379/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1885/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/5/2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated379/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ 1 της Διεθνούς Συμβάσεις 95 που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955 και 119 παρ. 2 της Συνθ. Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης εκτός από το μισθό που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελές παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 379 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 379/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β.Τ. Σ. ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτκό τίτλο "ΒΤ S. S.A.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Χαρώνη.
Του αναιρεσίβλητου : Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1885/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/5/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55 και 1 της 95/49 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/55, συνάγεται ότι μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πωλήσεως των πωλουμένων ειδών είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό-πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων κλπ), εφ' όσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια)καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ 1 της Διεθνούς Συμβάσεις 95 που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955 και 119 παρ. 2 της Συνθ. Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης εκτός από το μισθό που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελές παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση.
Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την κρινόμενη αγωγή του, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ισχυρίσθηκε ότι, προσελήφθη από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 12-101998 και προσέφερε τις υπηρεσίες του, ως περιοδεύων πωλητής, αμειβόμενος, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, με μικτό σύστημα, δηλαδή με πάγιο μηνιαίο μισθό και με ποσοστό επί του τζίρου των πωλήσεων των προϊόντων της αναιρεσείουσας και ζήτησε με αυτή να συνυπολογιστεί το μέρος αυτό του μισθού από ποσοστά στην αποζημίωση απολύσεως, τα επιδόματα εορτών κλπ.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη, στις 12-1-1998, από την αναιρεσείουσα ως περιοδεύων πωλητής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου με διάρκεια τριών μηνών, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και προσέφερε την εργασία του μέχρι τις 30-4-2001, όταν η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση.
Καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο μηνιαίες αποδοχές, αρχικά 200000 δραχμών οι οποίες αυξήθηκαν σταδιακά σε 240000 δραχμές. Πλέον όμως του ως άνω μηνιαίου μισθού του η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο από της προσλήψεώς του, όπως και σε όλους τους υπαλλήλους της, όπως άμεσα και η ίδια συνομολογεί, με βάση προφορική συμφωνία πρόσθετη αμοιβή (μπόνους) το οποίο όσον αφορά το τμήμα πωλήσεων όπου απασχολούνταν ο αναιρεσίβλητος υπολογιζόταν βάσει καθοριζομένου από τη διοίκηση της αναιρεσείουσας κατ' έτος ποσοστού επί των πραγματοποιουμένων ετησίως ακαθαρίστων πωλήσεων.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα για τα έτη 1998 και 1999 συμφώνησε προφορικά ότι θα κατέβαλε σε κάθε πωλητή προμήθειες αντιστοιχούσες σε ποσοστό 2% επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε αφού επιτύγχανε κατά 50% τουλάχιστον τον ετήσιο στόχο του. Κατά τα δύο αυτά έτη οι πρόσθετες αυτές αμοιβές υπολογιζόμενες σε ετήσια βάση, ανάγονταν σε ημερολογιακά τρίμηνα και έπρεπε να καταβάλλονται σε κάθε πωλητή μετά την εκκαθάριση κάθε τριμήνου, πλην όμως οι προμήθειες του 1998 από έλλειψη ρευστότητας χορηγήθηκαν μαζί με αυτές του έτους 1999.
Για το έτος 2000 με το από 6-3-2000 έγγραφο τέθηκε ετήσιος στόχος πωλήσεων για κάθε πωλητή 168000000 δρχ. ή 42000000 δρχ. ανά τρίμηνο και προβλέφθηκε ειδικότερα ότι αρχίζοντας από 7000000 δρχ. το μήνα κάθε πωλητής θα εισέπραττε προμήθεια 1% και με την επίτευξη του στόχου του 2%. Επίσης για το έτος 2001 συμφωνήθηκε και πάλι εγγράφως ότι οι προμήθειες θα συναρτώνται πλέον όχι με τα ακαθάριστα έσοδα(τζίρο) των πωλήσεων αλλά με τις ληφθείσες εντός της χρήσης αυτής από κάθε πωλητή παραγγελίες και θα κλιμακώνονται κατά ποσοστά.
Έτσι με προκαθορισμένο στόχο παραγγελίας αξίας 260000000 δρχ. ο κάθε πωλητής θα ελάμβανε προμήθεια μέχρι 75000000 δρχ. 2%, από 75000000 έως 150000000 1% και για άνω των 150000000 δρχ. 0,5%. Η πληρωμή των προμηθειών αυτών θα γινόταν 50% με τη λήψη της παραγγελίας μαζί με το μισθό του επόμενου μήνα και 50% με την τακτοποίηση του λογαριασμού του πελάτη μαζί με το μισθό του επόμενου μήνα.
Ο αναιρεσίβλητος καθ' όλα τα έτη που προσέφερε την εργασία του στην αναιρεσείουσα πραγματοποίησε τους στόχους που έθετε η αναιρεσείουσα και για το έτος 1998 πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα (τζίρο) πωλήσεων το πρώτο τρίμηνο 1480660 δρχ., το δεύτερο 30358786, το τρίτο 20127000 και το τέταρτο 18325743 και έλαβε προμήθεια συνολικά το ποσό των 1376190 δρχ.
Το έτος 1999 πραγματοποίησε τζίρο πωλήσεων ανά τρίμηνο 61921798 20799996 25210932 και 40405240 δρχ. και έλαβε προμήθεια συνολικό ποσό 2966759. Το έτος 2000 πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα (τζίρο) ανά τρίμηνο 45569607, 85942430, 59113053 και 102776785 δρχ. και του καταβλήθηκε προμήθεια που ανήλθε στο συνολικό ποσό των 5766550 δρχ. Και τέλος το έτος 2001 από 1-1 έως 30-4 2001 που έγινε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, αυτός πραγματοποίησε πωλήσεις συνολικής αξίας 65206663 δρχ.
και η αναιρεσείουσα του κατέβαλε προμήθεια συνολικού ποσού 3198663 δρχ. Η ως άνω πρόσθετη αμοιβή "bonus" εχορηγείτο στον αναιρεσίβλητο από την αναιρεσείουσα πέρα του βασικού μισθού του, χωρίς κανένα περιορισμό, τακτικά και ανελλιπώς, χωρίς η αναιρεσείουσα να έχει δηλώσει ρητή επιφύλαξη να τη διακόψει στο μέλλον γι' αυτό, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, δεν έχει το χαρακτήρα έκτακτης παροχής για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης αλλά ανταλλάγματος για την παρεχόμενη από τον αναιρεσείοντα εργασία και είχε καθιερωθεί ως μισθός και μάλιστα κατά πολύ μεγαλύτερος του αντίστοιχου τακτικού, που καταβάλλονταν ακόμη και όταν τα οικονομικά αποτελέσματα της αναιρεσείουσας ήταν αρνητικά.
Από όσα αναφέρονται παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι ανάμεσα στους διαδίκους είχε συμφωνηθεί να πληρώνεται ο αναιρεσίβλητος για την παρεχόμενη εργασία του τόσο με πάγιο μηνιαίο μισθό όσο και με ποσοστά επί των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, όπως είχε ισχυριστεί ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του και ότι η πρόσθετη παροχή σε ποσοστά επί των πωλήσεων δεν αποτελούσε οικειοθελή παροχή αλλά μισθό.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζεται ότι στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι αμειβόταν με μικτό σύστημα, δηλαδή με πάγιο μισθό και με ποσοστά επί των πωλήσεων, ότι για πρώτη φορά με την έφεσή του ισχυρίσθηκε ότι τα ποσοστά επί των πωλήσεων αποτελούσαν οικειοθελή παροχή, ότι αυτό αποτελούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται στην έννοια της οικειοθελούς παροχής, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεδίκασε τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου με συνυπολογισμό της άνω πρόσθετης αμοιβής ως οικειοθελούς εκ μέρους της αναιρεσειούσης παροχής, αλλά κατά τις ανέλεγκτες επί πραγμάτων παραδοχές της, με συνυπολογισμό αυτής ως μέρους του μισθού κατά την περί τούτου συμφωνία των διαδίκων.
Επίσης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Συμβάσεως 95/45 και 119 παρ. 2 της Συνθήκης της ΕΟΚ, που διέπουν τις οικειοθελείς παροχές του εργοδότη προς τους μισθωτούς, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δεν θεμελίωσε τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου στην έννοια της οικειοθελούς παροχής αλλά του μισθού με μικτό σύστημα.
Τέλος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την πιο πάνω μεταβολή της βάσης της αγωγής, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν δέχθηκε τέτοια νομική βάση της αγωγής και, επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η αγωγή του εργαζομένου για καταβολή σ' αυτόν του μέρους του μισθού του, που υπολογίζεται σε ποσοστά επί της τιμής πωλήσεως του πωλουμένων ειδών, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1α' Κ.Πολ.Δ. και 648, 653, 654 και 655 ΑΚ, πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφό της μόνο τα πραγματικά περιστατικά τα αναγόμενα στην καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο συμβατικό ποσοστό της προμηθείας, στο συνολικό επιτευχθέν τίμημα των καταρτισθεισών υπό του εργαζομένου και με τη μεσολάβησή του συμβάσεων πωλήσεως πραγμάτων για λογαριασμό του εργοδότη, στη χρονική διάρκεια της συμβάσεως εργασίας και στο συνολικό ύψος της δικαιουμένης παροχής της εργασίας.
Δεν απαιτείται όμως να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ο αναλυτικός προσδιορισμός των συναφθεισών μερικοτέρων συμβάσεων πωλήσεως, των ημερομηνιών, κατά τις οποίες καταρτίσθηκαν αυτές, των ονοματεπωνύμων των αγοραστών, των ποσοτήτων των πραγμάτων και της τιμής μονάδος των πωληθέντων πραγμάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αγωγή περιείχε όλα τα πιο πάνω απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα ονόματα των πελατών, ο χρόνος διενέργειας των πωλήσεων και άλλα εξατομικευτικά στοιχεία των πωλήσεων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη και παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός είναι νόμιμος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν είναι νομικά αδιάφορος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της για έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων για την ένταξη των οικειοθελών παροχών στο μισθό του αναιρεσιβλήτου, ενώ με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε την προταθείσα ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο σκέλη του, γιατί οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμοι και δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, δεν βασιζόταν στην έννοια της οικειοθελούς παροχής και επομένως, δεν ήταν απαραίτητο να ερευνηθούν οι προϋποθέσεις ένταξής τους στον μισθό του αναιρεσιβλήτου, ενώ, ως προ στην ένσταση εξοφλήσεως, η αναιρεσείουσα πρότεινε ότι εξοφλήθηκαν οι απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου (για αποζημίωση απολύσεως.
επιδόματα εορτών κλπ), υπολογιζόμενες με βάση μόνο τον πάγιο μισθό του και όχι με βάση και τα ποσοστά επί των πωλήσεων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από την παραπάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι συμφωνήθηκε η καταβολή πρόσθετης αμοιβής, εκτός από τον πάγιο μηνιαίο μισθό, στον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, την κρίση του ότι συμφωνήθηκε η καταβολή μισθού σε ποσοστά, εκτός από τον πάγιο μηνιαίο μισθό, το Εφετείο άντλησε από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι, αυτή ισχυρίσθηκε ενώπιον του Εφετείου ότι, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να υπολογισθούν στην αποζημίωση απολύσεως, τα επιδόματα εορτών κλπ και οι αποδοχές του σε ποσοστά επί των πωλήσεων, είναι καταχρηστική, επειδή 1) αυτός με την ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων της συμβάσεως δημιούργησε σ' αυτή την πεποίθηση ότι υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μόνο τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του και ότι δεν θα ασκήσει στο μέλλον τις αξιώσεις του, 2) αδράνησε να ζητήσει την ικανοποίηση των αξιώσεών του από το χρόνο της προσλήψεώς του μέχρι την απόλυσή του και η αδράνεια αυτή οφείλεται σε δόλο, ώστε να αντλήσει τα ωφελήματα από τη σύμβαση και ύστερα να αξιώσει τα πρόσθετα ποσά, 3) η ικανοποίηση των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου θα είναι επαχθής για την αναιρεσείουσα και θα έχει αφόρητες και δυσβάστακτες γι' αυτή συνέπειες, 4) ο αναιρεσίβλητος αποκόμισε από τη σύμβαση 67418,73 ευρώ, έχει άριστο μορφωτικό επίπεδο και συνομολογεί ο ίδιος ότι δεν παραπλανήθηκε, 5) καρπωνόταν το καλύτερο φορολογικό καθεστώς των εκτάκτων αποδοχών, ουδέποτε αμφισβήτησε την ολοσχερή εξόφλησή του και η αναιρεσείουσα ουδέποτε καθυστέρησε την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και 6) η αποδοχή της αγωγής θα ανατινάξει όλη την επιχείρηση της αναιρεσείουσας και θα την εμποδίσει να συνεχίσει τη λειτουργία της, γιατί αυτή (αναιρεσείουσα) θα υποχρεωθεί να πληρώσει μεγάλα ποσά στο αποτελούμενο από 60 εργαζόμενους προσωπικό της.
Το πρώτο από τα πιο πάνω περιστατικά, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος απεδέχθη την μόνη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σ' αυτόν αποκλειστικά συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές, αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι περιστατικό από το οποίο μπορεί να συναχθεί καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος.
Εξάλλου, τα άλλα υπό στοιχεία 2, 4 και 5 περιστατικά από μόνα τους δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική. Τέλος, τα υπό στοιχεία 3 και 6 περιστατικά ότι δηλαδή θα ανατιναχθεί η επιχείρηση της αναιρεσείουσας και θα εμποδισθεί η συνέχιση της λειτουργίας της, αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, προβάλλεται με τρόπο αόριστο, αφού δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα ποια είναι η οικονομική της κατάσταση, τα κεφάλαιά της και ο κύκλος των εργασιών της, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της, που έχουν ανάλογες αξιώσεις με αυτές του αναιρεσιβλήτου, το ύψος και η αιτία των αξιώσεων αυτών και ο λόγος για τον οποίο θα προκληθεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος στην επιχείρησή της, αν ικανοποιηθούν οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, ύψους 12386 ευρώ και οι αξιώσεις των άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή της.
Επομένως, το Εφετείο, ανεξάρτητα από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την πιο πάνω ένσταση, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη. Μετά από αυτά η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4-5-2005, αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β.Τ. Σ. ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ ΚΛΠ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 1885/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ