Legislator Case Law & Legislation
373/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds, ruling lower court's assessment of documents was not reviewable.

Case Number 373/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment in a tort claim. The appellant argued the lower court failed to consider a specific 2010 sales contract regarding the defendant's residence, but the court found the appeal inadmissible because it challenged the unreviewable judicial evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appellant's security deposit was forfeited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the evaluation of evidence by the lower court is inadmissible as it attacks the unreviewable judicial assessment of facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility judicial evaluation of evidence unreviewable assessment tort claim costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 373 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 373/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...... ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...... ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριάνα Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... .

Εκδόθηκε η ...../2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... .

Ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ..../2018 μη οριστική και ..../2021 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την ..../2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και ...../2022 του Τριμελούς Εφετείου ... . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2022 αίτησή της και τους από 3/1/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 17-10-2022 αίτηση αναίρεσης και τον από 3-1-2024 πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό ..../2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... , το οποίο, μεταξύ άλλων, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, ''..... '', ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, “….. '', λόγω διάσπασης της τελευταίας, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και τη σύσταση της ως άνω αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό …./2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... , όπως αυτή διορθώθηκε με την …./2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 26-9-2013 αγωγή της, για αξιώσεις της από αδικοπραξία, κατά το μέρος που αφορούσε την αναιρεσίβλητη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτός είναι και ο ως άνω πρόσθετος λόγος, ο οποίος ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.

τη με αριθμό 3970Θ/3-1-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Α. Γ.). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και ακολούθως να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων, 298, 299, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (ΑΠ 1339/2022, ΑΠ 577/2022, ΑΠ 842/2021, ΑΠ 495/2020).

Αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων αυτών συνιστά και η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 394 ΠΚ, με την οποία προστατεύεται το έννομο αγαθό της περιουσίας, χωρίς να είναι κατ' ανάγκη απαραίτητο για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής τόσο του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, όσο και του πρότερου εγκλήματος, αφού όπως προεκτέθηκε παράνομη κατά αστικό δίκαιο είναι η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Ειδικότερα, διαπράττει αδικοπραξία και αυτός που με γνώση του αποδέχεται και ενσωματώνει στη περιουσία του ή διαθέτει περαιτέρω για τη κάλυψη δικών του υποχρεώσεων προς τρίτους πράγματα που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, αφού με τη συμπεριφορά του αυτή συμμετέχει στην απόλαυση των προϊόντων του εγκλήματος, η απώλεια των οποίων και προκαλεί τη ζημία στον παθόντα η οποία συνδέεται έτσι αιτιωδώς και με τη συμπεριφορά αυτού (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1903/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 782/2023, ΑΠ 297/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 420/2022).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 868/2018).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ''αιτιολογία'', ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 297/2023, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή ότι υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού η κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 758/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 914 και 926 ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συμμετοχής της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης στην υπεξαίρεση που διέπραξε ο σύζυγός της (εδώ μη διάδικος) σε βάρος της (αναιρεσείουσας) και ειδικότερα της γνώσης της για την προέλευση των παράνομων οικονομικών ωφελημάτων που ο σύζυγός της αποκόμισε από την εκτεθείσα στην προσβαλλομένη απόφαση αδικοπρακτική συμπεριφορά του και της εκ μέρους της αποδοχής των παράνομων αυτών ωφελημάτων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον άνω αναιρετικό λόγο, μέρος, τα ακόλουθα: ".......Η Ε.Σ., εναγοµένη και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) και ο Κ.Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), τέλεσαν νόμιμο γάμο την 24.10.1987 και απέκτησαν δύο τέκνα, τον γεννηθέντα την 19.9.1989 Α.Κ.

και τον γεννηθέντα την 4.3.1991 Σ.Κ.. Οι σύζυγοι εγκαταστάθηκαν στο ….. και ο Κ.Κ. εργάσθηκε στην ενάγουσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (αναιρεσείουσα), από το έτος 1992 έως την 18.2.2011, αρχικώς ως υπεύθυνος ταμειακών συναλλαγών, ακολούθως από το έτος 1996, ως υποδιευθυντής καταστήματος ….. και τέλος, ως διευθυντής καταστήματος ….. , …... , από 1.7.2004 έως 31.1.2008 και …. , από 1.2.2008 έως 18.2.2011.

Η εναγοµένη κατά το διάστηµα αυτό ασχολούνταν ιδίως µε την ανατροφή των τέκνων τους, καθώς και µε τη λειτουργία οικογενειακής ξενοδοχειακής µονάδας, που λειτουργούσε στο ….. από το έτος 1988, από την οµόρρυθµη εταιρεία µε την επωνυμία “…...” , η οποία ελύθη την 9.1.2008. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο τακτικής επιθεώρησης από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της ενάγουσας στο Κατάστηµα …..

διαπιστώθηκε ότι είχαν λάβει χώρα παράνομες σε βάρος της αξιόποινες πράξεις από τον ως άνω υπάλληλό της, Κ. Κ., µετά την ολοκλήρωση του οποίου ασκήθηκε σε βάρος του ιδίου η από 28.3.2011 ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση υπερβαίνουσας του ποσού των 150.000 ευρώ και της πλαστογραφίας µε χρήση µε σκοπό προσωπικό όφελος και ζηµία σε βάρος της ενάγουσας ανώτερο των 150.000 ευρώ, για τις οποίες καταδικάσθηκε τελεσιδίκως µε την µε αριθµό …./2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ... .

Με την ίδια ως άνω εισαγγελική παραγγελία ασκήθηκε ποινική δίωξη και σε βάρος της συζύγου του, Ε. Σ., εναγοµένης, για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, µετά την απολογία της οποίας και την περαίωση της ανάκρισης, διατάχθηκε µεν µε το µε αριθµό …./2012 βούλευμα του Συµβουλίου Εφετών ... περαιτέρω κύρια ανάκριση, ωστόσο η δικογραφία αρχειοθετήθηκε την 20.8.2019, κατ' εφαρµογή του άρθρου 467 του ισχύοντος ΠΚ, δεδομένου ότι η αξιόποινη πράξη είχε καταστεί πλημμεληματική και είχε παραγραφεί.

Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιο της εγκληµατικής δράσης του υπαλλήλου της, ο τελευταίος χρησιμοποίησε µεταξύ άλλων τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσαν στην ενάγουσα, ο ίδιος και η σύζυγός του, εναγοµένη, στον οποίο αυτός κατέθετε χρηματικά ποσά προερχόµενα από τελεσθείσες υπεξαιρέσεις και τα οποία αναλάμβανε στη συνέχεια, είτε για άµεσο δικό του όφελος, είτε για κάλυψη άλλων υπεξαιρέσεων και συγκεκριµένα ότι κατέθεσε κατά το χρονικό διάστηµα από 5.5.2008 έως 24.9.2010, στον τηρούµενο από αµφοτέρους τους αντιδίκους της µε αριθµό 540.00.2310.008611 κοινό τραπεζικό λογαριασμό συνολικώς ποσό 528.533 ευρώ.

Τα επιµέρους δε ποσά, που κατέθετε, αποδείχθηκε ότι παρότι ήταν αρκετά µεγάλα, πιστώνονταν σε τυχαία χρονικά σηµεία και το χαρακτηριστικό αυτών ήταν ότι δεν παρέμεναν αρκετό χρονικό διάστηµα στον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, καθ' ότι ο συνδικαιούχος σύζυγος της εναγοµένης τα αναλάμβανε οιαδήποτε στιγµή χρειαζόταν αυτά για να καλύψει τις ιδιοποιήσεις των χρημάτων τρίτων στις οποίες ήδη είχε προβεί και οι δικαιούχοι των οποίων απαιτούσαν αιφνιδίως τα χρήματά τους ή µέρος αυτών.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι κατ' αρχάς ο κοινός αυτός λογαριασμός είχε ανοιχθεί µετά την υποβολή της από 12.11.2007 κοινής αίτησης προς το κατάστηµα ….. , στο οποίο υπηρετούσε κατά το χρόνο εκείνο ο Κ. Κ. και φέρει στις θέσεις, ''καταθέτης 1 και 2'', την υπογραφή της εναγοµένης και του ιδίου, ωστόσο είναι προφανές, πέραν του ότι επιβεβαιώνεται από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και σε αντίθεση µε τα αναφερόμενα στη έκθεση της τεχνικής συμβούλου της ενάγουσας, ότι η υπογραφή της δικαιούχου - συμβαλλομένης εναγοµένης δεν έχει τεθεί από την ίδια, αλλά από τον σύζυγό της.

Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε προκειµένου να εξυπηρετήσει ιδίως την από 27.2.2008 µε αριθµό 2051-540 σύμβαση στεγαστικού δανείου, διάρκειας τριάντα ετών, ύψους 250.000 ευρώ και ακολούθως την από 10.7.2008 µε αριθµό 2124-540 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 121.080,73 ευρώ, τα ποσά των οποίων εκταμιεύθηκαν σταδιακώς από την ίδια την εναγοµένη, δανειολήπτρια, από το κατάστηµα ….. , κατά τη διάρκεια της ανακατασκευής της ξενοδοχειακής µονάδας - ημερομηνία λήψης του ειδικού σήματος του ΕΟΤ 16.12.2008 µε α.π. 2007- που λειτουργούσε πλέον, µετά τη λύση της οµόρρυθμης εταιρείας? µόνη της η εναγοµένη µε άλλο διακριτικό τίτλο και την χρηματοδότηση της οποίας λόγω του επαγγέλματός του και της σύνδεσής του µε την ενάγουσα είχε αναλάβει ο ίδιος ο σύζυγός της.

Έχοντας δε αυτός στην δική του κατοχή το τραπεζικό βιβλιάριο, καθώς και κάρτα αναλήψεων, σε αντίθεση µε την εναγοµένη, η οποία απλώς εκταµίευε τα επιµέρους ποσά των δανειακών ως άνω συµβάσεων για την προμήθεια υλικών και αμοιβή τεχνιτών ανάλογα µε την πρόοδο των εργασιών, είχε τη δυνατότητα να πιστώνει και να χρεώνει ποσά στον κοινό τους λογαριασμό οιαδήποτε χρονική στιγµή διευκόλυνε αυτόν για την τέλεση των ως άνω αναφερόμενων αξιόποινων πράξεων.

Παρά το ότι, ουδόλως αμφισβητείται ότι η εναγοµένη είχε ενασχόληση τουλάχιστον για χρονικό διάστηµα είκοσι ετών µε τον ξενοδοχειακό κλάδο, πρέπει να επισηµανθεί ότι πέραν του ότι επρόκειτο για µία οικογενειακή µικρή επιχείρηση που λειτουργούσε αρχικώς ο πατέρας της και ακολούθως η ίδια και η αδελφή της, απασχολούµενες ιδίως µε την επαφή και την εξυπηρέτηση των πελατών, ότι είναι προφανές ότι κατά τα παρελθόντα έτη οι οικονομικές συναλλαγές µε τους πελάτες ελάµβαναν χώρα µε άλλους τρόπους, χωρίς την χρήση των σηµερινών τεχνολογικών µέσων, που προσφέρουν άµεση και ολοκληρωτική εικόνα αυτών, ως εκ τούτου παρ? ότι δεν είχε πλήρη εικόνα της κίνησης του λογαριασμού της, ως µη έχουσα κατά τα ανωτέρω το τραπεζικό βιβλιάριο, ωστόσο, ήταν εφικτό να γνωρίζει την εκ µέρους των πελατών της κατάθεση προκαταβολών ή µη για τις κρατήσεις των δωματίων καθώς και την αποπληρωμή των οφειλών τους καθ' όσον κατά τα έτη εκείνα (2008-2010) οι πληρωμές ελάµβαναν χώρα ιδίως µε µετρητά ή µε κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό και προσκόμιση ή επίδειξη του γραµµατίου κατάθεσης της αμµοιβής για τις υπηρεσίες στην παρέχουσα αυτές.

Σημειώνεται εξάλλου, ότι τα ποσά που η ίδια η ενάγουσα αναφέρει ότι πιστώθηκαν και χρεώθηκαν στον ανωτέρω λογαριασμό και αφορούν την επαγγελματική αποκλειστικώς δραστηριότητα της εναγοµένης, τα µεν πρώτα από πελάτες της, τα δε δεύτερα προς πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένων της για το ως άνω χρονικό διάστηµα είναι της τάξεως των 11.106,00 ευρώ και 8.806,00 ευρώ, αντιστοίχως, ήτοι ασήµαντων σε σχέση με το ποσό των 538.533,00 ευρώ, που συνολικώς κινήθηκε σε αυτόν κατά το ίδιο διάστηµα.

Η ενάγουσα εστιάζει επιπλέον στην ύπαρξη µεθόδευσης εκ µέρους της εναγοµένης για την απόδειξη της άγνοιάς της περί των ενεργειών του συζύγου της και δη στην εκ µέρους της επιδίωξη έκδοσης διαζυγίου, καθώς και στην προβολή του ισχυρισμού της περί ύπαρξης διάστασης ήδη από το τέλος του 2008, που σηµατοδοτήθηκε µε την αποχώρησή της από τη συζυγική κατοικία στο …..

και την εγκατάστασή της πλέον στο .... , όπως εξάλλου, έγινε δεκτό και µε την µε αριθµό …./7.8.2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….. µε την οποία ελύθη ο γάµος τους, ωστόσο, το γεγονός της µεταγενέστερης ήτοι τον Απρίλιο του 2011 κατάθεσης της αίτησής της διαζυγίου εναντίον του συζύγου της, ήτοι µετά την διενέργεια ελέγχου την 16.2.2011 στο κατάστημα ....

και την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον τους την 28.3.2011, δεν αναιρεί το γεγονός ότι παρά την ύπαρξη κλονισµού της έγγαµης συµβίωσής τους και την απομάκρυνσή τους, εξακολουθούσαν να διατηρούν επαφές ώστε να υπάρχει ένα υγιές περιβάλλον για τα τέκνα τους, ιδίως για τον δεύτερο υιό τους, ο οποίος το 2009 συμμετείχε στις πανελλαδικές εξετάσεις, εωσότου η αποκάλυψη της αξιόποινης συμπεριφοράς του Κ.Κ.

στον επαγγελματικό, αλλά και κοινωνικό περίγυρο της ιδίας και των γεννηθέντων το έτος 1989 και 1991 τέκνων τους είχε τέτοια επίδραση και αντίκτυπο, που οδήγησε ευθύς αµέσως στην λήψη της απόφασής της για την έκδοση του ως άνω διαζυγίου. Στο πλαίσιο άλλωστε των ως άνω σχέσεων και επικοινωνίας µεταξύ των σε διάσταση ευρισκοµένων συζύγων δικαιολογείται πλήρως το γεγονός ότι ο σύζυγος της εναγοµένης λόγω των γνώσεών του και της θέσης του, της µεσολάβησής του για τη λήψη των δανείων και της ιδιότητάς του σε αυτά ως εγγυητή, εξακολουθούσε να διαχειρίζεται τον κοινό τους λογαριασμό, ως γνώστης των θεμάτων αυτών, όπως ακριβώς και κατά το παρελθόν, λαμβάνοντας ο ίδιος τις ενημερωτικές καταστάσεις κίνησης που απέστελνε η ενάγουσα στη διεύθυνση της κοινής κατά το παρελθόν κατοικίας τους στο …. .

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη και τα τέκνα της ιδίας και του Κ. Κ. δεν διαβίωναν σε συνθήκες ιδιαίτερου πλούτου, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι δεν απολάμβαναν µία άνετη οικονομική ζωή, η οποία δικαιολογούνταν από την επαγγελματική κατάσταση και τα νόµιµα εισοδήματα των γονέων τους και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται γνώση της εναγοµένης για µη σύννομες ενέργειες του συζύγου της στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός του.

Άλλωστε, η τυχόν γνώση, συµµετοχή και αποδοχή της εναγοµένης των προϊόντων των εγκληµατικών ενεργειών του συζύγου της δεν συνάδει µε την απόφασή της για λήψη δανείου για την διαµόρφωση της ξενοδοχειακής µονάδας των δέκα δωματίων και δεκαεπτά κλινών και την εξαιτίας µη επάρκειας του ποσού του πρώτου δανείου απόφασή της για λήψη και δεύτερου για την ολοκλήρωσή της, µε επακόλουθο την γένεση της υποχρέωσης αποπληρωμής τους, το ύψος των οποίων τον Φεβρουάριο του 2015, λόγω και της δυσµενούς οικονοµικής πλέον κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει, ανερχόταν ήδη στο ποσό των 357.744,57 ευρώ.

Επομένως, µε βάση τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς εκτιμώντας τις αποδείξεις απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιµη καθ' ότι δεν προέκυψε η εκ µέρους της εναγοµένης τέλεση αδικοπραξίας µέσω της αποδοχής και απόκρυψης των υπεξαιρεθέντων από τον σύζυγό της ποσών, σε βάρος της ενάγουσας και ως εκ τούτου διορθώνοντας και συμπληρώνοντας την αιτιολογία της απόφασής του, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κρίνοντας όμοια, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 926 ΑΚ και ειδικότερα ως προς την αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού σχετικά με τη συμμετοχή της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης στην υπεξαίρεση που διέπραξε ο σύζυγός της (εδώ μη διάδικος) σε βάρος της αναιρεσείουσας, τη γνώση της για την προέλευση των παράνομων οικονομικών ωφελημάτων που ο σύζυγός της αποκόμισε από την εκτεθείσα στην προσβαλλομένη απόφαση αδικοπρακτική συμπεριφορά του και την εκ μέρους της αποδοχή, των παράνομων αυτών ωφελημάτων, μέσω της κατάθεσής τους στον άνω κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε με το σύζυγό της.

Την κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δικαιολογούσαν οι παραδοχές, ότι, α) ο αναφερόμενος κοινός λογαριασμός των άνω συζύγων, στον οποίο κατά το χρονικό διάστημα από 5.5.2008 έως 24.9.2010, διοχετεύτηκε από το σύζυγο της αναιρεσίβλητης, μέρος των υπεξαιρεθέντων χρημάτων, ύψους 528.533 ευρώ, ανοίχθηκε σε κατάστημα της αναιρεσείουσας, με αίτηση του συζύγου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος έθεσε και την υπογραφή αυτής, για την εξυπηρέτηση των άνω δύο, από 27-2-20008 και 10-7-2008 δανειακών συμβάσεων, ύψους 250.000 ευρώ και 121.080,73 ευρώ, αντίστοιχα, τα ποσά των οποίων εκταμιεύτηκαν μέσω του λογαριασμού αυτού από την αναιρεσίβλητη, δανειολήπτρια, κατά τη διάρκεια ανακατασκευής της ξενοδοχειακής µονάδας, η οποία έλαβε το ειδικό σήμα από τον ΕΟΤ, στις 16-12-2008, β) η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της, από το τέλος του έτους 2008 βρίσκονταν σε διάσταση, που σηµατοδοτήθηκε µε την αποχώρησή της από τη συζυγική κατοικία στο ...

και την εγκατάστασή της πλέον στο ... , ενώ ο γάμος τους λύθηκε με τη με αριθμό …/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... , γ) ο έλεγχος και η διαχείριση του άνω λογαριασμού, γίνονταν κυρίως από το σύζυγό της αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε στην κατοχή του το τραπεζικό βιβλιάριο, καθώς και κάρτα αναλήψεων και ο οποίος λάμβανε τις σχετικές ενημερώσεις, στη συζυγική κατοικία τους στο ... , όπου μετά τη διάσταση διέμενε αυτός, δ) μέρος των υπεξαιρεθέντων από το σύζυγό της χρημάτων, πιστωνόταν στον άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό, σε τυχαία χρονικά σηµεία και το χαρακτηριστικό αυτών, ήταν ότι δεν παρέμεναν αρκετό χρονικό διάστηµα στον λογαριασμό αυτό, καθ' ότι ο συνδικαιούχος σύζυγος της εναγοµένης τα αναλάμβανε οιαδήποτε στιγµή χρειαζόταν αυτά για να καλύψει τις ιδιοποιήσεις των χρημάτων τρίτων στις οποίες ήδη είχε προβεί και οι δικαιούχοι των οποίων απαιτούσαν αιφνιδίως τα χρήματά τους ή µέρος αυτών, ε) οι καταχωρηθείσες στον κοινό λογαριασμό συναλλαγές που σχετίζονται με την επαγγελματική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης, αφορούσαν καταθέσεις πελατών της, της τάξης των 11.106 ευρώ και αναλήψεις για την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών, ύψους 8.806 ευρώ, ασήμαντων σε σχέση με το υπεξαιρεθέν ποσό των 538.533 ευρώ, το προερχόμενο από την υπεξαίρεση του συζύγου της και στ) το ύψος της οφειλής της από τα πιο πάνω δάνεια, τον Φεβρουάριο του 2015, λόγω και της δυσµενούς οικονοµικής πλέον κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, ανερχόταν ήδη στο ποσό των 357.744,57 ευρώ.

Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης και ο σχετικός αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο για ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς, α) δεν διαλαμβάνει παραδοχές για το ποιος πλήρωνε τα άνω δάνεια, που λήφθηκαν για την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και για το ποιος μεριμνούσε για την πληρωμή των δόσεων των δανείων αυτών, β) δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο η αναιρεσίβλητη δεν τελούσε σε γνώση των υπερβολικών καταθέσεων ποσών στον κοινό λογαριασμό, που προέρχονταν από την υπεξαίρεση του συζύγου της και γ) δεν αιτιολογεί το λόγο διαχείρησης του κοινού λογαριασμού από το σύζυγό της, ενώ βρίσκονταν σε διάσταση, είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα, που θεωρεί ως αληθινά η αναιρεσείουσα.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).

Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το από αυτή νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν, με αριθμό …./2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου …..

Θ.Γ.Μ., με συμβαλλόμενη, μεταξύ άλλων, την εναγομένη, από το οποίο προέκυπτε ότι σε ανύποπτο χρόνο, τέλη του έτους 2010, η εναγομένη δήλωσε στο συμβολαιογράφο ότι κατοικεί στο .... , επί της οδού …. 7-9, ήτοι σε διεύθυνση που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης κατοικούσε μόνος ο σύζυγός της. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από την εκτίμηση, ''όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το άνω φερόμενο ως αγνοηθέν, αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι από το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση είναι απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 17-10-2022 αίτηση και τον από 3-1-2024 πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της με αριθμό …/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ... .

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ