Supreme Court dismisses appeal due to non-appearance of defendants and inadmissible arguments regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment. The defendants failed to appear at the hearing, and the court ruled that the appeal arguments regarding evidence evaluation were inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 226, paragraph 4, items b and c; Article 74, paragraph 2 of Law 4690/2020; Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear at the hearing without legal justification, the court examines the legality of their summons and may declare the hearing inadmissible; arguments challenging the appellate court's free evaluation of evidence are inadmissible if they do not constitute a procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 371 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 371/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου- Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Πιτσίνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Μ. του Ι. και 2)Α. συζ. Γ. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6-4-2017 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 31-7-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 593/2016).
Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ` αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ` αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 4965 Α`/30-10-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών με έδρα στο Πρωτοδικείο Πατρών Α.
Γ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 206/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 24/3/2020, οπότε η υπόθεση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της προέδρου του Β2 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, ως αντίκλητο αυτών Ευστάθιο Τζεφριό (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ΑΠ 1/2020, ΑΠ 247/2020).
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, ΑΠ 151/2021).
Στο άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται από την 1.1.2016 (άρθρο 1 / άρθρα τρίτο, τέταρτο, ένατο ν. 43352015) ορίζεται ότι επί υποθέσεως που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ (προηγουμένως άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ), εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο, ειδικότερα της αναιρέσεως, από την 1.1.2016, δεν υποχρεούται για να είναι παραδεκτή η αναίρεση να καταθέσει παράβολο (ΑΠ445/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση, την 6.9.2019, ως άνω της ένδικης αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα κατέθεσε το 2948920495911050020/ 6.9.2019 παράβολο ποσού: 450 ευρώ και είδος παραβόλου: e - ΠΑΡΑΒΟΛΟ [άρθρα 35 παρ.2, 45 ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α. 24/22.12.2016)]. Εν τούτοις, για την ένδικη διαφορά των άρθρων 677 - 681 ΚΠολΔ (και ήδη άρθρο 614 παρ.3 στοιχείο (α) ΚΠολΔ], η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να καταθέσει παράβολο. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο αυτό, ποσού (450) ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αναιρέσεως (ΑΕΔ 3/2014).
Με την από 31.7.2019 και αριθ. κατάθ. 43/6.9.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 206/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε την 8.7.2020, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 29.3.2018 και αριθ. κατάθ. 140/30.3.2018 έφεσης της εναγομένης με εκκαλούμενη την υπ` αριθ. 57/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α.87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν.4335/2015, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 621, 622, 422, 421, 591 ΚΠολΔ],εκτός των άλλων, επί της από 10.2.2016 αρ.κατ.145/10.2.2016 αγωγής των εναγόντων (εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων) Γ. Μ. και Α. Μ. κατά της εναγομένης (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή 8τριών συνολικά λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 10.2.2016 και αριθ. κατάθ. 145/10.2.2016 αγωγή, ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι με άτυπες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθησαν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, την 1.7.2014 και 9.9.2014 αντίστοιχα, προσελήφθησαν από την τελευταία για να εργασθούν, ο μεν 1ος στο εργοστάσιο ζωοτροφών της στο ...
και στο υποκατάστημά της στο ... η δε 2η στο τελευταίο υποκατάστημά της. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε να εργάζονται έξι ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Σάββατο και από 08.00 έως 16.00, ενώ ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός ανερχόταν στο ποσό των 1.000 ευρώ για τον 1ο ενάγοντα και 586 ευρώ για την 2η ενάγουσα. Ωστόσο, κατά το χρόνο που απασχολήθηκαν, μέχρι και τη λύση των συμβάσεών τους στις 11.8.2015, αμφότεροι εργάσθηκαν επί 12 ώρες ημερησίως και 72 ώρες ανά εβδομάδα.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής: α) τα ποσά των 7.270 ευρώ και 6.446 ευρώ για μη καταβληθείσες αποδοχές, β) τα ποσά των 3.052 ευρώ και 1.485,44 ευρώ, ως αμοιβή τους για υπερεργασία, γ) τα ποσά των 13.737,60 ευρώ και 6.684,48 ευρώ, ως αμοιβή τους για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δ) τα ποσά των 1.700 ευρώ και 827 ευρώ, που αφορούν αναλογίες επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2014, Πάσχα 2015 και Χριστουγέννων 2015 και ε) τα ποσά των 2.420 ευρώ και 808,68 ευρώ για μη καταβληθείσες αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας 2015.
Επιπλέον, των ανωτέρω ποσών ο 1ος ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 2.333 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης που δεν του καταβλήθηκε. Επικουρικά, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ. αρ. 57/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κύρια βάση της από την σύμβαση εργασίας επιδικάζοντας στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.125,29 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών από 1.9.2014 έως 11.8.2015, υπερεργασία, αποδοχές και επίδομα άδειας, δώρο εορτών Χριστουγέννων των ετών 2014, 2015 και Πάσχα του έτους 2015, στη δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 9.498,49 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 9.9.2014 έως 11.8.2015, υπερεργασία, αποδοχές και επίδομα άδειας, αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2014, 2015 και Πάσχα του έτους 2015 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής.
Επίσης η ως άνω πρωτόδικη απόφαση απέρριψε κατ` ουσία την συνεκδικασθείσα από 6.7.2017 με αρ. κατ.813/2017 αγωγή του Γ. Μ. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", χωρίς να ασκηθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης απόφασης έφεση. Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 29.3.2018 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αρ. 206/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Η προσβαλλόμενη δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία, επικυρώνοντας την υπ` αρ.57/2018 πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί, όπως προαναφέρθηκε, εν μέρει κατ' ουσία την κύρια βάση της από 10.2.2016 και αριθ. κατάθ. 145/10.2.2016 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς την οποία είχε μεταβιβασθεί με την έφεση η υπόθεση στο Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του προέβη στην προαναφερθείσα απορριπτική της εφέσεως της αναιρεσείουσας κρίση του, δεχόμενο ως προς τις κρίσιμες παραδοχές, που αφορούν τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, τα εξής: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, που εδρεύει στα ..., δραστηριοποιείται στη μεταποίηση και εμπορία ζωοτροφών και φυραμάτων, διατηρεί δε υποκατάστημα στο ...
Δυνάμει άτυπης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, που συνήφθη μεταξύ αυτής και του 1ου ενάγοντος την 1.9.2014, προσελήφθη από αυτήν ο τελευταίος προκειμένου να εργασθεί στο ως άνω υποκατάστημά της με την ιδιότητα του φορτοεκφορτωτή και οδηγού. Το γεγονός ότι η αναγγελία πρόσληψής του στις αρμόδιες υπηρεσίες πραγματοποιήθηκε από την εναγομένη στις 24-9.2014, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση, καθώς αποδείχθηκε ότι ο χώρος όπου λειτούργησε το υποκατάστημα της εναγομένης στο …., μισθώθηκε από την τελευταία την 1.9.2014 και ο ενάγων, από την παραπάνω ημερομηνία, παρείχε εργασίες διαμόρφωσης στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο του υποκαταστήματος.......
Η εργασία του 1ου ενάγοντος συμφωνήθηκε εξαήμερη ανά εβδομάδα, από Δευτέρα έως Σάββατο και με οκτάωρο ημερησίως, από τις 09.00 έως τις 17.00, ο δε μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως....Επίσης, αποδείχθηκε ότι με προφορική σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, που συνήφθη στις 9-9.2014 μεταξύ της εναγομένης και της 2 ης ενάγουσας, προσελήφθη και αυτή για να εργασθεί στο ίδιο με τον σύζυγό της (1ο ενάγοντα) υποκατάστημα ως εργάτρια γενικών καθηκόντων, ήτοι για να φορτώνει και να εκφορτώνει εμπορεύματα, να πωλεί τα εμπορεύματα κλπ.
Η εργασία της είχε συμφωνηθεί επίσης εξαήμερη ανά εβδομάδα, από Δευτέρα έως Σάββατο και με οκτάωρο ημερησίως, από τις 09.00 έως τις 17.00, ο δε μισθός της συμφωνήθηκε στο ποσό των 586 ευρώ μηνιαίως........ Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι και οι δυο ενάγοντες είχαν προσληφθεί στην επιχείρηση της εναγομένης στο ...
και απασχολήθηκαν σ' αυτή μέχρι και τις 11.8.2015, οπότε και καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας τους από την τελευταία. Γι'αυτό και την αμέσως επόμενη ημέρα, στις 12.8.2015, αμφότεροι οι ενάγοντες έκαναν καταγγελία στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (βλ. τις υπ' αριθ. 1812, 1818/12.8.2015 αιτήσεις τους για διενέργεια εργατικής διαφοράς στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας/Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Αχαΐας).
Με βάση τον μηνιαίο μισθό που είχε συμφωνηθεί για τον 1ο ενάγοντα, η εναγομένη του όφειλε για τακτικές αποδοχές και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2014 έως 11.8.2015, το συνολικό ποσό των 11.440 ευρώ (11 μήνες X 1.000 ευρώ + 11/25 X 1.000 ευρώ). Λαμβανομένων υπόψη των προσκομισθέντων αποδείξεων πληρωμής της εναγομένης προς αυτόν, του έχει καταβληθεί για την ανωτέρω το συνολικό ποσό των 8.660 ευρώ και, επομένως, η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 2.780 ευρώ, ενώ δεν του έχουν καταβληθεί οι αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας, αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2014, επίδομα Πάσχα 2015 και αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015.
Περαιτέρω, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν 48 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι 8 ώρες επιπλέον του νόμιμου ωαρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως, δηλαδή παρείχε υπερεργασία, η εναγομένη του οφείλει πρόσθετη αμοιβή για την υπερεργασία αυτή. Επομένως, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αντίθετων ισχυρισμών της εναγομένης (περί αμοιβής του ενάγοντος μη μηνιαίο μισθό 750 ευρώ ή με ημερομίσθιο 30 ευρώ), η τελευταία του οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 8.125,29 ευρώ, για τον υπολογισμό του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος έφεσης, ώστε να μεταβιβάζεται το κεφάλαιο αυτό της απόφασης στο Δικαστήριο αυτό.
Ως προς την 2 η ενάγουσα, αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι δεν της έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό από την εναγομένη, επομένως δικαιούται για το χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, ήτοι από 9-9.2014 έως 11.8.2015, το σύνολο των τακτικών αποδοχών της, πλέον πρόσθετης αμοιβής για υπερεργασία 8 ωρών εβδομαδιαίως, αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας, αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων 2014, επιδόματος Πάσχα 2015 και αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων 2015, που σύμφωνα με την εκκαλουμένη υπολογίσθηκε στο συνολικό ποσό των 9.498,49 ευρώ, για το ύψος του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος έφεσης, ώστε να μεταβιβάζεται και αυτό το κεφάλαιο της απόφασης στο Δικαστήριο αυτό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η εναγομένη πρέπει να καταβάλει στον μεν 1ο ενάγοντα το ποσό των 8.125,29 ευρώ, στη δε 2η ενάγουσα το ποσό των 9.498,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση της εκκαλούσας είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1112/2021,ΑΠ 849/2007).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 649 651, 653 ΑΚ. Ειδικότερα παραπονείται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε, αν και δεν αποδείχθηκε:1) ότι ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ανερχόταν στο ποσό των 1.000 ευρώ και ότι αυτός εργαζόταν 48 ώρες την εβδομάδα απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της που επανέφερε με τους λόγους έφεσής της περί αμοιβής του ενάγοντος με μηνιαίο μισθό 750 ευρώ και εργασίας του 40 ώρες την εβδομάδα και τελικά επιδίκασε σε αυτόν το συνολικό ποσό των 8.125,29 ευρώ ως εργατικές αξιώσεις για τις αναφερόμενες αιτίες και 2) ότι η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της, που επανέφερε με λόγο έφεσή, της περί μη σύναψης οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο με αυτήν (β ενάγουσα) και τελικά επιδίκασε σε αυτήν το συνολικό ποσό των 9.498,49 ευρώ ως εργατικές αξιώσεις για τις αναφερόμενες αιτίες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλομΑΠ 22/2005, ΟλομΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, ΑΠ 1462/2019, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991 Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016) έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008) ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 76/2022,ΑΠ14/2022, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007), αλλά ούτε και οι αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Α.Π. 1058/1998 Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014, Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 232/2009, Α.Π. 147/2008). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ' αυτούς, ερμηνεία διατάξεων του νόμου (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 576/2018, Α.Π. 1090/2014 Α.Π. 2264/2014, Α.Π. 69/2013, Α.Π. 1492/2011). Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.
Για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 1199/2018 Α.Π. 555/2019, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 605/2015 Α.Π. 354/2011, Α.Π. 993/2007, Α.Π. 1419/2005).
Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αρ.8 εδ.β άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της και δεν απάντησε ξεχωριστά σε καθένα από τους λόγους έφεσής της , τους οποίους απέρριψε συλλήβδην, κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ με την έννοια της μη πρόσβασης στο Δικαστήριο, αφού ο διοικούμενος δεν λαμβάνει απάντηση επί νομίμου προσφυγής του στην εγχώρια Δικαιοσύνη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους λόγους έφεσής της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμους (ΑΠ 2111/2017). Πέραν των ανωτέρω δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιους ουσιώδεις ισχυρισμούς ("πράγματα") η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με τους λόγους έφεσής της , τους οποίους αν η προσβαλλόμενη είχε λάβει υπόψη της θα δεχόταν κατ` ουσία την έφεση της και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της αγωγής των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων θα κατέληγε σε απόρριψη αυτής (αγωγής), ενώ από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε σχέση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προβάλλει με τους λόγους έφεσης αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς που δεν αποτελούν "πράγμα" και συνεπώς είναι και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη επίσης η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αφενός ψευδή αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα), αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις - έγγραφα) που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα - εναγομένη, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένο αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά το δεύτερο μέρος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος διότι τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος ( 834/2022, ΑΠ 609/2007). Οι ένορκες όμως βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 184/2011).
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν, όμως, όταν η ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά όταν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2021, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 600/2016).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αρ.11γ άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την νόμιμα επικληθείσα και προσκομισθείσα από αυτήν από 27.4.2016 κατάθεση του μάρτυρα H. B. καθώς και την νόμιμα επικληθείσα και προσκομισθείσα υπ` αρ. 2253/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Θ.
Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού της ότι η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ουδέποτε συνδεόταν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο λόγος αυτός ως προς την από 27.4.2016 κατάθεση του μάρτυρα H. B. είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ενώπιον ποίου δόθηκε η παραπάνω κατάθεση και με ποιες προϋποθέσεις για να κριθεί η συνδρομή ή μη της νομιμότητας αυτής ως μαρτυρικής κατάθεσης και περαιτέρω η ανάγκη ειδικής μνείας αυτής στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατά τα λοιπά στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ως προς τα αποδειχθέντα γεγονότα "από την επανεκτίμηση των εγγράφων, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και υπ` αρ.8762/10.5.2017 ένορκη βεβαίωση της Γ.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Αποστολοπούλου, της υπ`αρ. 27343/6.12.2018 ένορκης βεβαίωσης των Κ. Μ. και Ε. Δ., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Αμπαζή ,κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ την υπ` αριθ. 11496Γ`/13.12.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π.
Α.), της αριθ. 2253/5.12.2018 ένορκης βεβαίωσης του Α. Θ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πατρών, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων (βλ. τις υπ αριθ. 4853E', 4854E'/29.11.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Δ. Α.), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:.......".
Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την υπ` αρ.2253/5.12.2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος (ανταπόδειξης) Α. Θ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πατρών κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιo ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τη συγκεκριμένη κατάθεση του ως άνω μάρτυρος, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς το ζήτημα της απασχόλησης της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, στο υποκατάστημα της τελευταίας στο ...
πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις της αναιρεσείουσας) την αποδεικτική της δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, είναι αβάσιμος.
Επισημαίνεται ότι, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του παραπάνω μάρτυρος ανταποδείξεως, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ενόψει όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσβλήτων, δεν επιδικάζονται, αφού αυτοί δεν παραστάθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.7.2019 αίτηση για αναίρεση της 206/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου από τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2022.
H ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ