Supreme Court partially allows appeal, remands tort liability case for final judgment on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment in a tort liability dispute between Eurobank and E.F. of K. The court found the procedural filing of the appeal timely and admissible under the Code of Civil Procedure. Consequently, the court accepted the partial appeals, vacated the original first-instance decision, and remanded the case for a final ruling on the specific damages amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 330 and 914 of the Civil Code; When an appeal leaves only the operative part of the judgment undecided, the Supreme Court must retain the case and adjudicate it itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 380 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 380/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Φ. του Κ., κατοίκου Κ. Α.ς, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρεγγίνα Καρρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4469/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 10-2-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ` αριθ. 4469/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφανίστηκε εν μέρει η υπ'αριθ. 203/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 217.785,80 ευρώ νομιμοτόκως ως αποζημίωση λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 4-2-2022 και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 1-3-2022 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 1350/2018) .
ΙΙ. Με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ` αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007 με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της κρίσιμης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της Τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η Τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η Τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η Τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της Τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας Τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει το προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, ή αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα Τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Επ` αυτών και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επί πλέον και η 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α`, 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 2123/2009).
Βάσει δε της Πράξης αυτής, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσής τους (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 354/2022).
Η σχέση που συνδέει τον πελάτη με την Τράπεζα είναι σύμβαση παραγγελίας. Ειδικότερα, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕμπΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι διατάξεις για την εντολή του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΟλΑΠ 824/1977, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 655/2011).
Έτσι, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 713 και 714 του ΑΚ, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται δε για κάθε πταίσμα και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Για την υποχρέωση αποζημίωσης απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα.
Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται κατ' αρχάς στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και τότε μόνον σε αδικοπραξία, αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λπ., οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 346/2018, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011).
Κατά τα προαναφερόμενα, ειδική περίσταση (επί παράβασης των από την εντολή υποχρεώσεων Τράπεζας), που στοιχειοθετεί αδικοπραξία, συνιστά και εκείνη κατά την οποία η Τράπεζα δια των οργάνων της προσβάλλει υπαίτια τα ενοχικά δικαιώματα των πελατών της έναντι τρίτων, ιδίως εκείνα που επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα, των οποίων έχει αναδεχθεί δυνάμει εντολής τη διαχείριση, επεμβαίνοντας στο σύνδεσμο αυτών με το φορέα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ματαιώνεται η ένταξή τους στην περιουσία του δικαιούχου.
Μία τέτοια δια παράλειψης προσβολή είναι επί πλέον παράνομη και για το λόγο ότι, πέραν του ότι θα ήταν καθεαυτή παράνομη, θα αντέκειτο στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, του να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον. H παροχή πληρεξουσιότητος, τέλος, προϋποθέτει την ύπαρξη μεταξύ του εξουσιοδοτούντος και του πληρεξουσίου κάποιας έννομης σχέσης, που δικαιολογεί την παροχή πληρξουσιότητος.
Αυτή η έννομη σχέση, η οποία συνήθως πηγάζει από σύμβαση, όπως π.χ. τη σύμβαση εντολής, εργασίας, έργου ή εταιρίας (ΑΚ 222), καλείται εσωτερική ή βασική σχέση και πρέπει να διακρίνεται από την πληρεξουσιότητα που αποτελεί ξεχωριστή δικαιοπραξία (αρχή της διάκρισης της πληρεξουσιότητος από τη βασική σχέση).
Το κύρος της πληρεξουσιότητας δεν εξαρτάται από το κύρος της εσωτερικής ή βασικής σχέσης, εκτός αν η ύπαρξη ή το κύρος της βασικής σχέσης τεθεί ως αίρεση για το κύρος της πληρεξουσιότητος. Γι'αυτό το λόγο η πληρεξουσιότητα χαρακτηρίζεται και ως αναιτιώδης ή αφηρημένη δικαιοπραξία (αρχή του αφηρημένου ή αναιτιώδους της πληρεξουσιότητας ΑΠ 1325/1976 ΝοΒ 25.927).
Ωστόσο η πληρεξουσιότητα δεν είναι τελείως ανεξάρτητη από την εσωτερική σχέση. Το περιεχόμενο και η έκταση της πρώτης προσδιορίζεται συνήθως από την τελευταία. Υπέρβαση των ορίων ή παρέκκλιση από τους όρους της εσωτερικής (βασικής) σχέσης, θα συνιστά, κατά κανόνα, και υπέρβαση της πληρεξουσιότητας. ΙII
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 Συντ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 § 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1211/2018, ΑΠ 1738/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197-198, 288,297, 298, 713, 714 ΑΚ, τις προεκτεθείσες διατάξεις του Κ.Δ.Ε.Π.Ε.Υ και του Ν.3606/2007 και με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 211,214, 216 και 229 ΑΚ, καθώς και εκ πλαγίου, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι όλες οι επίδικες επενδυτικές συναλλαγές διενεργήθηκαν από τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης Γ.Ν.
χωρίς την εντολή αυτής. Από την παραδεκτή κατ'άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη, και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα, και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, μέσω private banking, που απευθύνεται σε εύπορους πελάτες.
Την 21-2-2006 μεταξύ της εναγόμενης, εκπροσωπούμενης από τους υπαλλήλους Μ. Κ., Ζ. Λ., Ν. Γ. και της ενάγουσας καταρτίστηκε η υπ' αρ. 1624740 έγγραφη σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε η τελευταία να αναθέτει, η δε εναγόμενη να διενεργεί πράξεις συμμορφούμενη πάντα στις σχετικές εντολές και οδηγίες της, οι οποίες (πράξεις) να αφορούν στην κατάρτιση συναλλαγών σε κάθε είδους κινητές αξίες και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ η εναγόμενη ορίσθηκε θεματοφύλακας του εκάστοτε επενδυτικού χαρτοφυλακίου της ενάγουσας (όρος 1 της σύμβασης).
Για τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο υπ' αρ. 1624740 λογαριασμός κινητών αξιών της ενάγουσας, η δε εναγόμενη έλαβε την εντολή να αναλαμβάνει από τον λογαριασμό αυτό ή να καταθέτει σ' αυτόν τα αντιστοιχούντα σε κάθε ιδιαίτερη συναλλαγή ποσά και να πραγματοποιεί τις σχετικές χρεοπιστώσεις. Ο βοηθός εκπλήρωσης της εναγόμενης Ν.
Γ., υιός οικογενειακού φίλου της ενάγουσας, ορίσθηκε από την εναγόμενη υπεύθυνος διαχειριστής του χαρτοφυλακίου της και υπεύθυνος για την παρουσίαση σε αυτή των διαφόρων επενδυτικών προϊόντων και επιλογών, καθώς και για την ενημέρωσή της σχετικά με αυτά ως προς το είδος, τις αποδόσεις και τις λοιπές ιδιότητές τους και ακολούθως για την εκτέλεση των σχετικών συναλλαγών κατόπιν εντολής της ενάγουσας, του παρασχέθηκε δε εγγράφως πληρεξουσιότητα.
Με την παρουσίαση επενδυτικών επιλογών από τον ανωτέρω υπάλληλο της εναγόμενης καταρτίστηκε σιωπηρά (άτυπα) σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, και η ενάγουσα στηριζόταν στις επενδυτικές συμβουλές του ανωτέρω υπαλλήλου που είχε εξειδικευμένες γνώσεις ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 29-8-2007, η εναγόμενη, μέσω του άνω υπαλλήλου, προέβη χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή εντολή της ενάγουσας στην ανάληψη από τον προαναφερόμενο λογαριασμό της τελευταίας χρηματικού ποσού 300.000 ευρώ, με το οποίο αγόρασε έξι ομολογίες με την ονομασία 1-Y.
R. C. on a B. of G. S. (E.) της εταιρείας E. H. (C. I.) L., ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ εκάστης, διάρκειας ενός έτους με ημερομηνία έκδοσης 29-8-2007 και λήξης 29-8-2008, ετησίου επιτοκίου 12%. Ύστερα από αυτή την ενέργεια (το σχετικό έντυπο "αίτηση αγοράς ομολογιών" της άνω εταιρείας δεν φέρει την υπογραφή της ενάγουσας) η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε, μόλις έλαβε γνώση της ανωτέρω κίνησης, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2007, και ζήτησε την ακύρωσή της, και ο υπάλληλος Ν., αρνήθηκε την ακύρωση και είπε ότι θα προσπαθούσε να τις πουλήσει, αλλά να μην ανησυχεί, διότι η Τράπεζα προσέχει και φροντίζει τους καλούς πελάτες της, καθώς και ότι επρόκειτο για ασφαλή επένδυση, με εγγυημένο και αποδοτέο κεφάλαιο.
Η ενάγουσα, όταν αντελήφθη ότι το κεφάλαιό της κινδύνευε να απωλεσθεί, την 18-4-2008, ζήτησε εκ νέου από τον άνω υπάλληλο της εναγόμενης να πωληθούν οι ομολογίες, αλλά εκείνος, ενώ κατέγραψε στο extrait λογαριασμού της ενάγουσας "εντολή πώληση 13.00", εντέλει δεν το έπραξε. Την 14-7-2008 μετά από συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας για τη διευθέτηση του θέματος αυτού, της προτάθηκε, ως μόνη λύση, από τον Ζ.
Λ. και τον Ν. Γ., να πωληθούν οι ομολογίες και να αγοραστούν άλλες με μεγαλύτερη διάρκεια, δύο έτη, και την διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιό της ήταν εξασφαλισμένο και θα της αποδοθεί στο τέλος της περιόδου αυτής. Έτσι και υπέγραψε την ίδια ημερομηνία για την ταυτόχρονη πώληση των άνω ομολογιών και την αγορά του προϊόντος 2-Y.
R. C. on a B. of G. S. (E.). Στην αίτηση αγοράς αυτού του προϊόντος αναφερόταν ως τίμημα αγοράς το ποσό των 300.000 ευρώ που δημιουργούσε την πλανημένη πεποίθηση στην ενάγουσα ότι δεν έχει απωλεσθεί το κεφάλαιό της από την αγορά χωρίς εντολή, τη μετέπειτα πώληση των αρχικών ομολογιών και την αγορά νέων. Το κεφάλαιο, όμως, δεν ήταν εξασφαλισμένο και αυτό δεν της εξηγήθηκε από τον υπάλληλο Ν..
Στην πραγματικότητα οι άνω ομολογίες πωλήθηκαν στο ποσό των 237.930 ευρώ, απώλεια ήδη 65.241 ευρώ (62.070 ευρώ και φόρος 3.170 ευρώ) και, κατόπιν, αγοράστηκαν ομολογίες έναντι του πραγματικού τιμήματος των 210.480 ευρώ. Τελικά, κατά το χρόνο λήξης των ομολογιών αυτών (31-8-2010) απωλέσθησαν και 94.046 ευρώ (ελήφθησαν 96.034 ευρώ και κουπόνι 25.499 ευρώ, ενώ παρακρατήθηκε συνολικός φόρος 5.099 ευρώ) από το αρχικό κεφάλαιο, που, χωρίς εντολή, είχε χρησιμοποιηθεί από τον άνω υπάλληλο της εναγόμενης Ν..
Επομένως, απωλέσθη το συνολικό ποσό των 159.287 ευρώ, λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης της άνω σύμβασης, που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγόμενη, η οποία ενήργησε μέσω του άνω υπαλλήλου της, που δεν αποδείχθηκε ότι θα προκαλείτο άλλως, πλην των ενεργειών της εναγόμενης μέσω του υπαλλήλου της. Η ενάγουσα ήταν μία συντηρητική επενδύτρια, επιθυμούσε να εξασφαλίζει το κεφάλαιό της, δεν είχε εμπειρία σε επενδύσεις ρίσκου και προσπάθησε να περισώσει το κεφάλαιο της με την συμφωνία για πώληση των ομολογιών, που αγοράστηκαν χωρίς εντολή, και την αγορά νέων.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι εδόθη στην ενάγουσα ερωτηματολόγιο για να προβεί η εναγόμενη σε έλεγχο καταλληλότητάς της για το επενδυτικό της προφίλ. Δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη απαλλάχθηκε από την ευθύνη για τη ζημία της ενάγουσας από σχετική δήλωση της τελευταίας στην αίτηση αγοράς, καθόσον δεν υπήρξε εντολή για την αρχική αγορά ομολογιών, είναι το ασθενές μέρος στη σύμβαση, που προσχωρεί σε προδιατυπωμένη σύμβαση με γενικούς όρους συναλλαγών, που δεν αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, και δεν της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβανε.
Η ενάγουσα δεν ενημερώθηκε για τη φύση των ομολογιών και το υψηλό επενδυτικό ρίσκο που ενείχαν από τον άνω υπάλληλο της εναγόμενης. Εκείνη πίστευε ότι το κεφάλαιό της παραμένει άθικτο λόγω του αναφερόμενου ποσού στην αίτηση αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα, αρχιτέκτων στο επάγγελμα, χωρίς ειδικές γνώσεις στα χρηματοοικονομικά, διέθετε μικρή εμπειρία σε επενδύσεις με ρίσκο, ως εν προκειμένω, και η εναγομένη δεν την ενημέρωσε μέσω του υπαλλήλου της για τη φύση των προϊόντων, τη λειτουργία και τους κινδύνους που ουδέποτε ανακοίνωσε, και ειδικά ότι υπήρχε κίνδυνος να απωλέσει το κεφάλαιο που τοποθετούσε για οποιονδήποτε λόγο και ότι δεν μπορούσε να το πάρει, κατά τη λήξη τους, όπως αυτό επιθυμούσε.
Η ενάγουσα θεωρούσε ότι με την προταθείσα λύση για την αγορά των νέων ομολογιών θα εξασφάλιζε την ανάκτηση του κεφαλαίου της των 300.000 ευρώ. Το ενημερωτικό δισέλιδο, που της χορηγήθηκε για τα προϊόντα αυτά, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε κατανοητό από την ενάγουσα ή ότι επαρκώς της εξηγήθηκε για να κατανοήσει ποιους κινδύνους αναλαμβάνει με την αγορά των νέων ομολογιών.
Συνεπώς, υφίσταται ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης, εφόσον πλημμελώς εκπλήρωσε την υποχρέωσή της από την άνω σύμβαση εντολών αλλά και επενδυτικών συμβουλών, προέβη, χωρίς εντολή, σε αγορά προϊόντων για λογαριασμό της ενάγουσας και δεν ενημέρωσε, δεν πληροφόρησε κατάλληλα και δεν διαφώτισε την ενάγουσα για την αγορά νέων προϊόντων σε αντικατάσταση των αγορασθέντων, χωρίς εντολή, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 159.287 ευρώ (...).
Περαιτέρω, την 3-3-2008, ο άνω υπάλληλος της εναγόμενης προέβη σε αγορά των εξής μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου υπό τον τίτλο α) G. S. A. M., G. S. G. L. P. I. P. (E.), ονομαστικής αξίας 300.000 ευρώ και β) G. S. A. M., G. S. G. L. P. I. P. (U.), ονομαστικής αξίας 135.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς εντολή της ενάγουσας. Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο έντυπο λήψης τηλεφωνικής εντολής δεν αποδεικνύεται ότι πράγματι ελήφθη τηλεφωνικώς εντολή από την ενάγουσα, ιδίως όταν προηγούμενα, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2007, είχε λάβει γνώση για την προγενέστερη αγορά χωρίς εντολή της και είχε διαμαρτυρηθεί γι' αυτήν.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με νεότερη συμφωνία, τον Οκτώβριο του 2008, απαλείφτηκε ο όρος για την δυνατότητα χορήγησης τηλεφωνικής εντολής από την ενάγουσα από την σύμβαση μεταξύ των διαδίκων εξαιτίας των άνω ενεργειών της εναγόμενης δια του υπαλλήλου της. Οταν, λοιπόν, η ενάγουσα έλαβε γνώση, περί τον Μάρτιο του 2008, για την άνω πράξη, ζήτησε να της επιστραφούν τα χρήματά της και να ακυρωθεί.
Ο ανωτέρω υπάλληλος Ν. αρνήθηκε να το πράξει και της είπε να μην ανησυχεί για τα χρήματά της, που είναι διασφαλισμένα. Η εναγόμενη δεν έστερξε νωρίτερα από τις 27-11-2008 να προβεί σε ενέργειες εξαγοράς των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων. Το προϊόν της εξαγοράς εκ 257.213,20 ευρώ, για το πρώτο αμοιβαίο κεφάλαιο, η εναγόμενη το πίστωσε στον λογαριασμό υπ' αρ. 0026.0002.61.0201194110 της ενάγουσας, από όπου το ανέλαβε η ενάγουσα την ίδια ημέρα (27-11- 2008).
Κατόπιν, την 13-10-2011 η ενάγουσα έκλεισε τον λογαριασμό. Το προϊόν της εξαγοράς εκ 115.389,78 δολαρίων ΗΠΑ, για το δεύτερο αμοιβαίο κεφάλαιο, πιστώθηκε από την εναγόμενη στον λογαριασμό σε ξένο νόμισμα υπ' αρ. 0026.0002.62.1100108069 από όπου το ανέλαβε η ενάγουσα την ίδια μέρα (27-11-2008) και έκλεισε τον λογαριασμό. Η συνολική ζημία της ενάγουσας από τις άνω ενέργειες της εναγόμενης ανέρχεται στο ποσό 58.498,80 ευρώ, που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την τελευταία (...)".
Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 211,214,229 ΑΚ με την μη εφαρμογή τους, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστές εν προκειμένω, καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, μεταξύ της αναιρεσείουσας, εκπροσωπουμένης από τον υπάλληλό της Γ.
Ν. και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε σύμβαση εντολής, με την οποία η τελευταία ανέθεσε στην αναιρεσείουσα να διενεργεί συναλλαγές σε κάθε είδους κινητές αξίες και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, να αναλαμβάνει από το λογαριασμό κινητών αξιών της αναιρεσίβλητης ή να καταθέτει σ'αυτόν τα αντιστοιχούντα σε κάθε συναλλαγή ποσά και να πραγματοποιεί τις σχετικές χρεοπιστώσεις, συμμορφούμενη πάντα στις σχετικές εντολές και οδηγίες της, ο ως άνω υπάλληλος της αναιρεσείουσας ορίστηκε υπεύθυνος διαχειριστής του χαρτοφυλακίου της αναιρεσίβλητης και υπεύθυνος για την παρουσίαση σε αυτήν διαφόρων επενδυτικών προϊόντων και επιλογών και για την ενημέρωση της ως προς το είδος, τις αποδόσεις, τις ιδιότητές τους και για την εκτέλεση των συναλλαγών κατόπιν εντολής της αναιρεσίβλητης, η οποία του παρέσχε έγγραφη πληρεξουσιότητα, η αναιρεσείουσα μέσω του ανωτέρω υπαλλήλου της, προέβη, χωρίς προηγούμενη εντολή και ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, στην ανάληψη ποσού 300.000 ευρώ από το λογαριασμό της, με το οποίο αγόρασε τις επίμαχες έξι ομολογίες, αρνούμενη να προβεί στην ακύρωση αυτής της ενέργειας, όταν η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση και διαμαρτυρήθηκε, κατά την πώληση δε των ως άνω ομολογιών και την αγορά των νέων, στην σχετική αίτηση αγοράς αναγραφόταν ως τίμημα το ποσό των 300.000 € που δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την πλανημένη πεποίθηση ότι δεν έχει απωλεσθεί το κεφάλαιο της, όπως την διαβεβαίωνε και ο ως άνω υπάλληλος της αναιρεσείουσας, ενώ στην πραγματικότητα το κεφάλαιο δεν ήταν εξασφαλισμένο, αφού κατά τη λήξη των νέων ομολογιών από το αρχικό κεφάλαιο απωλέσθηκε ποσό 159.287 €.
Επίσης η αναιρεσίβλητη, που ήταν συντηρητική επενδύτρια και δεν είχε εμπειρία σε επενδύσεις ρίσκου, δεν ενημερώθηκε από τον ως άνω υπάλληλο της αναιρεσείουσας για την φύση των ομολογιών και το υψηλό επενδυτικό ρίσκο που ενείχαν και ότι υπήρχε κίνδυνος να απωλέσει το κεφάλαιο που επένδυε.
Συνεπώς, υφίσταται ευθύνη της αναιρεσείουσας από την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από την σύμβαση εντολής και επενδυτικών συμβουλών, καθόσον χωρίς εντολή της αναιρεσίβλητης προέβη στην αγορά των πρώτων ομολογιών και δεν ενημέρωσε, δεν πληροφόρησε και δεν διαφώτισε την αναιρεσίβλητη για την αγορά των δεύτερων ομολογιών σε αντικατάσταση των πρώτων, με αποτέλεσμα την πρόκληση της ως άνω ζημίας της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1,19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσης, πρέπει στο αναιρετήριο: α)να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, β)να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του (ΑΠ 960/2017, 1264/2017) και ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν μ'αυτό (ΑΠ 354/2011), γ) να αναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο ότι έγινε νόμιμη επίκληση, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 675/2019) και δ)να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1185/2010, 901/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ'του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που προσκόμισε, τα οποία αποδεικνύουν την επενδυτική εμπειρία και γνώση καθώς και την έγγραφη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, δεν προσδιορίζει το περιεχόμενό τους, ούτε αναφέρει με τρόπο ορισμένο ότι έγινε νόμιμη επίκληση αυτών ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
V. Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατόν μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία (ΟλΑΠ 2/2019).
Επί συρροής ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, υπάρχουν δύο αξιώσεις που τείνουν στην πραγμάτωση του ίδιου οικονομικού σκοπού, η δε παραγραφή της εκ της συμβάσεως αξιώσεως, άλλοτε 20ετής και άλλοτε βραχεία, δεν επηρεάζει την αξίωση εκ της αδικοπραξίας, υποκείμενη στην 5ετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και το αντίστροφο (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1538/2002, ΑΠ 47/1996).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην πρoσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 250 περ.1,2, 297, 914 και 937 παρ.1 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης θεμελιώνονται και στις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις, ότι η παραγραφή της εκ της συμβάσεως αξιώσεως δεν επηρεάζει την αξίωση εκ της αδικοπραξίας, που υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και το αντίστροφο και ότι οι εκ της συμβάσεως αξιώσεις της αναιρεσίβλητης δεν έχουν παραγραφεί αφού υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η ένδικη αξίωση θεμελιώνεται και στη σύμβαση και ως εκ τούτου παραγράφεται σε 20 έτη. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
VI.Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ` απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ` αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000 και ΟλΑΠ 3/1997).
Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 461/2019).
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ`εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 372/2018, ΑΠ 782/2014, ΑΠ 524/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον βασικότερο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, στον οποίο στηριζόταν η προταθείσα ένστασή της από το άρθρο 281 ΑΚ και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη είχε ενημερωθεί πλήρως για όλους τους κινδύνους και τα χαρακτηριστικά των επίμαχων ομολογιών, δεν ήταν άπειρη επενδυτής, είχε πραγματοποιήσει πλήθος επενδύσεων σε σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης λόγω αδράνειάς της επι οκτώ έτη από τα επίμαχα περιστατικά και τρία έτη από τη λήψη των αποδεικτικών εγγράφων ως μη νόμιμη, χωρίς να λάβει υπόψη τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αθροιστικά μαζί με το ως άνω περιστατικό της αδράνειας.
Όμως, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα, με τα ήδη αξιολογηθέντα από το Εφετείο, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης-αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας-αναιρεσεσίβλητης και να τον καταστήσουν ερευνητέο κατ'ουσίαν.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. VII. Το ομόλογο (ομολογία) είναι αξιόγραφο που ενσωματώνει υπόσχεση χρηματικής ή άλλης παροχής του εκδότη προς τον δικαιούχο αυτού, κυρίως τον κομιστή του.
Η υποχρέωση αυτή συνίσταται συνήθως στην πληρωμή του κεφαλαίου κατά τη λήξη και του τόκου στις περιόδους που ορίζονται στους όρους της έκδοσης του ομολόγου. Τα ομόλογα και οι ομολογίες ανήκουν στη γενική κατηγορία των ανώνυμων χρεογράφων του Αστικού Κώδικα (άρθ. 888 επ.), τα βασικά χαρακτηριστικά των οποίων είναι τα εξής:
α) η ονομαστική του αξία, η οποία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την τιμή διαπραγμάτευσης, αλλά είναι το ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει o εκδότης κατά τη λήξη του ομολόγου, β) το επιτόκιο/κουπόνι και γ) η περίοδος λήξεως αυτού. Ομόλογα μπορούν να εκδίδονται είτε από κρατικούς φορείς (ομόλογα δημοσίου) είτε από εταιρείες (εταιρικά ομόλογα).
Κατ' αυτή την έννοια, τα ομόλογα αποτελούν μορφή κρατικού ή εταιρικού δανεισμού. Τα ομόλογα διακρίνονται σε σταθερού επιτοκίου, κυμαινόμενου επιτοκίου και σε zero-coupon (τα έντοκα Γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου). Τα τελευταία δεν εμπεριέχουν περιοδικές πληρωμές τόκων αλλά διατίθενται με έκπτωση (discount) σε σχέση με την ονομαστική τους αξία, ενώ στη λήξη τους καταβάλλεται η πλήρης ονομαστική τους αξία.
Εξάλλου, με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 12 του Ν.2238/1994, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύαν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ.2 του άρθρου 3 του Ν.3091/2002, επιβάλλεται φόρος εισοδήματος στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και προκύπτουν από εθνικά δάνεια που εκδίδονται με έντοκα γραμμάτια ή ομολογίες από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.
Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 10% στο ποσό των τόκων που προκύπτουν από τους πιο πάνω τίτλους οι οποίοι εκδίδονται από τις 3-1-1998 και μετά. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της περ. γ' της παρ.9 του ίδιου πιο πάνω άρθρου και νόμου, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο 29 του Ν.2592/1998, οριζόταν, ότι εξαιρούνται από την ανωτέρω φορολογία οι τόκοι που προκύπτουν από ομολογιακά δάνεια που εκδίδει από 1-1-1997 και μετά το Ελληνικό Δημόσιο στο εξωτερικό.
Ακόμη, με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 31 του Ν.2682/1999 ορίζεται, ότι η φορολογία των τόκων των ομολογιακών δανείων που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο καταργείται για τους επενδυτές μόνιμους κατοίκους εξωτερικού. Επίσης, με τις διατάξεις της παρ.8 του άρθρου 26 του ν.2789/2000 ορίζεται, ότι ομολογίες εκδιδόμενες από εταιρείες ή επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ελλάδα, έχουν την ίδια φορολογική μεταχείριση με τις ομολογίες που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο.
Η πιο πάνω ρύθμιση καταλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ίδιου νόμου, τα ομολογιακά δάνεια που εκδίδουν οι επιχειρήσεις από 11.2.2000 και μετά. Από τα πιο πάνω προκύπτει, ότι αν κάτοικος Ελλάδας αποκτά τόκους από ομόλογα που εκδίδουν ελληνικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό, υπάρχει υποχρέωση παρακράτησης φόρου με συντελεστή 10%, καθόσον, με τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του Ν.2682 /1999 η απαλλαγή των τόκων ομολογιακών δανείων που εκδίδονται στο εξωτερικό αφορά μόνο στους επενδυτές μόνιμους κατοίκους του εξωτερικού.
Η παρακράτηση φόρου ενεργείται, σε όλες τις αναφερόμενες πιο πάνω περιπτώσεις, από το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή το φυσικό πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα, καθώς και κάθε φορολογούμενο που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα αλλά δραστηριοποιείται μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα, που διενεργεί τις υπόψη πληρωμές.
Ως υπόχρεος για την παρακράτηση και απόδοση του φόρου νοείται αυτός που επιβαρύνεται με την πληρωμή των μερισμάτων, τόκων ή δικαιωμάτων και σε καμία περίπτωση αυτός που μεσολαβεί για την καταβολή τους (π.χ. μεσολαβούσα τράπεζα). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 337, 382 και 914 ΑΚ κατά το μέρος που αναγνώρισε ως θετική ζημία της αναιρεσίβλητης και τα ποσά των 3.170 ευρώ και 5.099 ευρώ, που αποτελούν παρακρατηθέντες φόρους υπερ του Δημοσίου από το τίμημα πωλήσεως των επιδίκων ομολογιών.
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ομολογίες πωλήθηκαν αντί του ποσού των 300.000 ευρώ στο ποσό των 237.930 ευρώ, απώλεια 65.241 ευρώ (62.070 ευρώ και φόρος 3.170 ευρώ) και κατόπιν αγοράστηκαν ομολογίες έναντι του τιμήματος των 210.480 ευρώ, κατά το χρόνο δε της λήξεώς του απωλέστηκαν και 94.046 ευρώ (ελήφθησαν 96.034 ευρώ και κουπόνι 25.499 ευρώ), ενώ παρακρατήθηκε συνολικός φόρος 5.099 ευρώ από το αρχικό κεφάλαιο και ότι η ζημία της αναιρεσίβλητης από την πλημμελή εκπλήρωση της συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 159.287 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επιδίκασε ως αποζημίωση, μεταξύ άλλων, και τα ποσά των 3.170 ευρώ και 5.099 ευρώ, αντίστοιχα, των παρακρατηθέντων φόρων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι παρακρατηθέντες φόροι επί των τόκων των ομολογιών δεν τελούσαν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις συμβατικές παραβάσεις της αναιρεσείουσας, διότι ακόμα και στην περίπτωση που η σύμβαση εξελισσόταν ομαλά, η αναιρεσίβλητη επενδύτρια δεν θα απαλλασσόταν από την υπέρ του Δημοσίου παρακράτηση του φόρου επί των τόκων.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αναγνώρισε ως θετική ζημία της αναιρεσίβλητης τα ως άνω ποσά των παρακρατηθέντων φόρων. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α` ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Τούτο συμβαίνει συνήθως αν, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής, υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση το ποσό των 209.516,80 ευρώ, μετά την αφαίρεση από το επιδικασθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσό των 217.785,80 ευρώ, του ποσού των παρακρατηθέντων φόρων των 8.269 ευρώ.
Επομένως, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, βάσει της εκτάσεως της αναιρέσεως, πρέπει, μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ως άνω μέρος της, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, να γίνουν εν μέρει δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων, να εξαφανιστεί εν μέρει η υπ'αριθ. 203/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 209.516,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 23-1-2012 εξώδικης πρόσκλησης της ενάγουσας, μέχρις εξοφλήσεως.
Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων των εφέσεων στις εκκαλούσες (άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ), και να επιβληθεί ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της καθεμιάς (άρθ. 178 παρ.1, 183, ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθ. 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ •
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθ. 4469/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
•Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
•Δέχεται εν μέρει κατ'ουσίαν τις εφέσεις των διαδίκων.
•Εξαφανίζει εν μέρει την υπ'αριθ. 203/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
•Δέχεται εν μέρει την από 9-11-2015 αγωγή.
•Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των διακοσίων εννέα χιλιάδων πεντακοσίων δεκαέξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (209.516,80), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 23-1-2012 εξώδικης πρόσκλησης της ενάγουσας, μέχρις εξοφλήσεως.
•Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων των εφέσεων στις εκκαλούσες.
•
Καταδικάζει την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας εκ ποσού επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
•Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα.
•
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2024.