούνταν κατά την απόλυση τους ανερχόταν, μετά την αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού των 15.000 ευρώ, σε 30.518 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και σε 16.733 ευρώ για τη δεύτερη.
Ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε στην κάθε μία εξ αυτών την ως άνω αποζημίωση απολύσεως με συνέπεια να είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής του.
Ακόμη ζητούσαν να τους καταβληθούν οι μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 21-9-2012 έως 21-3-2013 και συγκεκριμένα στην πρώτη το ποσό των 9.060 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 8.160 ευρώ, άλλως ζητούσαν την αποζημίωση απολύσεως που αναφέρουν παραπάνω. Β. Στην, από 29-8- 2013, μεταγενέστερη αγωγή τους οι ίδιες ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεταν ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι το τελευταίο κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους στις 21.9.2012;
καταβάλλοντας τους μειωμένη αποζημίωση απολύσεως εκ 15.000 ευρώ, παρότι το εναγόμενο δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του ΑΝ 173/1967. Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι ανυπόστατη, γιατί δεν έχει ληφθεί απόφαση από το αρμόδιο από το Καταστατικό όργανο του εναγομένου, Διοικητικό Συμβούλιο.
Ότι μετά την καταγγελία διαμαρτυρήθηκαν και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη διάθεση του εναγομένου, τις οποίες όμως, αυτό δεν αποδέχθηκε, καθιστάμενο με τον τρόπο αυτό υπερήμερο. Ζητούσαν δε να αναγνωρισθεί ανυπόστατη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης του, να καταβληθούν στην κάθε μία εξ αυτών οι μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 21.9.2012 έως 21.9.2014, που ανέρχονται στο ποσό των 27.180 ευρώ για την πρώτη και των 24.480 ευρώ για τη δεύτερη, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας κάθε μήνα, που έπρεπε να καταβληθεί κάθε μηνιαίος μισθός, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Οι πιο πάνω αγωγές συνεκδικάστηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 15.1.2014, και οι ενάγουσες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δήλωσαν ότι ασκούν την, από 20.12.2012 [πρώτη] αγωγή επικουρικά σε σχέση με την, από 29.8.2013 [δεύτερη] αγωγή και επίσης περιόρισαν μέρος του αιτήματος αυτών σε αναγνωριστικό, όπως ειδικότερα αναφέρουν στις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως και τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η, με αριθ. 1718/2014, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε και τις δύο αγωγές ως ουσία αβάσιμες. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγουσες άσκησαν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθ. 4047/2015, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση, αφού δέχθηκε ότι και οι δύο αγωγές ήταν αβάσιμες.? Α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία], (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016 και ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 38/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά την, από 29-8-2013, αγωγή, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει του ότι οι λόγοι αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση αποκλειστικά ως προς τις σχετικές με την αγωγή αυτή παραδοχές της, δέχθηκε, επί λέξει τα εξής: "....απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η ένσταση απαραδέκτου της αγωγής λόγω του ότι δεν ασκήθηκε εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των 3 μηνών, γιατί σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν έχει εφαρμογή στην ανυπόστατη καταγγελία η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955...
οι ένδικες καταγγελίες σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν είναι ανυπόστατες όπως επικαλούνται οι εκκαλούσες και επομένως η από 29-8-2013 αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη...". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδεμία αντιφατική αιτιολογία περιέχει στην προσβαλλομένη απόφαση του για τον λόγο ότι κατά την έρευνα του παραδεκτού και της νομιμότητας της, από 29.8.2013, αγωγής των αναιρεσειουσών, έκρινε ορθώς ότι αυτή είναι παραδεκτή, παρά την άσκησή της, εκτός της προβλεπόμενης, από το άρθ. 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, τρίμηνης προθεσμίας, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, (αγωγή) η βάση στην οποία οι ενάγουσες στήριζαν τις αξιώσεις τους, ήταν η ανυπόστατη καταγγελία, για την οποία και δεν απαιτείται η τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του ως άνω νόμου.
Άλλωστε η κρίση στη συνέχεια, μετά την έρευνα επί της ουσίας, (όπως παρακάτω αναλυτικά παρατίθεται), ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών δεν ήταν ανυπόστατες, δεν συνεπάγεται αντιφατικότητα στην αιτιολογία της προσβαλλομένης, δεδομένου ότι η παραδοχή ότι στις αξιώσεις από ανυπόστατη καταγγελία δεν απαιτείται η τήρηση της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας δεν αναιρεί την, εν συνεχεία, παραδοχή περί ουσιαστικής αβασιμότητας των επικαλουμένων με την αγωγή, και δη του ισχυρισμού ότι οι καταγγελίες των εργασιακών συμβάσεων των εναγουσών ήταν ανυπόστατες.
Πρέπει, επομένως να απορριφθεί ο, από το άρθ. 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης; με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος.
Β) Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αγαιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται επιτυχώς και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1556/2018).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ" αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017 και ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τον αναιρετικό έλεγχο, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς τις σχετικές με την, από 29-8-2013, αγωγή, παραδοχές της, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι εκκαλούσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εφεσίβλητο ίδρυμα έως την 21.9.2012, που το τελευταίο κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους.
Ειδικότερα εξ αυτών η πρώτη [Ε. Π.] προσλήφθηκε στις 12.11.1984 ως κοινωνική θεραπεύτρια, η δεύτερη [Α. Δ.] προσλήφθηκε την 1.3.1988 ως εργασιοθεραπεύτρια... Στις 21.9.2012 σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 364/2.5.2012 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, δυνάμει της οποίας εξουσιοδοτείτο-[λόγω αδυναμίας αντιμετώπισης των λειτουργικών και άλλων συναφών εξόδων του] ο Πρόεδρος αυτού, να προβεί σε λύση -καταγγελία των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων πλην του προσωπικού ασφαλείας, που κρινόταν απαραίτητο για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών αναγκών του Ιδρύματος, όταν δεν θα λειτουργούσε, ο ως άνω Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου προέβη στην έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, καταβάλλοντας στην κάθε μία εξ αυτών αποζημίωση απολύσεως εκ 15.000 ευρώ.
Ήδη κατά τον προηγούμενο χρόνο και συγκεκριμένα από 30.6.2011 έως 30.4.2012 είχαν απολυθεί 7 εργαζόμενοι, ενώ μετά την πιο πάνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου απολύθηκαν έως τις 25.9.2012 άλλοι 20 εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες. Το εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου είναι μη κερδοσκοπικό κοινωφελές ίδρυμα, με σκοπό την ψυχοπαιδαγωγική και κοινωνιοθεραπευτική μέριμνα των εξελιξίμων νοητικώς υστερούντων και απροσάρμοστων παιδιών και των δύο φύλων, την επάνοδό τους στο σχολείο και την κοινωνία μετά τη βελτίωση ή την αποθεραπεία τους.
Τελεί υπό τον άμεσο έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και χρηματοδοτείται από το Δημόσιο, το οποίο καλύπτει τις δαπάνες λειτουργίας του. Συνιστά Οργανισμό κοινής ωφελείας και υπάγεται στις ρυθμίσεις των άρθρων 2 παρ.2 α.ν. 173/1967, 1 παρ.1 ν.δ. 618/1970... Το έτος 2012, ενώ είχε εγκριθεί επιχορήγηση εξ 1.733.000 ευρώ, το Δημόσιο κατέβαλε μόνο το ποσό των 290.000 ευρώ, το ίδρυμα δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις λειτουργικές του ανάγκες και αποφασίσθηκε η απόλυση των υπαλλήλων του μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγουσες.
Οι τελευταίες υποστηρίζουν ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι ανυπόστατη, γιατί δεν υπήρχε εξουσιοδότηση του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου. Όμως, σύμφωνα με τα περιστατικά που αποδείχθηκαν πιο πάνω το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος είχε εξουσιοδοτήσει τον Πρόεδρο του Ιδρύματος να προβεί στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού [άρθρο 4 παρ. 3 του β.δ. 579/1971], Το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας όλου του προσωπικού [πλην του προσωπικού ασφαλείας], στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής εξουσίας που του παρείχε το Διοικητικό Συμβούλιο, δεν καθιστά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας ανυπόστατη αλλά, ενδεχομένως, μόνο για καταχρηστικότητα θα μπορούσε να ελεγχθεί η μείωση του προσωπικού, για λόγους, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει ο εργοδότης, καθόσον η απόφαση του τελευταίου δεν ελέγχεται, κατ' αρχήν, από τα δικαστήρια, ως προς την επιλογή του ή των εργαζομένων, που κρίθηκαν απολυτέοι.
Ελέγχεταιt μόνο ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων εργαζομένων, ως εσχάτου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως και ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου, ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη...
Στην προκειμένη περίπτωση, υπήρχε ειλημμένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εφεσίβλητου με εξουσιοδότηση προς τον Πρόεδρο του και η επιλογή των εναγουσών σε σχέση με το υπόλοιπο προσωπικό μόνο λόγω αντίθεσης της στο άρθρο 281 ΑΚ θα μπορούσε να ελεγχθεί. Οι ένδικες καταγγελίεςt σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν είναι ανυπόστατες, όπως επικαλούνται οι εκκαλούσες και επομένως η, από 29.8.2013, αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Όλως επικουρικώς, θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι και αν ήθελε κριθεί ανυπόστατη η καταγγελία, δεν αποδείχθηκε πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας των εναγουσών και απόκρουση αυτής από το εναγόμενο παρά μόνο υποβολή αιτήσεων επαναπρόσληψης σε μεταγενέστερο χρόνο,.... εκ τούτου και εξ αυτού του λόγου δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας...".
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά της επάλληλης, (επικουρικής) αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι κατά της παραδοχής ότι: "Όλως επικουρικώς, θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι και αν ήθελε κριθεί ανυπόστατη η καταγγελία, δεν αποδείχθηκε πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας των εναγουσών και απόκρουση αυτής από το εναγόμενο παρά μόνο υποβολή αιτήσεων επαναπρόσληψης σε μεταγενέστερο χρόνο,....
εκ τούτου και εξ αυτού του λόγου δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας...". Ειδικότερα επικαλούνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο (άρθ. 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και δέχθηκε ότι αυτές (ενάγουσες) δεν προσέφεραν, νομίμως, τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο, αποστέλλοντας του έγγραφη αίτηση επαναπρόσληψής τους, η οποία ισοδυναμεί με την έννοια της προσήκουσας προσφοράς των υπηρεσιών τους, μετά την ανυπόστατη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεώς τους, καθιστώντας το έτσι υπερήμερο και υπόχρεο για καταβολή μισθών υπερημερίας.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ως προς την έννοια της προσήκουσας προσφοράς εργασίας, κατ' άρθ. 349, 351 και 656 ΑΚ), αλυσιτελώς προβάλλεται σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο επάλληλες αιτιολογίες (κύρια και επικουρική), από τις οποίες η κύρια αιτιολογία της, ότι δεν ήταν ανυπόστατη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσειουσών, που έγινε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.
του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και επομένως ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς εφόσον πλήττει μόνον την επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης. Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, αλυσιτελής είναι και ο, επί μέρους, από το άρθ. 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ισχυρισμός του ίδιου ως άνω δευτέρου λόγου, της κρινόμενης αίτησης, περί ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης ως προς την ως άνω επάλληλη παραδοχή της, διότι δεν διευκρινίζει ποια η εννοιολογική διαφορά μεταξύ της αίτησης των εναγουσών για επαναπρόσληψη και της προσήκουσας προσφοράς της εργασίας τους.
Τέλος (με τον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε προσήκουσα προσφορά της εργασίας τους, με την αποστολή έγγραφης επιστολής τους "...εφόσον είναι κοινώς γνωστό ότι σε περίοδο μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλης ανεργίας, αυτές (αναιρεσείουσες) εκτός από τη διαμαρτυρία τους για την απόλυση τους, θα προσέφεραν και τις υπηρεσίες τους, όταν μάλιστα αυτές ως εξειδικευμένες για παιδιά νοητικώς υστερούντα, μόνο σε μικρό και αριθμό, εργασιακά πλαίσια, όπως το αναιρεσίβλητο, θα μπορούσαν να προσφερθούν".
Ο λόγος αυτός, ο οποίος επίσης αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού πλήττει την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, σε κάθε περίπτωση, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο και όχι στην ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν των αποδειχθέντων περιστατικών, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος. (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Γ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 του Α.Κ., προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούσει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας. Επί καταγγελίας που έγινε για λογαριασμό νομικού προσώπου από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 Α.Κ. που αναφέρονται στη, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για τη συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βουλήσεως από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η, εκ των υστέρων, έγκριση δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά επέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα περιέλθει νομίμως στον μισθωτό, τον οποίο αφορά (ΑΠ 911/2013, ΑΠ 557/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης οικονομοτεχνικών λόγων, οι οποίοι οδήγησαν στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και κυρίως αν πληρώθηκε η αίρεση από την οποία εξαρτιόταν η ισχύς της παρασχεθείσας από το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου στον Πρόεδρο αυτού, εξουσιοδότησης και ειδικότερα:
α) αν το αναιρεσίβλητο Ίδρυμα πράγματι ανέστειλε τη λειτουργία του για την εκπαιδευτική περίοδο 2012-2013, λόγω μη δυνατότητας αντιμετωπίσεως των λειτουργικών του εξόδων, προκειμένου να αποκτήσει ισχύ η, υπ' αριθ. 364/2.5.2012, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του και β) ποιο επί μέρους ποσό εκ του συνόλου των 1.733.000 ευρώ, αντιστοιχούσε στην επιχορήγηση του α' εξαμήνου 2012 και πότε συγκεκριμένα εισπράχθηκε το ποσό των 290.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκύπτει ελλιπής αιτιολογία ως προς την πλήρωση ή μη των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτιόταν η ισχύς της απόφασης του Δ.Σ.
με την οποία δόθηκε η εξουσιοδότηση στον Πρόεδρο του να προβεί σε απολύσεις προσωπικού. Όπως προκύπτει όμως, από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθέντων στην αρχή της παραγράφου αυτής κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 65, 67, 70,167, 232, 233, 238, 669 και 672 ΑΚ, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του;
ότι δεν συνέτρεχαν στην ένδικη υπόθεση οι προϋποθέσεις της ανυπόστατης καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσειουσών, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο, άλλες ^επιπλέον, αιτιολογίες τις οποίες απαιτούν οι αναιρεσείουσες, πλήττοντας, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, απαραδέκτως την, ακυρωτικά ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται, τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Δ) Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Δεν περιλαμβάνεται όμως στον λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχηματίσει το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1/1999).
Άλλωστε, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο566 παρ.2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το, από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεκτό γενόμενο διαφορετικό, από το αληθινό, περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο, από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, (ΑΠ 1875/2006), δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 281/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 333/2011).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και δη της, ως άνω υπ' αριθ. 364/2.5.2012, αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, το οποίο (έγγραφο) περιείχε μία αναβλητική προθεσμία, από την πλήρωση της οποίας εξαρτιόταν η ενεργοποίηση της παραπάνω απόφασης περί εξουσιοδότησης του Προέδρου για απολύσεις προσωπικού και συγκεκριμένα περιεχόταν η αναβλητική αίρεση της αδυναμίας λειτουργίας του Ιδρύματος κατά το εκπαιδευτικό έτος 2012-2013, πράγμα που το δικαστήριο δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη, παρότι ήταν κρίσιμο για την έκβαση της δίκης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το ακριβές, επί λέξει, περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει, σύμφωνα με όσα επίσης αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο (το οποίο ρητά μνημονεύει στο σκεπτικό του) με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στο έγγραφο αυτό, του οποίου σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο ανέγνωσε και εκτίμησε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του επί της ουσίας των πραγμάτων, ανεξάρτητα αν κατέληξε (εσφαλμένα ή μη), σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείουσες.? Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω τέσσερεις λόγους αναίρεσης, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση, απλώς, των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο, (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της.
Δικαστική δαπάνη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, που νίκησε, δεν επιβάλλεται σε βάρος των αναιρεσειουσών, που ηττήθηκαν, αφού το αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε και επομένως δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση ως προς τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες, Σ. Δ. Μ. και Μ. Ε. Π..
Απορρίπτει την, από 11-1-2016 και με αριθ. έκθεσης 340/2016, αίτηση των δύο πρώτων αναιρεσειουσών, Ε. M. Π. και Α Δ. Δ, για αναίρεση της, υπ' αριθ. 4047/2015, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ