Legislator Case Law & Legislation
705/2021 AI generated

Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to inconsistent wage calculation reasoning in lower court judgment.

Case Number 705/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court judgment regarding a labor dispute over unpaid wages. The appellant argued that the appellate court failed to correctly apply collective agreements to calculate the employee's legal salary, resulting in an erroneous award. The court found the lower court's reasoning contradictory and insufficient regarding the applicable collective agreements and the specific period of employment, necessitating a new examination of the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further discussion when the lower court's reasoning is inadequate and contradictory on matters of decisive importance to the case outcome.

Keywords

AI generated
labor dispute wage calculation collective agreement inconsistent reasoning remand for retrial appeal procedure legal salary

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 705/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Χ. - Θ.Τ.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Γραμμένο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 816/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6786/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 19-12-2019 αίτηση για αναίρεση της 6786/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε στις 6-12-2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 1-3-2018 εφέσεως της εκκαλούσας - ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εφεσίβλητης - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Εκκαλούμενη ήταν η 816/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε στις 30-4-2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 25-9-2017 καταψηφιστικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Με την 816/2018 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, που αφορά απαιτήσεις της ενάγουσας από παροχή εξαρτημένης εργασίας για τα έτη 2012-2017, κρίθηκε νόμιμη κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας και απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στη συνέχεια δε έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της.

Με την προσβαλλόμενη 6786/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή και, αφού εξαφανίσθηκε η 816/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον κατά τα κεφάλαια που αφορούν την κύρια βάση της αγωγής, στη συνέχεια η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή κατά την κύρια βάση της έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 614 παρ. 3 και 621, 622 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν με το Ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 10-1-2020, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Μετά ταύτα η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 1876/1990 η οποία ορίζει ότι "οι υπόλοιπες (πλήν των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, του εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους...", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 56 του Ν. 4635/2019), η οποία όριζε ότι "με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος" προκύπτει, ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (και η εξομοιούμενη με αυτήν διαιτητική απόφαση) ισχύει μόνον έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την είχαν συνάψει, τα οποία και δεσμεύει (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1300/2018, ΑΠ 874/2018).

Η δυνατότητα δε που παρεχόταν με την τελευταία ως άνω διάταξη στον Υπουργό Εργασίας να επεκτείνει την ισχύ της συλλογικής σύμβασης εργασίας, με την έκδοση κανονιστικής διοικητικής πράξης για την κήρυξη αυτής ως γενικά υποχρεωτικής, και πέρα από τα πρόσωπα που ήδη δεσμεύονταν κατά το άρθρο 8 παρ.2 του νόμου αυτού από τη συλλογική ρύθμιση (πάντως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος), στους εργοδότες και εργαζόμενους του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, εφόσον δηλαδή αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1409/2014) και με χρόνο έναρξης της επέκτασης αυτής την ημερομηνία έκδοσης της υπουργικής απόφασης κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1452/2017) είχε ανασταλεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με την αναστολή της εφαρμογής των παρ.2 και 3 του άρθρου 11 του Ν.1876/1990 αρχικά κατά τη διάρκεια εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής με το άρθρο 37 παρ.7 του Ν.4024/2011 και στη συνέχεια μέχρι το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.4472/2017 και ακολούθως με το άρθρο πέμπτο παρ.2 του Ν.4475/2017, περίοδος, η οποία έληξε στις 20 Αυγούστου 2018.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.ΑΠ 1/2007).

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες άλλως δεν θα ήταν δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον ανωτέρω μισθό που καθορίζεται από τις ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 692/2014).

Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 567/2004). Σε μία τέτοια περίπτωση, οι κανονιστικές ρυθμίσεις της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση εργασίας, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική ισχύ (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017).

Περαιτέρω από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 3 παρ.2 του Ν.2112/1920, 5 παρ.1 του Ν.3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν.3248/1955, με τις οποίες καθορίζεται η έννοια του μισθού, σαφώς προκύπτει, ότι είναι καθ' όλα επιτρεπτή νέα συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, τροποποιητική της αρχικής, που προβλέπει μείωση του καταβαλλόμενου μισθού, υπό τον όρο ότι η συμφωνία αυτή δεν θα προσκρούει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ειδικότερα δεν θα προβλέπει την καταβολή μισθού κατώτερου εκείνου που καθορίζεται από ενεργό και σε ισχύ συλλογική ρύθμιση (συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση).

Διαφορετικά, η τροποποιητική αυτή ατομική συμφωνία είναι άκυρη (αρθ.174, 180 ΑΚ) κατά το μέρος που προβλέπει αποδοχές μικρότερες των κατώτατων ορίων της συλλογικής αυτής ρύθμισης, καθότι οι κανονιστικοί όροι της τελευταίας ως προς το ύψος των αποδοχών περιέχουν τα κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας του εργαζομένου, με συνέπεια να απαγορεύεται η επί το δυσμενέστερο ρύθμιση του ύψους του συμφωνημένου μισθού με την ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 194/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωση που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Εξ ετέρου για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α)ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), και β)έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελέγχει αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής iura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 651/2010, ΑΠ 142/2009).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα με την από 25-9-2017 αγωγή ισχυρίσθηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εναγομένης, που διατηρεί καταστήματα λιανικού εμπορίου υποδημάτων και δερμάτινων ειδών στην Αθήνα, προσλήφθηκε από την τελευταία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στα καταστήματα της εναγομένης ως πωλήτρια, έναντι μηνιαίων αποδοχών 1090,45 ΕΥΡΩ μικτά, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής εργάσθηκε επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και επί περισσότερες ώρες από το νόμιμο ωράριο εργασίας της, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία και ότι κατά μήνα Φεβρουάριο 2012 η εναγομένη, δια του νόμιμου εκπροσώπου της, μείωσε μονομερώς τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές της στο ποσό των 850,55 ευρώ μικτά.

Ζήτησε δε, επικαλούμενη τη σύμβαση εργασίας της και, επικουρικά, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 30.032,82 ΕΥΡΩ και ειδικότερα: α)14.993,45 ΕΥΡΩ ως διαφορά μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο 2012 έως και Απρίλιο 2017, β)749,82 ΕΥΡΩ ως διαφορά του επιδόματος Πάσχα των ετών 2012 - 2017, γ)1.249,75 ΕΥΡΩ ως διαφορά του επιδόματος Χριστουγέννων των ετών 2012-2016, δ)262,40 ΕΥΡΩ ως διαφορά του επιδόματος άδειας των ετών 2012-2016, ε)2.181 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση άδειας τα έτη 2013-2016 και στ)10.596,42 ΕΥΡΩ για αμοιβή από παρασχεθείσα υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 816/2018 οριστική απόφασή του α)απέρριψε ως αόριστη τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β)απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την κύρια βάση της αγωγής κατά τα κεφάλαια της καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και άδειας, της καταβολής αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή (για το ποσό των 436,17 ΕΥΡΩ) αναφορικά με το κεφάλαιο της καταβολής της προσαύξησης κατά ποσοστό 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου για την παρασχεθείσα εργασία της ενάγουσας επί είκοσι (20) Κυριακές κατά τα έτη 2013-2016.

Κατά της παραπάνω αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 1-3-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή κατά την κύρια βάση της και κατά τα κεφάλαια της καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών και διαφοράς επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος άδειας.

Με την ΥΑ 69041/3230/2008 (ΦΕΚ 2137) κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-8-2008 η από 30-7-2008 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της Χώρας", η οποία άρχισε την 1-1-2008 και έχουσα διετή διάρκεια ίσχυε μέχρι 31-12-2009 (αρθ.13 αυτής). Σύμφωνα με την ως άνω ΕΚΣΣΕ οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1090,45 ΕΥΡΩ (991,32 ΕΥΡΩ (βασικός μισθός) + 99,13 ΕΥΡΩ (επίδομα γάμου 10%). Επακολούθησε η από 4-3-2011 αντίστοιχη ΕΚΣΣΕ, η οποία άρχισε να ισχύει από 1-1-2010 (αρθ.6 αυτής), η οποία όμως δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική. Σύμφωνα με την ως άνω ΕΚΣΣΕ οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν σε 1150 ΕΥΡΩ (1045 ΕΥΡΩ βασικός μισθός) + 104,55 ΕΥΡΩ (επίδομα γάμου 10%). Τέλος, από 1-8-2012 ίσχυσε η από 26-7-2012 ΕΚΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας" (Πράξη κατάθεσης 13/31-7-2012), της οποίας η διάρκεια ισχύος έληξε την 31-7-2013, μη κηρυχθείσα υποχρεωτική, σύμφωνα με την οποία οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό ων 1078 ΕΥΡΩ (980 ΕΥΡΩ (βασικός μισθός) + 98 ΕΥΡΩ (επίδομα γάμου 10%).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων, με επίκληση, από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 29-9-2008 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη, προκειμένου να απασχοληθεί στην επιχείρηση της τελευταίας, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας υποδημάτων, με την ιδιότητα της πωλήτριας.

Η συμφωνία ήταν να εργάζεται πέντε ημέρες και συνολικά σαράντα ώρες την εβδομάδα. Οι αποδοχές της ανέρχονταν τον Φεβρουάριο του 2012 στο ποσό των 1090,45 ΕΥΡΩ, ενώ έκτοτε μειώθηκαν στο ποσό των 850,55 ΕΥΡΩ. Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την από 29-9-2008 γνωστοποίηση των όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας οι αποδοχές της ενάγουσας θα υπολογίζονταν με βάση την οικεία ΣΣΕ.

Μέχρι το Φεβρουάριο του 2012 οι αποδοχές της ήταν σύμφωνες με την οικεία ΣΣΕ. Στις 31-7-2012 υπογράφηκε νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις" (Πράξη Κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας 13/31-7-2012)" της οποίας η ισχύς συμφωνήθηκε έως τις 31-7-2013 και η μετενέργειά της έληγε στις 31-10-2013.

Μετά τη λήξη και της μετενέργειας αυτής δεν υπογράφηκε νέα ΣΣΕ που να αφορά τους πωλητές εμπορικών καταστημάτων, όπως η ενάγουσα. Επομένως, ως προς το βασικό μισθό της και τα επιδόματα ωρίμανσης και τέκνων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, της παρούσας, ισχύει έως τον Ιούλιο του 2012 η προηγούμενη ΣΣΕ και μετά η προαναφερθείσα συλλογική σύμβαση εργασίας.

Σύμφωνα με αυτήν ο νόμιμος μισθός της ενάγουσας με δεδομένο ότι α)ανήκε στην κατηγορία των εχόντων προϋπηρεσία 8-10 ετών, και β)ότι εδικαιούτο επίδομα γάμου, ανερχόταν στο ποσό των 1078 ΕΥΡΩ....". Στη συνέχεια δέχθηκε ότι για το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 η ενάγουσα έλαβε το ποσό των 970,50 ΕΥΡΩ και δικαιούται το ποσό των 107,50 ΕΥΡΩ.

Για τους λοιπούς μήνες του 2012, από τον Μάρτιο έως και τον Δεκέμβριο, η ενάγουσα έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1078 ΕΥΡΩ μηνιαίως και λάμβανε το ποσό των 850,55 ΕΥΡΩ και ότι της οφείλεται, για κάθε μήνα το ποσό των 227,50 ΕΥΡΩ και συνολικά για το έτος 2012 το ποσό των 2.382,50 (227,50 Χ 10 Χ 107,50) ΕΥΡΩ. Για το έτος 2013 της οφείλεται το ποσό των 2.730 (227,50 Χ 12) ΕΥΡΩ.

Το ίδιο δε ποσό δικαιούται ετησίως και για τα έτη 2014, 2015 και 2016 και συνολικά το ποσό των 8.190 (2.730 Χ 3) ΕΥΡΩ. Για το έτος 2017 (από Ιανουάριο έως και Απρίλιο) δικαιούται το ποσό των 910 ΕΥΡΩ (227,50 Χ 4). Ακολούθως δέχθηκε ότι με τον ίδιο βασικό μισθό έπρεπε να υπολογίζονται και τα επιδόματα (δώρα) της ενάγουσας και ότι ως εκ τούτου αυτή δικαιούται για διαφορά δώρου Πάσχα, δεδομένου ότι της καταβάλονταν το ποσό των 442,97 ΕΥΡΩ, το ποσό των 96,30 ΕΥΡΩ (539 - 442,97), και για τα έτη 2012 - 2017 δικαιούται το συνολικό ποσό των 577,80 ΕΥΡΩ (96,30 Χ 6 έτη).

Περαιτέρω, ότι για διαφορά δώρου Χριστουγέννων η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 236,99 ΕΥΡΩ (1122,92 - 885,93) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 1421,94 ΕΥΡΩ (236,99 Χ 6 έτη). Τέλος, δέχθηκε ότι για επίδομα άδειας η ενάγουσα ενώ έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 539 ΕΥΡΩ, λάμβανε το ποσό των 483,25 ΕΥΡΩ και ως εκ τούτου δικαιούται το ποσό των 55,75 ΕΥΡΩ και συνολικά για τα έτη 2012-2016 το ποσό των 278,75 ΕΥΡΩ (55,75 Χ 5 έτη).

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή κατά τα κεφάλαια της καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων (δώρων) εορτών και άδειας των ετών 2012-2017, κράτησε την υπόθεση και επιδίκασε στην ενάγουσα τις διαφορές αποδοχών μεταξύ των προβλεπομένων από την από 26-7-2012 ΕΣΣΕ και των καταβληθεισών σ' αυτήν καθώς και τις διαφορές των επιδομάτων (δώρων) εορτών και άδειας, και συνολικά το ποσό των 16.648 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της αγωγής κατά την κύρια βάση της.

Ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι, ενώ αυτή δέχεται ότι οι αποδοχές της ενάγουσας είχαν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας της, με παραπομπή στις οικείες ΣΣΕ, δεν διαλαμβάνει την ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στις επικαλούμενες, μη κηρυχθείσες υποχρεωτικές ΣΣΕ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται και δεν εξειδικεύονται οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επανέφερε παραδεκτώς τον πρωτοδίκως προταθέντα προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμό, ότι η αναιρεσίβλητη από τις 15-2-2012 μέχρι και το έτος 2017 αποδέχθηκε σιωπηρώς την γενόμενη από την εναγομένη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης, δηλαδή τη μείωση του μηνιαίου μισθού της από το ποσό των 1090,45 ΕΥΡΩ (μικτά) στο ποσό των 850,55 ΕΥΡΩ (μικτά), καθώς αυτή σαφώς γνώριζε τη μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής τους σχέσεως και εξακολούθησε και μετά από αυτήν την μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρύ χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες της στην εργοδότριά της, το γεγονός δε αυτό επέφερε την μετατροπή, σε τροποποιητική, της αρχικής συμβάσεως εργασίας της που αφορούσε το ύψος των κατά μήνα μικτών αποδοχών της, με συνέπεια το δικαίωμα της ενάγουσας να απαιτήσει την εκπλήρωση των κατά μήνα ως άνω αποδοχών της υπό τους προ της μεταβολής όρους να καταλυθεί παντελώς όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σε σχέση με τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης δέχθηκε ότι "Ο ισχυρισμός της εναγομένης με τον οποίο αυτή ισχυρίζεται ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την οποία συμφωνήθηκαν κατώτερες αποδοχές από εκείνες που λάμβανε η ενάγουσα, είναι μη νόμιμος, εφ' οσον δεν είναι νόμιμη η παραίτηση του εργαζομένου από τις νόμιμες αποδοχές του.....δεδομένου ότι οι αποδοχές της μειώθηκαν κάτω από το νόμιμο όριο, όπως αυτό προσδιορίστηκε ανωτέρω".

Ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 2 της ΠΥΣ 6/2012 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του Ν. 4046/2012, σε σχέση με την απόρριψη ως μη νόμιμου του ως άνω ισχυρισμού της εναγομένης, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν περιέλαβε κρίση σχετικά με ζήτημα περί εφαρμογής ή μη των διατάξεων αυτών.

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατά την κρίση της, ότι οι αποδοχές της ενάγουσας είχαν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας της, δια παραπομπής, στις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας", η υποχρέωση εφαρμογής των οποίων, στη συγκεκριμένη υπόθεση, προέκυπτε από ειδικότερο, έγκυρο όρο, της ατομικής σύμβασης εργασίας, χωρίς προς τούτο να απαιτείται να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στις επικαλούμενες και εφαρμοστέες ΕΚΣΣΕ, καθώς και ότι η επικαλούμενη από την εναγομένη νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, τροποποιητική της αρχικής, που προέβλεπε μείωση του καταβαλλόμενου μισθού της ενάγουσας είναι μη νόμιμη και άκυρη (αρθ. 174 και 180 ΑΚ), καθώς οι αποδοχές της ενάγουσας υπολείπονταν των ελάχιστων νόμιμων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την από 4-3-2011 εφαρμοστέα ΕΚΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της Χώρας".

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ, δέχθηκε ότι οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας, με προϋπηρεσία 8-10 ετών και με δικαιούμενο επίδομα γάμου 10%, ανέρχονταν στο ποσό των 1078 ΕΥΡΩ, σύμφωνα με την εφαρμοστέα από 26-7-2012 ΕΚΣΣΕ, η οποία έληξε στις 31-7-2013 και ότι μετά την λήξη και της μετενέργειας αυτής δεν υπογράφηκε νέα ΣΣΕ, που να αφορά τους πωλητές εμπορικών καταστημάτων και ότι μέχρι τον Ιούλιο 2012 ισχύει η προγενέστερη ΣΣΕ, ήτοι η από 4-3-2011 ΕΚΣΣΕ, βάσει της οποίες οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν σε 1.150 ΕΥΡΩ, στη συνέχεια όμως για τον καθορισμό των νόμιμων αποδοχών της ενάγουσας εφάρμοσε μόνο την από 26-7-2012 ΕΚΣΣΕ, συμπεριλαμβανομένου του χρονικού διαστήματος από τον Φεβρουάριο 2012 έως και τον Ιούλιο 2012, κατά το οποίο ήταν εφαρμοστέα στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις η από 4-3-2011 ΕΚΣΣΕ με συνέπεια τον εσφαλμένο υπολογισμό του νόμιμου μισθού της ενάγουσας και των καθοριζομένων με βάση το μισθό αυτόν αξιώσεων αυτής για διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβαλλομένων αποδοχών, διαφορές επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας.

Έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.19 λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο επισημαίνεται η πλημμέλεια αυτή.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (αρθ.176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6786/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση κατά το μέρος τούτο στο παραπάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ