Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision on forced expropriation compensation dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appeal court's decision rejecting the municipality's forced expropriation appeal. The appellant argued the lower court improperly considered unsubmitted evidence regarding payment to a third party, but the court found no grounds for review. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellant, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11a), 559(11b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific statutory errors and does not re-examine the lower court's assessment of evidence admissibility or the existence of unsubmitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 384 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 384/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαρμαρινό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ραπτοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4022/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7081/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/3/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-3-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 7081/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 15-4-2019 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία (άρθρα 522 και 533 ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 4022/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 16-9-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την - βάσει της υπ' αριθμ. 2796/2010 διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με το αντίγραφο της υπ' αριθμ. 4404/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και με το επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2/1993 Πράξης αναλογισμού αποζημίωσης του Τμήματος Απαλλοτριώσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Καλλιθέας, με την οποίαν (διαταγή πληρωμής) ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα αλλά και στην Ι.
χήρα Λ. Χ., το χρηματικό ποσόν των επτακοσίων εξήντα οχτώ χιλιάδων οχτακοσίων έντεκα ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (768.811,50 €) εις έκαστον εξ αυτών νομιμότοκα από την επίδοση της διαταγής έως την εξόφληση, όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν - κατάσχεση που επιβλήθηκε εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος με το από 9-9-2014 κατασχετήριο έγγραφό του προς στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" ως τρίτης αλλά και την από 17-9-2014 καταφατική δήλωση της τελευταίας που έγινε στην γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης προς τούτο της σχετικής υπ' αριθμ. 62647/17-9-2014 πράξεως.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986, 987 και 988 και 988 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικώς και χρηματικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή.
Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, εγγράφου, που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 και τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσθετα στοιχεία. Το έγγραφο που προορίζεται για εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση πρέπει να του επιδοθεί το αργότερο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεώς του στον τρίτο, άλλως η κατάσχεση είναι άκυρη.
Η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, τηρουμένων των προϋποθέσεων των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ, ενώ η κατάσχεση αυτή είναι άκυρη αν δεν επιδοθεί το κατασχετήριο εντός οκταημέρου από της εις τον τρίτο επιδόσεώς του, στον καθ' ου η εκτέλεση, όχι δε και όταν η επίδοσή του στον τελευταίο γίνεται πριν από την επίδοση αυτού στον τρίτο, οπότε δεν τίθεται ζήτημα οκταημέρου προθεσμίας (ΑΠ 197/2005).
Ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση, δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατασχέσεως παρά μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ΚΠολΔ ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Οφείλει δε αυτός (τρίτος) εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από της επιδόσεως σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στην γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση, να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, άλλως δε, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή αν αυτή είναι ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δηλώσεως.
Εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ανωτέρω (ρητή ή σιωπηρά) αρνητική δήλωση ο επιβαλών την κατάσχεση δικαιούται κατ' άρθρο 986 ΚΠολΔ, να ασκήσει στο κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο, ανακοπή, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 επ. ΚΠολΔ, επικαλούμενος ανακρίβεια της δηλώσεως.
Η ανακρίβεια της αρνητικής δηλώσεως κρίνεται αντικειμενικώς, ήτοι ανεξαρτήτως της υποκειμένης αντιλήψεως του δηλούντος και της καλής ή κακής πίστεως τούτου, γίνεται δε δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 990 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Αντικείμενο συνεπώς της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποίους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017, 480/2012).
Εξάλλου η κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, βρίσκεται στην ίδια θέση με τις άλλες μορφές της κατάσχεσης και κατά συνέπεια εφαρμόζονται σ' αυτήν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 904-940 ΚΠολΔ, οι ειδικές διατάξεις για την κατάσχεση των άρθρων 951-952 ΚΠολΔ και για τις αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης οι διατάξεις των άρθρων 933 επ.
ΚΠολΔ. Έτσι, για τον προσδιορισμό του αφετηρίου σημείου έναρξης των προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, ως πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης λαμβάνεται η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο. Όπως δε, προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ.
β' και 2 και 953 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από τον Ν. 4335/2015, στην περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή που αφορά το κύρος της αναγκαστικής κατασχέσεως, για τον λόγο ότι αυτή επιβλήθηκε σε κατά νόμο ακατάσχετο κινητό πράγμα ή γιατί δεν υπάρχει απαίτηση, πρέπει να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, η οποία είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (AΠ 872/1998).
Περαιτέρω, η δομή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιβολή της με την επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο, αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της εκτέλεσης και έκτοτε αρχίζει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής κατά του τίτλου και των πράξεων της προδικασίας (άρθρο 934 παρ. 1α' ΚΠολΔ).
Η τελείωση της κατάσχεσης δεν σημαίνει και περαίωση της διαδικασίας της εκτέλεσης, η οποία συνεχίζεται με την αποτελούσα πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δήλωση του τρίτου και ακολούθως είτε με την κατά το άρθρο 989 εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, είτε με την κατά το άρθρο 986 ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου και την αγωγή αποζημιώσεως.
Το πέρας της αναγκαστικής εκτελέσεως εξαρτάται από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, εάν π.χ. επακολουθήσει εκτέλεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για κατασχεμένο στα χέρια του πράγμα, ο πλειστηριασμός αποτελεί την τελευταία πράξη της εκτέλεσης. Σε περίπτωση αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης και ανακοπής, η διαδικασία περατώνεται αναλόγως.
Συνέπεια αυτών είναι ότι η ανακοπή κατά της απαίτησης του κατασχόντος, καθώς και των από την κατά τα άνω κατάσχεση (πρώτης μετά την επιταγή πράξης της εκτέλεσης) και των μέχρι το πέρας της διαδικασίας κατάσχεσης, στα χέρια τρίτου, πράξεων, πρέπει να ασκηθεί μέχρι την τελευταία πράξη, η οποία ποικίλει κατά τις περιστάσεις.
Άν γίνει κατάσχεση στα χέρια τρίτου χρηματικής απαίτησης και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1β' ΚΠολΔ, ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης, διότι κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση ή δεν υφίσταται η σε βάρος του εκτελούμενη αξίωση.
Το απώτερο όμως χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου μπορεί να ασκηθεί ανακοπή για τους ως άνω λόγους, πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου (ΑΠ 1937/2017).
Από τον συνδυασμό εξάλλου των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β', 953, 985 και 988 ΚΠολΔ προκύπτει ακόμη ότι σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη, με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατάσχεσης, όπως διότι κατασχέθηκε ακατάσχετη απαίτηση ή δεν υπάρχει απαίτηση, μπορεί να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998).
Άν η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο οφειλέτης μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατάσχεσης.
Το απώτερο όμως χρονικό σημείο άσκησης της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους παραπάνω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1α' ΚΠολΔ προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο σε βάρος του τρίτου.
Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής υπό την έννοια του άρθρου 985 δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ. Σε περίπτωση δε αρνητικής, υπό την έννοια του άρθρου 985 ΚΠολΔ, δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου να προβεί εμπροθέσμως στην οφειλόμενη κατά το ανωτέρω άρθρο 985 ρητή δήλωση, η οποία εξομοιώνεται σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. α' αυτού, με δήλωση αρνητική, επέρχεται δια της τελεσιδικίας της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η κατά το επόμενο άρθρο 986 ανακοπή (ΟλΑΠ 3/1993, ΑΠ 688/2010).
Η οκταήμερη επομένως προθεσμία του άρθρου 988 ΚΠολΔ αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (ΟλΑΠ 3/1993). Άν η επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επίδοσης αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την ενάτη ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση.
Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 ΚΠολΔ είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ και εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ενώ η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (151ΚΠολΔ, πρβλ. ΑΠ 1469/2005, ΑΠ 372/2004). Επίσης, εκφεύγουν της εξουσίας των ορίων διάθεσης εκ μέρους των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορούν την ασφάλεια των συναλλαγών και έχουν τεθεί προς προστασία των τρίτων (ΑΠ 360/2017).
Το σχετικό δικόγραφο της ανακοπής του 933 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρα 118, 199 ΚΠολΔ) και τους λόγους αυτής, αν δε, ως τέτοιοι προβάλλονται ενστάσεις, ο ανακόπτων πρέπει να επικαλείται με την ανακοπή και τα πραγματικά γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση των ενστάσεων, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να διαγνώσει την νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής και στο διάδικο να αμυνθεί (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1353/2015, ΑΠ 1938/2014, ΑΠ 194/2003.
Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933 979 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσόν αυτής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 412/1999). Εξάλλου, ο προαναφερθείς από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στην αγωγή ή στην ένσταση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 417/2018, ΑΠ 818/2017).
Στην κρινομένη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 7081/2019 αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία σχετικό μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ισχυρίζεται ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε την κρινόμενη ανακοπή ως αόριστη, διότι ο ανακόπτων δεν αναφέρει ποιες πράξεις εκτέλεσης προσβάλλει, ενώ είναι γενικό και αόριστο το αίτημα της ανακοπής να ακυρωθεί η κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης.
Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ανακόπτων ζητούσε με την κρινόμενη ανακοπή του την ακύρωση της δια του από 9-9-2014 κατασχετηρίου του καθ' ου, γενομένης κατάσχεσης στα χέρια της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." ως τρίτης, λόγω εξόφλησης της επίμαχης απαίτησης, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο της ανακοπής να επικαλεστεί ότι προηγήθηκε διπλή επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, κατά τους ορισμούς του άρ. 983 Κ.Πολ.Δ., ούτε ότι η ως άνω τράπεζα, ως τρίτη, προέβη σε θετική δήλωση, κατ' άρ. 985 Κ.Πολ.Δ., όπως αβασίμως και αλυσιτελώς ισχυρίζεται με τον σχετικό λόγο της έφεσης του ο καθ' ου η ανακοπή, δεδομένου ότι ο ανακόπτων με την κρινόμενη ανακοπή του δεν προσβάλλει την υπόσταση και εγκυρότητα της κατάσχεσης, προτείνοντας ελαττώματα της κατάσχεσης, αλλά και ούτε ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η επίμαχη κατάσχεση είναι ανυπόστατη".
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που αποτελεί και τον πρώτο λόγο της ασκηθείσης εφέσεώς του, ισχυριζόμενος ότι η παραπάνω από 16-9-2014 ασκηθείσα ανακοπή είναι αόριστη, γιατί δεν περιέχει τα υπό του νόμου επιβαλλόμενα στοιχεία όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς (προσβαλλόμενη πράξη) και το υποβαλλόμενο αίτημα.
Ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί η ασκηθείσα ανακοπή είναι ορισμένη και με αυτήν ζητήθηκε εκ μέρους του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ακύρωση της - βάσει της υπ' αριθμ. 2796/2010 διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με το αντίγραφο της υπ' αριθμ. 4404/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και με το επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2/1993 Πράξης αναλογισμού αποζημίωσης του Τμήματος Απαλλοτριώσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Καλλιθέας, με την οποίαν (διαταγή πληρωμής) ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα αλλά και στην Ι.
χήρα Λ. Χ., το χρηματικό ποσόν των επτακοσίων εξήντα οχτώ χιλιάδων οχτακοσίων έντεκα ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (768.811,50 €) εις έκαστον εξ αυτών νομιμότοκα από την επίδοση της διαταγής έως την εξόφληση, όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν - κατάσχεσης που επιβλήθηκε εκ μέρους του καθ' ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος με το από 9-9-2014 κατασχετήριο έγγραφό του προς στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" ως τρίτης αλλά και την από 17-9-2014 καταφατική δήλωση της τελευταίας που έγινε στην γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης προς τούτο της σχετικής υπ' αριθμ. 62647/17-9-2014 πράξεως.
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, 1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005) και θα πρέπει, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, 1446/2003, ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό την μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στην συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ ΑΠ 1274/2018, 1647/2018, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στην γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο σχετικός αυτός λόγος αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, όπως ήδη αναφέρθηκε και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1386/2015).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 156/2012).
Για την ευδοκίμηση όμως του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνον στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία (σιωπηρή απόρριψη) ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008). Στην ένδικη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ακόμη και τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, ισχυρίζεται ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που περιέλαβε στην απόφασή του διάταξη περί ακύρωσης της θετικής δήλωσης της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." ως τρίτης, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής, ενώ ο ανακόπτων δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρ. 106 και 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η δήλωση του τρίτου αποτελεί συνέχεια της κοινοποίησης του κατασχετηρίου και συνεπώς εφόσον ακυρώθηκε η κατάσχεση, αποδυναμώνεται και η διαδικαστική πράξη της δήλωσης του τρίτου που άμεσα εξαρτάται από την κατάσχεση και έχει ως προς αυτήν παρακολουθηματικό χαρακτήρα...".
Με τον δεύτερον αναιρετικό λόγον κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αφ' ενός μεν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους του και έχουν ουσιώδη επιρροή στην δίκη και συγκεκριμένα, τον σχετικό (δεύτερον) λόγον της ασκηθείσης εφέσεώς του για την κήρυξη της ακυρότητας της επίδοσης του από 9-9-2014 κατασχετηρίου εγγράφου στην "Εθνική Τράπεζα ΑΕ" ως τρίτης, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ενώ για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι απέρριψε (η προσβαλλομένη απόφαση) σιωπηρώς τον παραπάνω υποβληθέντα εκ μέρους του ισχυρισμό, αυτή (η προσβαλλόμενη απόφαση) υπέπεσε επίσης στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ κατά το ορθό νοηματικό του περιεχόμενο και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων.
Ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω υποβληθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, ακυρώνοντας την θετική (καταφατική) δήλωση της προαναφερθείσης "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", ενώ πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι η σχετική δήλωση του τρίτου αποτελεί συνέχεια της κοινοποίησης του κατασχετηρίου και συνεπώς, εφόσον ακυρώθηκε η κατάσχεση, αποδυναμώνεται και η διαδικαστική πράξη της δήλωσης του τρίτου που άμεσα εξαρτάται από την κατάσχεση και έχει ως προς αυτήν παρακολουθηματικό χαρακτήρα.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, ενώ η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνος αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Αν υπάρχουν στην προσβαλλομένη απόφαση κύρια και επικουρική αιτιολογία και αυτές μεταξύ τους αντιφάσκουν, δεν δημιουργείται ο μνημονευθείς λόγος αναιρέσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, διότι το διατακτικό δεν στηρίζεται συγχρόνως επ' αμφοτέρων αυτών των αιτιολογιών, αλλά μόνο επί της μιάς εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κυρίας και επιβοηθητικώς επί της επικουρικής (ΑΠ 1325/1996, ΑΠ 164/1994).
Περαιτέρω, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1203/2020, ΑΠ 1456/2018, ΑΠ 719/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ακόμη κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, τα εξής: "Με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η κατάσχεση περαιώθηκε με την εκχώρηση της κατασχετήριας χρηματικής απαίτησης που διατηρούσε ο εφεσίβλητος κατά της τράπεζας, στον ίδιο τον εκκαλούντα, και συνεπώς ο εφεσίβλητος δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητεί την ακύρωση της κατάσχεσης, η οποία δε συνδέεται αιτιωδώς με την εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης.
Ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο εφεσίβλητος παράλληλα με την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, άσκησε την από 18-9-2014 αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και την από 18-9-2014 αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής, η οποία συζητήθηκε την 23η-9-2014 και έγινε δεκτή, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση που καταχωρίστηκε κάτω από την πράξη κατάθεσης της ανωτέρω αίτησης αναστολής και απαγορεύθηκε προσωρινά στον εκκαλούντα κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του εφεσίβλητου Δήμου μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής, η οποία έγινε δεκτή, με την 4.021/2019 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού.
Επομένως, εφόσον εκδόθηκε η ανωτέρω προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτέλεσης της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, η τρίτη, τράπεζα, υποχρεώθηκε να μην προβεί στην πληρωμή, καθόσον εμπλέκεται άμεσα στη διαδικασία της εκτέλεσης ως τρίτη, υπόχρεη να καταβάλει αλλά και ως όργανο της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού αυτή είχε την ιδιότητα του μεσεγγυούχου και συνεπώς δεσμευόταν από την προσωρινή διαταγή.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού ανεστάλη η διαδικασία της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, δεν τίθεται θέμα περαίωσης της κατάσχεσης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον σχετικό λόγο της έφεσής του, αφού κατά νομική αναγκαιότητα υφίσταται αδυναμία μεταβίβασης της κατασχεμένης απαίτησης, δεδομένου ότι η κατάσχεση συνιστά την αιτία της εκχώρησης".
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν προτάθηκαν εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα, δέχθηκε ότι χορηγήθηκε στον τελευταίον προσωρινή διαταγή που παρακώλυε την περαιτέρω εξέλιξη της εις βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως και έτσι ανεστάλη η προθεσμία του άρθρου 988 ΚΠολΔ που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της σχετικής δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 8α' ΚΠολΔ, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφ' ενός μεν, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφαρμόζοντας και ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 712, 715 παρ. 1, 4, 5, 716 παρ. 3, 722 παρ. 2, 983 παρ. 1, 2, 984 παρ. 1 έως 4, 985, 988 παρ. 1, 990 και 991 ΚΠολΔ, απέρριψε τον εκ μέρους του υποβληθέντα ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την παροχή έννομη προστασίας με την ως άνω ασκηθείσα ανακοπή του υποπίπτοντας στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφ' ετέρου δε, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Ο προαναφερθείς από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί είχε προταθεί νομίμως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου το γεγονός ότι χορηγήθηκε σ' αυτόν προσωρινή διαταγή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες που απέρρεαν από αυτήν στην εξέλιξη της εις βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 983 και 985 ΚΠολΔ σχετικά με την διαδικασία της ως άνω αναφερομένης αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος τρίτης, ορθά εφαρμόσθηκαν και ερμηνεύτηκαν από το Εφετείο και συνεπώς, η σχετική αιτίαση από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη.
Εξάλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο οι διατάξεις των άρθρων 712, 715, 716, 722, 984 988, 990 και 991 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση.
Περαιτέρω ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον στην κρινομένη αίτηση αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται όπως ασφαλώς θα έπρεπε, σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αλλά και η σύνδεση των σχετικών παραδοχών του Εφετείου με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου και συγκεκριμένα, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση αλλά και από πού αυτή προκύπτει και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, ενώ η αοριστία αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 529/2016) και εξ αυτών συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της ένστασης εξόφλησης με καταβολή (άρθρο 416 ΑΚ) είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής (ΑΠ 417/2018, ΑΠ 1221/2017, 1688/2012).
Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά πιστή αντιγραφή και τα ακόλουθα: "Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε τον λόγο ανακοπής που στηριζόταν στην εξόφληση, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι ο εφεσίβλητος δεν ανέφερε πότε ακριβώς πραγματοποίησε την καταβολή, ποιο το ποσό της, ποια η αιτία της και κυρίως σε ποιο ύψος ανερχόταν η οφειλή, ξεχωριστά κατά κεφάλαιο και τόκους, κατά τον χρόνο της καταβολής. Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι για το ορισμένο του λόγου ο εφεσίβλητος εξέθεσε ότι έχει προ πολλού, από 7-12-2012 ολοσχερώς εξοφληθεί η απαίτηση του εκκαλούντος από τη συντελεσθείσα ρυμοτομική απαλλοτρίωση μετά την καταβολή σ' αυτόν και την αποβιώσασα αδελφή του οφειλόμενης αποζημίωσης πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, επικαλούμενος σχετικά έγγραφα, τα οποία προσκόμισε νομίμως πρωτοδίκως (και στο παρόν Δικαστήριο)".
Με τις δύο αιτιάσεις του τετάρτου λόγου, που αποτελεί και τον τέταρτο λόγο της ασκηθείσης εφέσεώς του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας ορισμένη την υποβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ένσταση εξοφλήσεως με καταβολή του επίδικου χρέους παρότι αυτή δεν περιείχε όλα τα επιβεβεβλημένα και απαραίτητα προς τούτο στοιχεία, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την ορθή νοηματική τους έννοια, ισχυριζόμενος ότι η υποβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ένσταση εξοφλήσεως του χρέους του ήταν αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη.
Ο αναιρετικός αυτός όμως λόγος είναι αβάσιμος, γιατί κατά την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, η υποβληθείσα εκ μέρους του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ένσταση εξοφλήσεως του σχετικού χρέους του όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο, ήταν νόμιμη, με την απόσβεσή του (χρέους).
Το Εφετείο δέχθηκε ακόμη με την προσβαλλομένη απόφασή του και τα ακόλουθα: "Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε τον λόγο ανακοπής περί εξόφλησης της ένδικης απαίτησης, διότι αλυσιτελώς προβάλλεται ως λόγος ακυρότητας της κατάσχεσης, χωρίς παράλληλα να ανακόπτεται και να ζητείται η κήρυξη της ακυρότητας της επιταγής προς πληρωμή. Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι στα άρ. 933 και 934 Κ.Πολ.Δ. καθιερώνεται η αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της διαδικασίας εκτέλεσης, η οποία έχει ως συνέπεια τη σταδιακή ισχυροποίηση της εκτέλεσης και συνεπώς με την πρόοδο της διαδικασίας αφενός καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου, δε, το ελάττωμά τους (των προγενέστερων πράξεων) δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων... Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση αβασίμως ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έπρεπε προηγουμένως να ασκηθεί ανακοπή κατά της προγενέστερης εκτέλεσης, της επιταγής προς πληρωμή, δεδομένου ότι ο ανακόπτων έχει τη διακριτική ευχέρεια να ασκήσει ανακοπή προς ακύρωση δικονομικώς πράξης εκτέλεσης, χωρίς να υποχρεούται να ασκήσει ανακοπή κατά άκυρης πράξης εκτέλεσης που προηγείται αυτής που προσβάλλει με ανακοπή".
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο που αποτελεί και τον πέμπτο λόγο της ασκηθείσης εφέσεώς του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η κατάσχεση που έγινε εις χείρας τρίτου (της Τράπεζας) "δεν έπασχε αμέσως και ευθέως από την απόσβεση λόγω καταβολής της απαιτήσεως προς ικανοποίηση της οποίας διενεργείτο η αναγκαστική εκτέλεση", αλλά η πράξη η οποία έπασχε εξαιτίας του λόγου τούτου ήταν η προηγούμενη της κατασχέσεως πράξη εκτελέσεως, δηλαδή η επιταγή προς πληρωμή, η οποία όταν θα ακυρωνόταν, θα συμπαρέσυρε και την επομένη πράξη της κατασχέσεως και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος της έφεσής του και παράλληλα, κηρύχθηκε η ακυρότητα της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πράξης και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν κήρυξε την ακυρότητα της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος καθόσον ο ανακόπτων έχει την δυνατότητα να ασκήσει ανακοπή προς ακύρωση πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να υποχρεούται να ασκήσει ανακοπή κατά άκυρης πράξης εκτέλεσης που προηγείται αυτής που προσβάλλεται με την ανακοπή.
Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, "Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Μπορεί να οριστεί και προσωρινά δικαστικώς, ύστερα από ακρόαση ή πρόσκληση του δικαιούχου, που μπορεί να υποχρεωθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου να παράσχει για την είσπραξή της ανάλογη εγγύηση, σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.
Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Με τον ίδιο νόμο μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίο συνεχίζονται εκκρεμείς δίκες.
Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη...H αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως".
Εξάλλου κατά το άρθρο 7 του Ν. 2882/2001 "ΚΩΔΙΚΑΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", που τιτλοφορείται "Τρόποι συντέλεσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης", "1. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση η δικαστική δαπάνη, η οποία επιδικάζεται κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8...
Εάν υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης είναι το Δημόσιο, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται και με την έκδοση χρηματικού εντάλματος πληρωμής υπέρ του δικαστικώς αναγνωρισθέντος ή την έκδοση του γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης σε περίπτωση όπου δεν εκδίδεται χρηματικό ένταλμα...Εάν υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης είναι οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης Α' ή Β' βαθμού, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται και με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ότι, κατ' εντολή και για λογαριασμό του υπόχρεου, παρακατέθεσε το ίδιο την αποζημίωση, την επιδικασθείσα κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4 δικαστική δαπάνη, καθώς και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατά τους όρους και τα αποτελέσματα που ορίζονται στο επόμενο άρθρο 8", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του αυτού ως άνω Ν. 2882/2001, που τιτλοφορείται "Παρακατάθεση αποζημίωσης", "1.
Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.&Δ.) την αποζημίωση υπέρ δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...2.
Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στο δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε αφού προσκομισθεί σε αυτό τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση και στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το ποσό της δικαστικής δαπάνης και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων... 5. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υποχρεούται να ενημερώνει αμελλητί και σε κάθε περίπτωση εντός τριάντα (30) ημερών, τον καταθέτη της αποζημίωσης σχετικά με την έκδοση εντάλματος πληρωμής και την είσπραξη αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση".
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 427 ΑΚ, κατά το οποίο "Ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα σε περίπτωση υπερημερίας του δανειστή να προβεί σε δημόσια κατάθεση του οφειλομένου, αν αυτό συνίσταται σε χρήματα ή άλλα πράγματα δεκτικά κατάθεσης κατά το νόμο", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 427, 431 και 434 ΑΚ προκύπτει ότι με την δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής επέρχεται απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει, κατά τον χρόνο της καταθέσεως, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν την δημόσια κατάθεση (ΑΠ 1986/2014).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ακόμη δεκτά και τα ακόλουθα κατά πιστή αντιγραφή: "Με τον έκτο λόγο έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων εσφαλμένα δέχτηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η ένδικη απαίτηση που προέρχεται από αποζημίωση για την απαλλοτρίωση υπέρ του εφεσίβλητου Δήμου για την εφαρμογή σχεδίου πόλης, ακινήτων ιδιοκτησίας του, έχει εξοφληθεί, πριν από την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια της "Εθνικής Τράπεζας Α.Ε.", ως τρίτης, με παρακατάθεση των οφειλόμενων, δεδομένου ότι η εν λόγω παρακατάθεση ήταν μη νόμιμη, διότι έλαβε χώρα μετά την πάροδο της προθεσμίας καταβολής της αποζημίωσης των 18 μηνών, που προβλέπει το Σύνταγμα (άρ. 17 παρ. 4), ενώ δεν υπήρχε υπερημερία του εκκαλούντος περί την αποδοχή της καταβολής των οφειλόμενων, κατ' άρ. 427 Α.Κ.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς το σκέλος της εκπρόθεσμης παρακατάθεσης, διότι ο εκκαλών δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε σχετικά αποδεικτικά έγγραφα για την απόδειξη του ισχυρισμού του, παρά απλώς ισχυρίστηκε ότι η παρακατάθεση έγινε μετά την πάροδο της προθεσμίας καταβολής, την οποία όμως σε κάθε περίπτωση εισέπραξε ανεπιφύλακτα, όπως αναφέρεται αμέσως κατωτέρω.
Ως προς το σκέλος, δε, της μη ύπαρξης υπερημερίας εκ μέρους του για το νομότυπο της παρακατάθεσης, κατ' άρ. 427 Α.Κ., κρίνεται απορριπτέος ο λόγος έφεσης, ως νόμω αβάσιμος, διότι η παρακατάθεση της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης είναι εκ του νόμου προβλεπόμενος τρόπος καταβολής αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται για τη νομιμότητα της παρακατάθεσης η προηγούμενη υπερημερία του δανειστή (κατ' άρ. 427 Α.Κ.), κατ' άρ. 7 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΩΔΙΚΑΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ), που τιτλοφορείται "Τρόποι συντέλεσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης", και σύμφωνα με το οποίο "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση, η δικαστική δαπάνη, η οποία επιδικάζεται κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4, καθώς και η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Εάν υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης είναι το Δημόσιο, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται και με την έκδοση χρηματικού εντάλματος πληρωμής υπέρ του δικαστικώς αναγνωρισθέντος ή την έκδοση του γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης σε περίπτωση όπου δεν εκδίδεται χρηματικό ένταλμα. Στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 23 η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται κατά τον οριζόμενο σε αυτήν τρόπο.
Εάν υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης είναι οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης Α' ή Β' βαθμού, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται και με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ότι, κατ' εντολή και για λογαριασμό του υπόχρεου, παρακατέθεσε το ίδιο την αποζημίωση, την επιδικασθείσα κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4 δικαστική δαπάνη, καθώς και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων κατά τους όρους και τα αποτελέσματα που ορίζονται στο επόμενο άρθρο 8...", σε συνδυασμό με το άρ. 8 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου που φέρει τον τίτλο "Παρακατάθεση αποζημίωσης" και το οποίο ορίζει ότι "Ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημίωσης, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.&Δ.) την αποζημίωση υπέρ δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.".
Επίσης, με τον λόγο αυτόν έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι με την παρακατάθεση των οφειλόμενων εξοφλήθηκε η απαίτηση, αφού δε διευκρινίζει πότε εισέπραξε ο εκκαλών τα παρακατεθέντα ποσά και αν υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη, στην οποία έλειπε ρητή επιφύλαξη του εκκαλούντος.
Και ως προς τα σκέλη αυτά, ο σχετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι ο εκκαλών δεν αμφισβητεί την καταβολή της σχετικής απαίτησης, αλλά ισχυρίζεται ότι δε διευκρινίζεται στην απόφαση ο χρόνος είσπραξης των παρακατατεθέντων ποσών από τον εκκαλούντα και αν υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη, στην οποία έλειπε ρητή επιφύλαξη του εκκαλούντος.
Εξάλλου, όπως ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από το υπ' αρ. 21/30-1-2013 Φ.Ε.Κ, Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων, ο εφεσίβλητος Δήμος γνωστοποίησε την παρακατάθεση των σχετικών ποσών και ειδοποίησε σχετικά τους δικαιούχους, με αποτέλεσμα η σχετική αναγκαστική απαλλοτρίωση να έχει συντελεστεί, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στο άρ. 7 παρ.1 του Ν. 2882/2001, χωρίς να απαιτείται και είσπραξη των σχετικών ποσών από τον δικαιούχο εκκαλούντα, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, εισέπραξε ανεπιφύλακτα το ποσό των 937.575 € πλέον τόκων 197.044 €, με αποτέλεσμα να εξοφληθεί η παρακαταθήκη στον εκκαλούντα, ως αναγνωρισθείς από τις Υπηρεσίες του Πράσινου Ταμείου δικαιούχος, όπως προκύπτει από το Α.Π. 49814, 50923/15-4-2013 έγγραφο του Τ.Π.Δ.".
Με τον έκτο αναιρετικό λόγο που αποτελεί και τον έκτο λόγο της ασκηθείσης εφέσεώς του και συγκεκριμένα, με το πρώτο σκέλος του ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, τον υποβληθέντα ισχυρισμό του (με τον έκτον λόγον της ασκηθείσης εφέσεώς του) ότι δηλαδή η υποβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ένσταση εξοφλήσεως με καταβολή της επίδικης απαίτησής του ήταν αόριστη, γιατί δεν αναφερόταν το σχετικό χρηματικό ποσόν που καταβλήθηκε για την εξόφληση της εν λόγω απαίτησης αλλά και το ότι η παρακαταθήκη του σχετικού ποσού που έλαβε χώρα δεν ήταν νόμιμη, αφού η καταβολή της σχετικής αποζημίωσης έγινε μετά την πάροδο της προβλεπομένης από το άρθρο 17 παρ.
του Συντάγματος, προθεσμίας καταβολής των 18 μηνών, χωρίς ο ίδιος να έχει καταστεί υπερήμερος για την αποδοχή του οφειλομένου αυτού χρηματικού ποσού και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 8 του Ν. 2882/2001 και 427 ΑΚ και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Περαιτέρω με το τρίτο σκέλος του αυτού ως άνω έκτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση για τις αμέσως προηγουμένως αναφερθείσες παραδοχές της περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες και προσάπτει σ' αυτήν (την προσβαλλομένη απόφαση) την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Με τις παραπάνω παραδοχές και ειδικότερα με το να δεχθεί το Εφετείο ότι με την νόμιμη παρακατάθεση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του οφειλομένου στον αναιρεσείοντα χρηματικού ποσού, χωρίς να απαιτείται κατά νόμον να είναι ο τελευταίος υπερήμερος για την αποδοχή του χρηματικού αυτού ποσού, το οποίο σημειωτέον ο τελευταίος εισέπραξε ανεπιφύλακτα, κατά την σχετική παραδοχή του Εφετείου, έλαβε υπόψη του (το Εφετείο) τον ως άνω υποβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δηλαδή η ως άνω υποβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ένσταση εξοφλήσεως με καταβολή της επίδικης απαίτησής του ήταν αόριστη, αλλά τον απέρριψε και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου το Εφετείο, με το να δεχθεί τα παραπάνω, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 8 του Ν. 2882/2001 και 427 ΑΚ και συνεπώς, ο προαναφερθείς σχετικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο έτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος τυγχάνει προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αλλά και η σύνδεση των σχετικών παραδοχών του Εφετείου με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα του Εφετείου και συγκεκριμένα, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται αλλά και ποιες ακριβώς είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς και σε τι συνίσταται η σχετική αντίφαση αλλά και από πού αυτή προκύπτει.
Ο ίδιος όμως αναιρετικός λόγος είναι ακόμη και αβάσιμος, καθ' όσον η προσβαλλομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση, αφού οι προαναφερθείσες αιτιολογίες καλύπτουν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ήταν εφαρμοστέοι εν προκειμένω και είναι σαφείς, πλήρεις, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή και συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τους ως άνω κανόνες, δεχόμενο ότι το οφειλόμενο εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου χρηματικό ποσόν νομοτύπως καταβλήθηκε με παρακατάθεσή του στον ήδη αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω από τον αριθ. 1α' λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε αυτό να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε και ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν υπάρχει βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής αποδεικτικού μέσου, η οποία μπορεί να συνεπάγεται και από την μη βεβαίωση του αντιθέτου και η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1139/2020, ΑΠ 1669/2014, ΑΠ 360/2008).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν επίσης δεκτά επί λέξει και τα εξής: "Με τον έβδομο λόγο έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος- εφεσίβλητου περί απόσβεσης της ένδικης απαίτησης αποδεικνύεται αμέσως, κατ' άρ. 933 παρ. 5 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. 21/30-1-2013 Φ.Ε.Κ. Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, ο εφεσίβλητος Δήμος γνωστοποίησε την παρακατάθεση των σχετικών ποσών και ειδοποίησε σχετικά τους δικαιούχους, με αποτέλεσμα η σχετική αναγκαστική απαλλοτρίωση να έχει συντελεστεί, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στο άρ. 7 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, ενώ εξάλλου, όπως προκύπτει και από το Α.Π. 49814,50923/15-4-2013 έγγραφο του Τ.Π.Δ., που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, είχε εξοφληθεί, πριν από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, η παρακαταθήκη στον εκκαλούντα, ως αναγνωρισθέντα από τις Υπηρεσίες του Πράσινου Ταμείου δικαιούχο".
Με τον έβδομο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσον που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα, το έγγραφο με στοιχεία ΑΠ 49814, 50293/15-4-2013, από το οποίο προέκυπτε ότι "είχε εξοφληθεί στον εκκαλούντα ως αναγνωρισθέντα από τις υπηρεσίες του Πράσινου Ταμείου δικαιούχο" και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ενώ ισχυρίζεται ακόμη ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το προαναφερθέν με στοιχεία ΑΠ 49814, 50293/15-4-2013 έγγραφο αλλά και το υπ' αριθμ. 21/30-1-2013 ΦΕΚ (τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) που δεν συνιστούν "νόμιμη και παραδεκτή απόδειξη εξόφλησης της επίδικης απαίτησης σε δίκη περί την εκτέλεση" και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11α'του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος τυγχάνει αόριστος, αφού δεν προκύπτει ότι το σχετικό αυτό απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ο έτερος από τον αριθ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής αποδεικτικού μέσου, η οποία μπορεί να συνεπάγεται και από την μη βεβαίωση του αντιθέτου, δεν υπόκειται όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγουμένη νομική σκέψη, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 7081/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ- ΟΤΑ, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατ` άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2008 - Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 124/2021, ΑΠ 682/2020), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7081/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ