Legislator Case Law & Legislation
372/2025 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal against court order, remanding case for recalculation of interest on debt.

Case Number 372/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the bank's appeal against a first-instance judgment that partially annulled a payment order. The lower court incorrectly rejected the bank's claim for contractual penalty interest, which the Supreme Court found was clearly calculable from the payment order documents. Consequently, the case was remanded for retrial with a different judge to properly assess the interest claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court erroneously rejects a claim for contractual penalty interest that is demonstrably calculable from the payment order, remanding the case for a retrial with a different judge.

Keywords

AI generated
contractual penalty interest payment order annulment appeal admissibility remand for retrial judicial error correction calculation of interest bank debt recovery

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 372 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 372/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "….." και το διακριτικό τίτλο "…..”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "…..", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ. του Θ., 2) Α. Γ. του Μ., κατοίκων ….., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …../2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 ως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά , αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 3587Δ και 3588Δ/17.7.2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο …. Ε.Κ. προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση από την επισπεύδουσα αυτή αναιρεσείουσα.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σα να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην των αναιρεσιβλήτων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν ..../2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …., το οποίο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε εν μέρει την διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης στους αναιρεσίβλητους έλαβε χώρα στις 12.10.2018 (βλ. τις υπ' αριθμόν 006622Γ/12.10.2018 και 00623Γ/12.10.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο ... Ε. Κ.), ενώ από το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 966/5.11.2018 Πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου …. προκύπτει ότι δεν είχε ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης μέχρι 4.11.2018, οπότε και εξέπνευσε η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980 "περί αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων", όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 12 παρ. 5β του ν. 2601/1998 που ισχύει από 15-4-1998 (άρθρο 20 αυτού), η Νομισματική Επιτροπή (ΝΕ) με αποφάσεις της δύναται να επιτρέπει τον εκτοκισμό των οφειλόμενων τόκων στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση στη ΝΕ, υπό τον έλεγχο και τη ρυθμιστική εξουσία της οποίας είχε τεθεί το όλο πλέγμα των τραπεζικών επιτοκίων, να επιτρέπει με αποφάσεις της τον ανατοκισμό των τόκων που οφείλονται στα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό.

Με βάση τη νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η απόφαση 289/20-10-1980 της ΝΕ, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τεύχος Α' 269/27-11-1980) και είχε ισχύ νόμου, με την οποία η Ν.Ε. αποφάσισε ότι "ο εκτοκισμός των οφειλομένων εις τας Τραπέζας και τους λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς εν καθυστερήσει τόκων δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού περιορισμού".

Με την απόφαση αυτή, η οποία ίσχυσε από τις 8-12-1980 έως τις 15-4-1998, θεσπίστηκε, προκειμένου περί των τραπεζικών συναλλαγών, εξαίρεση ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ, 110 και 111 παρ. 2 Εισ ΝΑΚ, για τον ανατοκισμό των οφειλόμενων τόκων. Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή παρασχέθηκε στις Τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια, στο πλαίσιο του επιτρεπτικού κανόνα δικαίου που θέτει η ανωτέρω διάταξη, να εκτοκίζουν, ήτοι, κατά τον χρησιμοποιούμενο αυτόν οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεώς τους χωρίς τους "περιορισμούς" των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του Εισαγωγικού του νόμου.

Για τον κατά την εξαίρεση όμως αυτή ανατοκισμό απαιτείται ρητή συμφωνία από τα μέρη και δεν αρκεί μονομερής δήλωση από την Τράπεζα (ΟλΑΠ 8 και 9/1998). Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι επί αλληλόχρεου, κατά το άρθρο 112 παρ. 1 ΕισΝΑΚ, λογαριασμού, όταν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού των τόκων υπερημερίας και μετά το κλείσιμο αυτού, οι τόκοι αυτοί ανατοκίζονται κατά τους όρους της συμφωνίας, ανεξάρτητα από το αν για την οφειλή του καταλοίπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος, όπως είναι η διαταγή πληρωμής ( άρθρο 631 ΚΠολΔ), διότι το κατάλοιπο, που αποτελεί απαίτηση της τράπεζας, δεν χάνει με την έκδοση της απόφασης ή του τίτλου το χαρακτήρα της τραπεζικής απαίτησης, αφού ο προαναφερόμενος εξουσιοδοτικός νόμος και η παραπάνω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής προβλέπουν τον εκτοκισμό των οφειλόμενων στις Τράπεζες τόκων εφόσον τούτο είχε συμφωνηθεί, χωρίς να κάνουν καμία διάκριση μεταξύ ενεργού συμβάσεως και συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού που για οποιοδήποτε λόγο έληξε ή να εξαιρούν τον εκτοκισμό όταν έχει εκδοθεί για την οφειλή δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος (ΑΠ 579/2006, ΑΠ 938/2002, ΑΠ 1782/2001).

Τέλος, με την υπ' αριθ. 2393/1996 ΠΔ/ΤΕ, η οποία εκδόθηκε για τον διοικητικό καθορισμό του επιτοκίου υπερημερίας που θα εφαρμόζουν τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα σε ποσοστό 2,5% ετησίως πέραν του συμβατικού επιτοκίου της ενήμερης οφειλής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής.

Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1305/2009). Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού.

Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος (ανοικτού) αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 872/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων ή να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνο τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.

Ειδικότερα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται, προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν.

Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 349/2013, ΑΠ 1825/2012).

Ενόψει αυτών, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα (ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1202/2018).

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχος προς εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 5/2020, ΟλΑΠ 7/2006).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η απαίτηση να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής, εάν δε οι ενστάσεις δεν είναι ορισμένες, η ανακοπή απορρίπτεται λόγω ακυρότητας του δικογράφου της (ΑΠ 662/2010).

Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον έχουν δικονομικό χαρακτήρα (ΑΠ 1503/2008). Κατά συνέπεια, αν το δικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας δεν ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προβληθείσα διαταγή πληρωμής, μολονότι κατά την έκδοση της εμφιλοχώρησαν παραβάσεις δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούν κατά νόμο την ακύρωσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 196/2020).

Ο λόγος δε αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως και ο αντίστοιχος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, δεν θεμελιώνεται στην περίπτωση παραβάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1689/2013, ΑΠ 1503/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο .... εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 626 παρ. 2, 627 εδ.

γ', 630 στοιχ. γ', δ', 631 ΚΠολΔ δεχόμενο εσφαλμένα ότι στην ένδικη διαταγή πληρωμής δεν αναφέρεται το επιτόκιο υπερημερίας με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο υπολογισμός των τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού. Ο αναιρετικός αυτός λόγος που φέρεται με το αναιρετήριο ως λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για λόγο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, και περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις των άρθρων 626 παρ. 2, 627 εδ.

γ', 630 στοιχ. γ', δ', 631 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής και το περιεχόμενο αυτής, είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ....

παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1083/1980, της 289/1980 Απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και της 2393/1996 ΠΔ/ΤΕ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι στην ένδικη διαταγή πληρωμής δεν αναφέρεται το επιτόκιο υπερημερίας με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο υπολογισμός των τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο …. ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το μέρος που διατάσσονται να καταβάλουν τόκους υπερημερίας διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν ποιο ήταν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο το οποίο αποτελεί τη βάση υπολογισμού του επιτοκίου των τόκων υπερημερίας και το οποίο είχε συμφωνηθεί κυμαινόμενο. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος στηριζόμενος στο άρθρο 916 ΚΠολΔ αλλά και ουσία βάσιμος διότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης ορίζεται ότι υποχρεούνται οι ανακόπτοντες να καταβάλουν στην καθ' ης το ποσό των 2.687,38 ευρώ έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 31.8.2011 και το ποσό των 13.593,70 ευρώ έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την 19.10.2013. Επομένως, δεν προκύπτει το επιτόκιο υπερημερίας από τον εκτελεστό τίτλο αλλά ούτε και από το νόμο και έτσι καθιστά αδύνατο τον υπολογισμό των τόκων επί του επιδικαζόμενου ποσού με την προσβαλλομένη.

Συνεπώς ως προς την καταδίκη σε καταβολή τόκων είναι ακυρωτέα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της ανακοπής κι έτσι το διατασσόμενο με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής οφείλεται άτοκο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε εν μέρει την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής ως προς το επιδικαζόμενο κεφάλαιο των 16.281,08 ευρώ είναι καταβλητέο ατόκως.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 1083/1980, της 289/1980 Απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και της 2393/1996 ΠΔ/ΤΕ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι με την επίδικη διαταγή πληρωμής οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι διατάχθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 16.281,08 ευρώ εντόκως και δη α) ποσό 2.687,38 ευρώ εντόκως από 31.8.2011 με το συμβατικό επιτόκιο και από 18.10.2013 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης και β) ποσό 13.593,70 ευρώ εντόκως από 19.10.2013 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

Το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων δεν αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, ωστόσο μπορούσε ευχερώς να εξαχθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση τα περιεχόμενα στην αίτηση στοιχεία και τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής απαιτούμενα έγγραφα. Έτσι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν προέκυπτε από τη διαταγή πληρωμής, ούτε από το νόμο το επιτόκιο υπερημερίας και ως εκ τούτου ήταν ανέφικτος ο υπολογισμός των τόκων επί του επιδικαζόμενου ποσού και έκρινε ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας Τράπεζας δεν ήταν εκκαθαρισμένη και ακύρωσε εν μέρει την διαταγή πληρωμής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν .../2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …. .

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου της αναιρέσεως στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ