Legislator Case Law & Legislation
61/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on interest rate calculation and procedural absence of defendants.

Case Number 61/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Eurobank's appeal against the First Instance Court of Lamia regarding interest rate calculations. The bank argued that the court incorrectly calculated interest frequency and failed to include a specific defendant who did not appear. The court ruled the appeal inadmissible due to the defendant's absence and the first part of the appeal as superfluous because the underlying debt claim was already invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 226 of the Code of Civil Procedure: If a defendant fails to appear, the court examines ex officio who expedited the hearing; if the absent party expedited it, the case proceeds as if all parties were present, and appeals based on procedural defects due to absence are inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure interest rate calculation inadmissible appeal procedural absence superfluous appeal ex officio examination invalid debt claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 737/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 61 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 61/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Μ. του Κ., 3) Ι. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2007 του Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 10/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 737/2017). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 801/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 4-3-2008 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η συζήτηση της αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 18-9-2017.

Τη συζήτηση της αναίρεσης επέσπευσε η αναιρεσείουσα, η οποία επέδωσε στους αντιδίκους της αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη για τον ορισμό δικασίμου και κλήση για να παρασταθούν στο δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η επίδοση στους αναιρεσίβλητους προκύπτει από τις .../13.12.2016, ...'/13.12.2016 και .../13-12-2016, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Π.

Ζ.. Κατά τη δικάσιμο εκείνη αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ο Γραμματέας του Δικαστηρίου μετέφερε την υπόθεση στο πινάκιο της νέας δικασίμου που ορίστηκε και στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατ' αυτήν.

Συνεπώς, δεν χρειαζόταν νέα κλήση των αναιρεσίβλητων για εμφάνισή τους στη δίκη, αφού η αναγραφή στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την παρούσα δικάσιμο. Ενόψει, όμως, του ότι δεν παραστάθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 36/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), η οποία ύστερα από παραδοχή της έφεσης που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 1/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη με αυτήν 94/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα κατάρτισε με την πρώτη ανακόπτουσα Ο.Ε.

με την επωνυμία "... Ο.Ε." την .../13.11.2000 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και την πιστή τήρηση και ολοκληρωτική εξόφληση του λογαριασμού αυτού εγγυήθηκαν οι λοιποί ανακόπτοντες. Μετά το κλείσιμο του λογαριασμού και τη γνωστοποίηση του καταλοίπου στην πιστούχο και τους εγγυητές, λόγω μη καταβολής της οφειλής, εκδόθηκε η 94/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθ' ης, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 17383,16 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, προσκομίστηκαν δε στον εκδόσαντα τη διαταγή πληρωμής δικαστή, αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής, για την απόδειξη της απαίτησής της.

Από το συνδυασμό των συμβάσεων με τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων που τέθηκαν υπόψη του άνω Δικαστή προκύπτει ότι στον όρο 1) της επίδικης συμβάσεως περιέχεται η επιβάρυνση της πιστούχου με την εισφορά του ν. 128/75. Πέραν της ευθείας αντίθεσης στο νόμο ως προς την επιβολή της εισφοράς, από το κείμενο της σύμβασης πίστωσης δεν προκύπτει αιτία επιδόσεως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και μάλιστα στη συγκεκριμένη σύμβαση δεν υφίσταται καν ειδική συμφωνία ως προς τη μετακύλιση του σχετικού ποσού αφού δεν υπάρχει ξεχωριστή αναγραφή στη σχετική σύμβαση ως προς αυτό.

Ως αντάλλαγμα της πιστώσεως συμφωνείται μόνο η καταβολή κεφαλαίου και τόκου πλέον προμήθειας, όπως προκύπτει από τον ίδιο συμβατικό όρο, χωρίς καμία αιτιολογία ως προς τη μετακύλιση της εισφοράς. Από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστή για την απόδειξη της απαιτήσεως από τη σύμβαση πίστωσης, προκύπτει ότι η καθής κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/75 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως και αυτό γινόταν σε τριμηνιαία χρονική συχνότητα και ανατόκιζε τα ποσά της (αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/75 στο νέο δε προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς).

Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων και προκύπτει ευθέως τόσο από το αντίγραφο λογαριασμού αλλά και από τον άνω όρο της σύμβασης. Το γεγονός ότι οι λογαριασμοί εξυπηρέτησης της σύμβασης επιβαρύνθηκαν με την εισφορά του ν. 128/75, προκύπτει και από τα έγγραφα που προσκόμισε η καθής ενώπιον του Δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Λιβαδειάς στην από 26.11.2000 αίτησή της προς έκδοση διαταγής πληρωμής.

Ειδικότερα, στις 29.12.2000 η Τράπεζα είχε χρεώσει στον επίδικο λογαριασμό με 4333 ευρώ για εισφορά του ν. 128/75, την 30.3.2001 με έξοδα διαχ. Φακέλου, ποσού 30000 δρχ., την 24.6.2001 με έξοδα αναν, Φακέλου 20000 δρχ. και εισφορά του ν. 128/75 15499 δρχ., την 28.9.2001 έξοδα φακέλου 20000 δρχ., και την 28.12.2001 εισφ. του ν. 128/75, 17000 δρχ. Από τα ίδια έγγραφα προκύπτει ότι η καθής δεν χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό με ΕΦΤΕ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες.

Τελευταία χρέωση με ΕΦΤΕ ποσού 3553 δρχ. έγινε στις 29.12.2000, χρόνος κατά τον οποίο αυτή ήταν επιτρεπτή. Επομένως, ως προς το ποσό της απαίτησης των 17386,16 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής Τράπεζας που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν. 128/75 και του ανατοκισμού αυτών.

Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθής δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών αφενός λόγω του είδους της εγγραφής αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθής".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε βάσιμο το σχετικό της ανακοπής των αναιρεσίβλητων κατά της διαταγής πληρωμής ότι δεν αποδεικνύεται από έγγραφο και συγκεκριμένα από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας τράπεζας το ακριβές ποσό της οφειλής και ως προς τα δύο σκέλη του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει το λόγο αυτό ως αόριστο, δικάζοντας δε επί της ανακοπής δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας, που προσκομίστηκαν στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, το ποσό της απαίτησης, για το οποίο αυτή εκδόθηκε, και τούτο λόγω αφενός μεν της ακυρότητας των συμπεριλαμβανόμενων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975, κρίνοντας ότι η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη είναι αντίθετη στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, καθώς και ότι δεν υφίσταται συμφωνία των συμβληθέντων για τη μετακύλιση του σχετικού ποσού της εισφοράς στον τελευταίο, αφετέρου λόγω παράνομου εκτοκισμού και ανατοκισμού αυτών των ποσών και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την αιτιολογία της ακυρότητας της μετακύλισης της εισφοράς του ν. 128/1975 στη δανειολήπτρια πρώτη εφεσίβλητη, διατεινόμενη ότι από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του νόμου αυτού δεν απαγορεύεται η μετακύλιση της εισφοράς αυτής με συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και του δανειολήπτη στον τελευταίο και ότι με τον όρο 1 της .../2000 της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό υπήρξε συμφωνία μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς στον τελευταίο.

Πλην, όμως, ούτε με τον ίδιο λόγο ούτε με άλλο λόγο αναίρεσης, προσβάλλεται η αιτιολογία ότι το ποσό της απαίτησης για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν αποδεικνύεται, από τα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας που προσκομίστηκαν για την έκδοσή της, λόγω του παράνομου ανατοκισμού του ποσού της εισφοράς, αφού από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επί μέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στο λογαριασμό του ποσού της εισφοράς στα ποσά των τόκων.

Έτσι, όμως, με την αναίρεση πλήττεται μόνο η μία αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τις δύο, οι οποίες αυτοτελώς στηρίζουν το σχετικό πόρισμά της ότι δεν προκύπτει η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενη απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και ως εκ τούτο απαράδεκτος.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναφορά στο δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 σε τριμηνιαία συχνότητα ενώ από τα αντίγραφα κίνησης του λογαριασμού αποδεικνύεται ότι ο εκτοκισμός έγινε με εξαμηνιαία συχνότητα, δεν πλήττει την ως άνω αιτιολογία, αφού η βάση της είναι το παράνομο του εκτοκισμού και ανατοκισμού της εισφοράς και όχι το εάν γινόταν σε τριμηνιαία ή εξαμηνιαία συχνότητα.

Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο, από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 366/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτού, με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό του αληθούς περιεχόμενο, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε πράγματα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην .../200 ένδικη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ειδικότερα ενώ στον όρο 1 αυτής αναφέρεται ότι "το επιτόκιον καθορίζεται εις ΔΕΚΑ ΕΞΙ επί τοις εκατόν (16%) και η προμήθεια εις .....

επί τοις εκατόν (...%) ετησίως από σήμερον πλέον των κατά νόμων εισφορών (π.χ. Ν. 128/75, εισφορά υπέρ Ελληνικού Δημοσίου σε δάνεια βάσει Α.Ν.Ε. 197/78 κλπ" και συνεπώς συμφωνήθηκε η επιβάρυνση του επιτοκίου της ένδικης πίστωσης με την εισφορά του ν. 128/1975, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε συμφωνία για μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 στην πιστούχο.

Με το δεύτερο, δε, μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λανθασμένα δέχεται ότι από τα αντίγραφα της κίνησης του λογαριασμού της πίστωσης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 σε τριμηνιαία χρονική συχνότητα, ενώ από τα αντίγραφα της κίνησης λογαριασμού αποδεικνύεται ότι ο εκτοκισμός έγινε με εξαμηνιαία χρονική συχνότητα, δεχθείσα, έτσι, πραγματικά περιστατικά εντελώς διαφορετικά από αυτά που περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο των αντιγράφων κίνησης του λογαριασμού.

Ο λόγος αυτός της αίτησης, ως προς το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής. Τούτο διότι, προσβάλλεται με την πλημμέλεια αυτή η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι δεν προκύπτει η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής, επειδή περιέχει την άκυρη μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ενώ δεν πλήττεται η σωρευόμενη αιτιολογία μη απόδειξης της απαίτησης λόγω του παράνομου ανατοκισμού, η οποία από μόνη της στηρίζει το διατακτικό αυτής και δεν πλήττεται, επίσης, επιτυχώς, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος τούτο, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ανέγνωσε ορθά την ως άνω επίδικη σύμβαση πίστωσης και ειδικότερα τον όρο 1 αυτής και παρέθεσε ορθά το περιεχόμενό του ότι περιέχεται επιβάρυνση της πιστούχου με την εισφορά του ν. 128/1975, κατέληξε δε σε διαφορετικό από το θεωρούμενο από την αναιρεσείουσα ορθό πόρισμα, καθόσον έκρινε ότι η μετακύλιση της εισφοράς αυτής είναι αντίθετη προς το νόμο και απαίτησε ως στοιχείο της μετακύλισης της εισφοράς στην πιστούχο ειδική συμφωνία περί αυτής, με ξεχωριστή αναγραφή στη σχετική σύμβαση και αιτιολογία για τη μετακύλιση.

Ως προς το δεύτερο δε μέρος του, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα που αφορά, ούτε εκτίθεται στο δικόγραφο το ακριβές και αληθές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αλλά και επειδή προσβάλλεται η περί τα πράγματα εκτίμηση του περιεχομένου των αντιγράφων της κίνησης λογαριασμού, αποδίδοντας ότι λανθασμένα δέχεται ότι αποδεικνύεται ο τριμηνιαίος εκτοκισμός και όχι διαγνωστικό λάθος του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 4-3-2008 αίτηση για αναίρεση της 36/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν, αφού οι αναιρεσίβλητοι που νίκησαν δεν παραστάθηκαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2008 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 36/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ