Legislator Case Law & Legislation
392/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to improper service of notice and inadmissible evidence arguments.

Case Number 392/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Spetses' appeal against the final judgment of the First Instance Court of Piraeus. The court held that the appeal was inadmissible because the appellant had not properly served notice of the appeal to the deceased defendant's heirs before filing it, and the appeal regarding evidence was rejected as the lower court correctly evaluated supplementary documents under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the legal costs of the heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35, 62, 73, 313(1)(d), 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 558: In case of death of a party after the final judgment, the appeal must be directed against the universal successors; Article 270(2)(a)-(b): The court may consider evidence not meeting legal requirements; Article 559(12): An appeal ground is inadmissible if the court merely evaluated the weight of equivalent evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal death of party universal successors supplementary evidence legal costs Code of Civil Procedure final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35, 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 270(2)(a)-(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 392 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 392/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος Σπετσών" και έδρα τις Σπέτσες που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγγελική Βλάχου.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. χας Π. Φ., η οποία δεν παραστάθηκε, 2) Η. Φ. του Π., 3) Ι. Φ. του Π., κατοίκων ... και 4) Ν. Φ. του Π., κατοίκου ... . Η 1η απεβίωσε στις 28/9/2008 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της: Η., Ι. και Ν. Φ., ήδη 2ο, 3ο και 4ο αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πρωτόπαππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2215/2002 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς λόγω αρμοδιότητας, 650/2004 μη οριστική, 827/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 926/2007 μη οριστική και 857/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/3/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 15/2/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ' άρθρον 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, 1493/1998, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 1596/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη δικάσιμο της 21-3-2012, που ορίσθηκε μετ' αναβολή με επισημείωση στο πινάκιο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε την 23-4-2009, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι η πρώτη τούτων Κ. Φ., απεβίωσε την 28-9-2008 και κατέλιπε εξ' αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα της, λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη. Ο θάνατος της παραπάνω αναιρεσίβλητης και η συγγενική σχέση με τους λοιπούς τούτων, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και το πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης αυτής. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, οι δε κληρονόμοι της παρίστανται νομίμως στη θέση της, δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά αποβιώσαντος προσώπου πριν από την άσκησή της και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον δεύτερο λόγο αυτής κατά το δεύτερο μέρος του ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έγινε δεκτή κατ' ουσίαν βάσιμη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού του, τον οποίο είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης προς απόκρουση της αγωγής, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του, ως κοινόχρηστο πράγμα, ιδιότητα την οποία απέκτησε με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas) και για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής: 1) το .../1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Γιγάντε, 2) το .../1946 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Παππά, 3) το 2971/1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπετσών Κ. Γιδόπουλου, που αφορούν όμορα του επιδίκου ακίνητα, στα οποία ως όρια αναφέρονται κατοικίες τρίτων πλην της οικίας του απώτατου δικαιοπαρόχου τω αναιρεσιβλήτων, Ι. Φ., η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους και όπως δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση υπήρχε στο επίδικο μέχρι το 1940, 4) το 4/1980 πρακτικό της Δημαρχιακής του επιτροπής, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο και 5) αντίγραφο πίνακα ενστάσεων του 1980 από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο αποτελεί δημοτικό χώρο.

Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε επικαλεσθεί και δηλώσει ότι προσκομίζει τα παραπάνω τέσσερα πρώτα έγγραφα, επιπλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκόμισε και άλλα προς απόδειξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού του και της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής.

Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά το μέρος του που αφορά το πέμπτο από τα προαναφερόμενα έγγραφα, καθ' όσον δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των ίδιων προτάσεων ότι το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου, που ιδρύει τον προβαλλόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, απέδωσε δε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε άλλη περίπτωση - παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ.20 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου εγγράφου (λέξης ή βούλησης).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης (ΑΠ 256/2012, ΑΠ 20/2011, ΑΠ 121/2011, ΑΠ 25/2011).

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ. με την έννοια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 2181/18-11-1978 εγγράφου, που εκδόθηκε από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος, Δήμαρχο Π. Π., σε απάντηση αίτησης του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Π.

Φ., με την οποία ζητούσε ο τελευταίος να του χορηγήσει βεβαίωση ότι το επίδικο δεν καταλαμβάνει κοινόχρηστο χώρο και το οποίο είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ανήκε ως κοινόχρηστο στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, τον οποίο (ισχυρισμό) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διαμορφώνοντας την κρίση του κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό, στο οποίο και απέδωσε διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πράγματι είχε.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται στον αναιρετικό αυτό λόγο ότι το Εφετείο απέδωσε στο έγγραφο αυτό "ολοφάνερα διαφορετικό περιεχόμενο από το αληθινό" καθ' όσον από το γεγονός ότι σε αυτό δεν περιέχεται ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για τον χαρακτήρα του επιδίκου ως κοινοχρήστου, αλλά διατυπώνεται η άρνησή του για τη χορήγηση της σχετικής βεβαίωσης με την αιτιολογία της μη ανεύρεσης στο Υποθηκοφυλακείο Σπετσών σχετικών τίτλων ιδιοκτησίας του αιτούντος, συνήγαγε "κατά κύριο λόγο την τελική του κρίση περί μη κοινοχρησίας του επιδίκου" ενώ η αληθής έννοια του εγγράφου αυτού είναι "ότι ελλείψει επαρκών νομιμοποιητικών στοιχείων και αποδεικτικών της κυριότητας ήταν αδύνατη οποιαδήποτε άλλη απάντηση πλην αυτής που εδόθη και περιττή η οποιαδήποτε άλλη αναφορά επί χαρακτηρισμού του επιδίκου ως κοινοχρήστου ή μη".

Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δε διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο αυτού, είναι αβάσιμος, καθ' όσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε εσφαλμένη ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αφού ορθώς ανέγνωσε τούτο το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, στις οποίες διαλαμβάνεται το περιεχόμενό του όπως διατυπώνεται στο ίδιο έγγραφο, αλλά στην αναιρετικώς ανέλεγκτη αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του.

Η απορριπτική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο πράγμα δεν οφείλεται σε διαγνωστικό σφάλμα του, αλλά αποτελεί εκτίμηση αυτού που έχει συναχθεί από τη συνεκτίμηση της παραπάνω βεβαίωσης με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 559/2009, ΑΠ 1334/2010).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή αναγκαίο στοιχείο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1108/2008, ΑΠ1189/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (άρθρο 51 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.) τα εξής ουσιώδη σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του, ως κοινόχρηστο πράγμα, που απέκτησε την ιδιότητα αυτή με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas):

Η ύπαρξη της οικίας εντός του επιδίκου ακινήτου μέχρι το έτος 1940, στοιχείο καθοριστικό για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, επιβεβαιώνεται από τα εξής στοιχεία: α. Στο απόσπασμα του προϊσχύσαντος από το έτος 1867 μέχρι το 1981 εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως των Σπετσών, απεικονίζεται κτίσμα εντός του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 52,50 τμ περίπου με πρασιά - αυλή έως τις τότε εγκεκριμένες ρυμοτομικές γραμμές.

Το εξαιρετικά κρίσιμο αυτό στοιχείο οι τέσσεροι πρώτοι εναγόμενοι - ήδη εκκαλούντες, δεν το αντέκρουσαν με κάποιο εξ ίσου πειστικό στοιχείο ή επιχείρημα. β. Το κτίσμα αυτό εμφαίνεται στο ζεύγος αεροφωτογραφιών με αριθμούς ... και ημερομηνία λήψης 21-9-1940, όπως προέκυψε από τη σχετική φωτοερμηνεία αυτών. γ.

Ίχνη ερειπίων παλαιάς οικίας αποτυπώνονται στο από 14-9-1978 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Φ. Π.. δ. Ο διορισθείς από το παρόν δικαστήριο πραγματογνώμων στην από 20-6-2008 έκθεσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι " στη θέση που καταλαμβάνει το επίδικο σήμερα, το 1940 παρατηρείται εικόνα γκρι τόνου σταθερού ανάγλυφου μορφής και ορθογωνικού σχήματος.

Πρόκειται για ισόγειο κεραμοσκεπή οικία, η οποία καλύπτει μεγάλο μέρος του επιδίκου. Οι διαστάσεις της οικίας αυτής, σύμφωνα με την κλίμακα της αεροφωτογραφίας προσδιορίζονται περίπου σε 5μ κατά πλάτος και 10μ κατά μήκος ... Ο εν λόγω πραγματογνώμων αποφαίνεται χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό ότι "το έτος 1940 συγκεκριμένα την 21-9-1940 στον χώρο του επιδίκου υπήρχε ισόγειος κεραμοσκεπής οικία διαστάσεων 5μ Χ 10μ ή επιφανείας 50 τμ περίπου, το έτος 1961, 1972 και 1979 στον ίδιο χώρο του επιδίκου δεν παρατηρείται οικία που εντοπίστηκε το έτος 1940".

Σημειωτέον ότι ο εν λόγω πραγματογνώμων, όπως ο ίδιος αναφέρει στην παραπάνω έκθεσή του, κατέληξε στο πόρισμά του, μετά από στερεοσκοπική τρισδιάστατη παρατήρηση με ειδικά όργανα (κατοπτρικά στερεοσκόπια) των ως άνω αεροφωτογραφιών μετά από μεγέθυνσή τους έως και επτά φορές. Το παραπάνω γεγονός της απεικονίσεως ισογείου οικίας επί του επιδίκου στις αεροφωτογραφίες του έτους 1940 δεν αναιρείται από την από 15-5-2003 έκθεση φωτοερμηνείας του Γ.

Ν., πολιτικού μηχανικού, τεχνικού συμβούλου του πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με την οποία " στην αεροφωτογραφία της 21-9-1940 επί του επιδίκου δεν υπάρχει κτίσμα ή οτιδήποτε άλλο πλην του φυσικού εδάφους", καθόσον δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις ειδικού φωτογραμμέτρη, ενώ όπως ο ίδιος παραδέχεται σ' αυτή, εξέτασε την επίμαχη αεροφωτογραφία με φακούς.

Και ε. Όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με πρωτοβουλία των εναγόντων είναι κατηγορηματικοί για την έως το έτος 1940 ύπαρξη της οικίας επί του επιδίκου, ανήκουσα στους ως άνω δικαιοπαρόχους των εναγόντων, ενώ ο μάρτυρας των εναγομένων απλώς βεβαίωσε την ανυπαρξία κτίσματος εντός του επίδικου για την μετά το έτος 1940 χρονική περίοδο.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιείτο από ευρύτερο-αόριστο αριθμό προσώπων και ότι εθεωρείτο κατά την κοινή αντίληψη ως κοινόχρηστος χώρος προς θεραπεία του κοινού συμφέροντος, πολύ δε περισσότερο δεν απεδείχθη ότι η κατάσταση αυτή εκτείνεται χρονικά σε διάστημα που καλύπτει δύο γενεές (40 έτη για κάθε γενιά) και μάλιστα ότι αυτή η κατάσταση είχε ήδη συντελεστεί πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), όπως απαιτείται για να αποκτήσει το επίδικο την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα.

Στοιχείο που ενισχύει τη κρίση αυτή αποτελεί το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος Δήμος Σπετσών, απαντώντας με το αριθμ. πρωτ. 2181/18-11-1978 έγγραφο του στην αίτηση του Π. Φ. για την χορήγηση βεβαιώσεως ότι το επίδικο ακίνητο του δεν καταλαμβάνει κοινόχρηστο χώρο, δεν υπεστήριξε το νυν οψίμως υπ' αυτού προβαλλόμενο, ότι δηλαδή το επίδικο αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα, αλλά αρνείται την χορήγηση της αιτηθείσης βεβαιώσεως με την η αιτιολογία της μη ανεύρεσης στο Υποθηκοφυλακείο Σπετσών τίτλων ιδιοκτησίας του εκεί αιτούντος Π.

Φ. για το επίδικο ακίνητο ... και στην προκειμένη περίπτωση ο Π. Φ., έχοντας αποκτήσει τη νομή του επιδίκου, είχε την δυνατότητα της ανά πάσα στιγμή προσεγγίσεως του επιδίκου και αφενός μεν της κατά βούληση διενέργειας ακωλύτως επ' αυτού οποιαδήποτε εμφανούς υλικής πράξεως, αφετέρου δε (είχε τη δυνατότητα) αποκλεισμού οιουδήποτε τρίτου από την φυσική εξουσία του.

Ο πρώτος εναγόμενος Δήμος Σπετσών, μετά το έτος 1990, επί της θητείας του Δημάρχου Θ., όπως με σαφήνεια καταθέτει ο μάρτυρας ανταπόδειξης, κατασκεύασε στο επίδικο διακοσμητικό τοιχίο και διαμόρφωσε το χώρο αυτό ως παρτέρι σε συνέχεια του ήδη υφιστάμενου. Μάλιστα, η περιορισμένη ανάπτυξη των υφιστάμενων σήμερα στο χώρο αυτό φυτών, όπως αυτά απεικονίζονται στις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες των διαδίκων, καταδεικνύει ότι η τοποθέτηση τους στο χώρο αυτό δεν έγινε σε χρόνο πλέον της εικοσαετίας, γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η διαμόρφωση του επιδίκου ως κοινοχρήστου χώρου (παρτεριού) έλαβε χώρα μετά το 1990, και όχι το 1979, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος Δήμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο πράγμα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσης, αφού αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, που δεν προσδίδουν στο επίδικο τον κοινόχρηστο χαρακτήρα, με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δεχόμενο ότι ουδέποτε εντός των τελευταίων 80 ετών πριν από την εισαγωγή του ΑΚ είχε περιέλθει τούτο στην κοινή χρήση.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δε συνέτρεξαν οι όροι των ν.3, παν.43.7 του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, περί της καθιέρωσης πράγματος ως κοινοχρήστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση σε σχέση με το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ανεξάρτητα από την αοριστία του αφού δε διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, στο οποίο διαλαμβάνονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο από τον αριθμό 11 περ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσον που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 2366/2009, ΑΠ 405/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.α' και β' Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης κατ' άρθρο 524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου δηλαδή και ανεπικύρωτα, αχρονολόγητα, ανυπόγραφα ή άκυρα έγγραφα, αλλά και μηχανικές απεικονίσεις στις οποίες περιλαμβάνονται τα ηλεκτρονικά έγγραφα και οι ηλεκτρονικές επιστολές (email) και τα αντίγραφα αυτών.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση από τον αριθμό 11 περ.α' του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα ανεπικύρωτη φωτοτυπία του ρυμοτομικού διαγράμματος της πόλης των Σπετσών του έτους 1867, συνημμένη στην τεχνική έκθεση του μηχανικού Σ.

Μ., την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός για τη μη σύννομη λήψη αυτής, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτος ενόψει του ότι τηρήθηκε κατά την εκδίκαση της υποθέσεως η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσον αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 75/2009, ΑΠ 329/2007).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως επί υποθέσεων επί των οποίων τηρήθηκε η διαδικασία το άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., στις οποίες το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη συμπληρωματικά και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 40/2009, ΑΠ 31/1999). Στα ιδιωτικά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη, έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1731/2008).

Επομένως ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αρ.12 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2009 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία Δήμος Σπετσών περί αναιρέσεως της 857/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ