Legislator Case Law & Legislation
370/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding contradictory supplementary grounds in inheritance suit.

Case Number 370/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her inheritance claim. The lower court found the appellant's contradictory arguments regarding the will's invalidity and the testator's intent mutually exclusive, ruling they could not coexist within a single supplementary ground. Consequently, the court held that the procedural defect did not warrant annulment because the grounds were supplementary rather than concurrent, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1; ΚΠολΔικ 577 παρ. 3; ΚΠολΔικ 218 παρ. 1; ΚΠολΔικ 559 παρ. 8, 14: Contradictory supplementary grounds in a civil suit do not constitute a defect requiring annulment under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
contradictory grounds supplementary basis inheritance suit cassation appeal procedural defect mutually exclusive claims Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔικ 552
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558.
ΚΠολΔικ 553
ΚΠολΔικ 556
ΚΠολΔικ 558
ΚΠολΔικ 564
ΚΠολΔικ 566 παρ. 1
ΚΠολΔικ 577 παρ. 3
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
ΚΠολΔικ 178
ΚΠολΔικ 218 παρ. 1
ΚΠολΔικ 559 παρ. 8
ΚΠολΔικ 559 παρ. 14
ΚΠολΔικ 495 παρ. 4
ΚΠολΔικ 176
ΚΠολΔικ 183
ΚΠολΔικ 191 παρ. 2

Cited Case Law

AI generated
4164/2001
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4164/2001του ίδιου Δικαστηρίου και 3186/2003 του Εφετείου Αθηνών.
3186/2003
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4164/2001του ίδιου Δικαστηρίου και 3186/2003 του Εφετείου Αθηνών.
265/2007
Supreme Court dismisses appeal due to failure to prove timely service of summons to the appellant.
740/2010
Supreme Court allows appeal against deathbed will invalidation due to violation of good morals, remanding for retrial.
161/2014
Appeal discussion dismissed due to respondent's absence and failure to prove proper service of summons.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 370 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 370/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Σ. Γ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Μαρίας Σιούγγαρη Γιακουμή και Μελετίου Φικιώρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Α. του Α. και 2)Ε. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Στυλιανού Ξηρουχάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-1990 αγωγή της αρχικής αναιρεσίβλητης Α. χας Α. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4164/2001του ίδιου Δικαστηρίου και 3186/2003 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2005 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 265/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη.

Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2008 κλήση της.

Εκδόθηκε η 740/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση

Εκδόθηκε η 161/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεση, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 161/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων , μετά από την αναίρεση της προηγούμενης 3186/2003 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την 740/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 4164/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία [απόφαση] έγινε δεκτή κατά ένα μέρος αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η από 27-7-1983 ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Χ., επειδή αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Κατά το άρθρο 178 ΑΚ, "δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κριτήριο τον προσδιορισμό των χρηστών ηθών, που είναι έννοια αξιολογική, υποκείμενη σε μεταβολές, που απηχούν όχι υποκειμενικές περί ηθικής αντιλήψεις, είναι το συναίσθημα, που έχει για την ηθική, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, ο κατά γενική αντίληψη χρηστός, σώφρων και υγιώς σκεπτόμενος κοινωνικός άνθρωπος.

Εξάλλου, για την κρίση ως προς την αντίθεση διάταξης τελευταίας βούλησης προς τα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διάταξης, τα αίτια, που κίνησαν το διαθέτη, ο σκοπός, τον οποίο αυτός επιδιώκει και γενικώς το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών, που συνοδεύουν τη διάταξη.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 2, 1712 ΑΚ προκύπτει ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και στο χώρο του κληρονομικού δικαίου την αρχή της ελευθερίας της βούλησης, έκφραση της οποίας συνιστά το δικαίωμα του προσώπου να ρυθμίζει, κατά τη βούληση του, την τύχη της περιουσίας του, για το χρόνο μετά το θάνατο του, με τους περιορισμούς φυσικά των διατάξεων της νόμιμης μοίρας και το φραγμό της διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ.

Με βάση τις αρχές αυτές, η εγκατάσταση με διαθήκη προσώπου, με το οποίο ο διαθέτης διατηρούσε εξώγαμες ερωτικές σχέσεις, δεν ενέχει καθ’ εαυτή περιεχόμενο αντικείμενο στα χρηστά ήθη, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η τελευταία διάταξη, από τον τρόπο με τον οποίο έγινε και τις περιστάσεις που τη συνοδεύουν, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης έναντι προσώπων της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, που καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, όπως είναι τα παιδιά του ή οι αδελφοί του.

Έτσι εγκατάσταση ως κληρονόμου προσώπου, με το οποίο ο διαθέτης διατηρεί παράνομο ερωτικό δεσμό, κατά τρόπο προκλητικό έναντι των γενικώς αποδεκτών ηθικών αξιών, κατά παράλειψη εξ αδιαθέτου κληρονόμων, αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, όταν γίνεται ως ανταμοιβή για τις ερωτικές σχέσεις, που υπήρχαν, είτε για τη διατήρηση τους είτε για την επανάληψη τους.

Δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (η διαθήκη) και συνεπώς δεν είναι άκυρη, όταν έγινε για λόγους, που δεν είναι ηθικώς επιλήψιμοι, έστω και αν συντρέχει εξώγαμη ερωτική σχέση (ΑΠ Ολ 821/1977 ΝοΒ 26,669, ΑΠ 296/2015, ΑΠ 981/2006). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ολΑΠ 9/2013 ολΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

«Στις 16-3-1990 απεβίωσε στην Αθήνα ο Α. Χ. του Κ., ηλικίας 68 ετών, άγαμος και άτεκνος, κάτοικος, όσο ζούσε, Αθηνών. Ο ανωτέρω με την από 27-7-1983 ιδιόγραφη διαθήκη του (όμοιου περιεχομένου με παλαιότερη, από 21-7-1979, ιδιόγραφη διαθήκη), που δημοσιεύτηκε με τα 1718/11-5-1990 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κύρια με την 615/11-5-1990 απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του, σε όλη την ακίνητη και κινητή κληρονομιαία περιουσία του, την (νυν εναγομένη) Β.

Ν.. Η τελευταία με την ...-11-1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ. - Κ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, αποδέχθηκε ρητά την πιο πάνω κληρονομιά. Ο θανών, γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας των Αθηνών, παρουσίασε σε νεαρή ηλικία (μεταξύ του 16ου και του 17ου έτους της ηλικίας του) βαρύτατη ψυχική νόσο, δηλαδή "βαρειά αγχώδη ιδεοληπτική ψυχονεύρωση με πλήθος ευσυνείδητων φόβων και ιδεοληψιών, κατάθλιψη και άλλες λίαν έντονες ψυχασθενικές διαταραχές και έντονα ψυχασθενικά φαινόμενα".

Εξαιτίας της χρόνιας και ανίατης πιο πάνω ψυχικής του νόσου, ο ίδιος, αν και στρατεύσιμης κλάσεως 1940, δεν υπηρέτησε ποτέ τη στρατιωτική του θητεία, καθώς με το από 15-4-1945 απολυτήριο του "Κέντρου Κατάταξης Αθηνών" απολύθηκε προσωρινά (και εν συνεχεία οριστικά) από τις τάξεις του στρατού με την αιτιολογία ότι πάσχει, "εκ χρονίσασας αγχώδους νευρώσεως μετά ιδεοληπτικών φαινομένων".

Η χρόνια και ανίατη αυτή ψυχική νόσος του διαθέτη, η οποία βεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα ιατρικές βεβαιώσεις νευρολόγων - ψυχίατρων ιατρών, όπως του Γ. Λ., καθώς και των Διευθυντών της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, επέφερε σ’ αυτόν ψυχωσικές διαταραχές και αγχώδεις ιδεοληπτικές ψυχονευρώσεις, χαρακτηριζόμενες από τους παραπάνω ως "επίμονοι, χρονίσασες και ανίατοι", όπως λ.χ.

χρόνια φοβία, κλειστοφοβία, κατάθλιψη, άγχος, υπερκινητικότητα κ.λ.π., που καθιστούσαν τον ίδιο ανίκανο για εργασία και ανίκανο απομάκρυνσης από την οικία του "πέραν μικράς εκ ταύτης αποστάσεως". Παρά όμως την παραπάνω πάθησή του, ο θανών πέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με τη βοήθεια της κατά τρία έτη μεγαλύτερης αδελφής του, διπλωματούχου τότε της Γαλλικής Σχολής, Α.

Χ. (αρχικώς ενάγουσας). Περάτωσε τις σπουδές του και, αφού και έλαβε την άδεια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, άρχισε να εργάζεται ως βοηθός δικηγόρου σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία και να αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση, έστω, απλών υποθέσεων, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο μάρτυρας αποδείξεως Χ. Χ. (μικρανιψιός του θανόντος, γιος πρώτης εξαδέλφης του).

Σύμφωνα και με τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως, που δεν προσβλήθηκαν με αυτοτελή έφεση ή αντέφεση από την τότε ενάγουσα, η πάθησή του αυτή δεν εξελίχθηκε σε ψύχωση, με την έννοια της αδυναμίας λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής του (στέρησης της χρήσης του λογικού του). Υποβαλλόταν, πάντως, συνεχώς σε ψυχιατρική θεραπεία από νευρολόγους ψυχιάτρους ιατρούς όπως λ.χ.

τον Γ. Κ. Λ., Ν. Α., τον Α. Κ., καθώς και στη δέουσα φαρμακευτική αγωγή με τα ενδεικνυόμενα για τη νοσηρή κατάσταση της υγείας του ψυχοφάρμακα. Ο ίδιος και η (αρχικώς) ενάγουσα, αδελφή του, ήταν κατ’ ισομοιρίαν συνιδιοκτήτες μιας παλιάς διώροφης αρχοντικής οικίας στο ... (οδός ...). Με βάση το ...22-2-1973 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Γ., ο θανών και ο σύζυγος της ενάγουσας αδελφής του, Α. Α., με την ιδιότητά του διαχειριστή του συνιδιοκτήτου προικώου ακινήτου της τελευταίας, ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό Ν. Γ. την ανέγερση στο συνιδιόκτητο ακίνητο του πρώτου και της συζύγου του δευτέρου πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ακολούθως, με βάση την ...3 1-5-1973 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με την οποία η εν λόγω πολυώροφη οικοδομή υπήχθη στις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. και του ν. 3741/1929 "περί της σύστασης σ’ αυτήν οριζόντιας ιδιοκτησίας", περιήλθαν ως αντιπαροχή στον μεν Α.

Χ. οι Α-1 και Α-2 αυτοτελείς διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες -διαμερίσματα - του πρώτου ορόφου, εμβαδού 67,20 τ.μ. και 47,50 τετραγωνικών μέτρων, αντίστοιχα, στη δε ενάγουσα και το σύζυγό της Α. Α., κατά τις τότε ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1412 παρ. 2 και 1414 του Α.Κ., (δηλαδή κατά την ψιλή κυριότητα στην πρώτη και κατά τη διοίκηση και επικαρπία στον δεύτερο), οι ...

αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, δηλαδή, μια αποθήκη του υπόγειου ορόφου, ένα διαμέρισμα του ισόγειου ορόφου και ένα, επίσης, διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 22/50 τ.μ, 47.50 τμ και 47,50 τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα. Ο Α. Χ. έλαβε επίσης από τον εργολήπτη, έναντι της αντιπαροχής, το πρόσθετο ποσό των δρχ. 200.000 σε μετρητά.

Όπως δηλαδή αποδεικνύεται η ενάγουσα, έχοντας ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης για τον πάσχοντα αδελφό της και προτιθέμενη να τον βοηθήσει, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της, επέλεξε να λάβει αντιπαροχή μικρότερης αξίας απ’ εκείνη του αδελφού της. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο Α. Χ., μεταξύ των ετών 1968-1969, γνωρίστηκε με την εναγομένη, φοιτήτρια τότε της Ιατρικής Σχολής και σύναψε μαζί της ερωτικό δεσμό, ο οποίος διήρκεσε επί πολλά έτη.

Η ύπαρξη ερωτικής μεταξύ τους σχέσεως, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη περί "πατρικής" μεταξύ τους σχέσεως, είναι αναμφισβήτητη και αποδεικνύεται πρωτίστως από το περιεχόμενο των επιστολών, που απέστελλε η ίδια η εναγομένη στον Α. Χ. (βλέπε ενδεικτικά τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους καθ’ ων η κλήσης:

α) η από 30-3-1969 επιστολή, όπου μεταξύ άλλων γράφει "Αγαπημένε μου Α., με πολλήν αγάπην σε φιλώ ... Η σκέψις μου ευρίσκεται διαρκώς κοντά σου", β) από 4-2- 1969 επιστολή, όπου γράφει "Αγαπημένε μου και μοναδικέ μου Α. ... το πιο αξιαγάπητο πρόσωπο πια για μένα στον κόσμον", γ) από 20-7-1973 επιστολή, όπου γράφει "... μου, σου στέλνω πολλήν πολλήν αγάπην και φιλιά.....Με έχεις άραγε πονέσει καθόλου; ...

Σε αφήνω ... μου για απόψε. Όνειρα γλυκά, γλυκειά μου αγάπη..."). Ο ερωτικός αυτός δεσμός βέβαια, όπως καταθέτουν και οι μάρτυρες αποδείξεως, δεν αντιστοιχούσε σε έναν απολύτως φυσιολογικό ερωτικό δεσμό εκείνης της εποχής, λόγω της προαναφερόμενης ψυχικής νόσου του Α. Χ., αλλά και της ίδιας της συμπεριφοράς της εναγομένης, όπως κατωτέρω θα αναλυθεί.

Η τελευταία ήταν νεότερη του θανόντος κατά είκοσι δύο (22) ολόκληρα έτη και είχε μείνει πρόσφατα ορφανή από πατέρα, καταγόταν από το Άργος, με μάλλον πενιχρή οικονομική κατάσταση. Εξαρχής περιήλθε σε γνώση της η χρόνια και ανίατη ψυχασθένεια από την οποία έπασχε ο θανών, με την ένθερμη, ωστόσο, συμπαράσταση της οικογένειάς της, δηλαδή της μητέρας της και των τριών αδελφών της, συνέζησε με τον θανόντα, αρχικά μεν, κατά τη διάρκεια των εργασιών ανέγερσης της πολυκατοικίας της οδού ..., σε μισθωμένο διαμέρισμα των Εξαρχείων (στην οδό ...), στη συνέχεια δε, μετά την αποπεράτωση της πιο πάνω πολυκατοικίας, σε ένα από τα ιδιόκτητα σ’ αυτή διαμερίσματα του θανόντος.

Γεγονός είναι ότι ο Α. Χ., εξαιτίας της χρόνιας και ανίατης ψυχικής νόσου από την οποία έπασχε, δεν μπορούσε πάντοτε να προσδιορίζει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντιστέκεται στις επιθυμίες και απαιτήσεις της εναγομένης, προς το πρόσωπο της οποίας έτρεφε διαρκώς βαθιά αγάπη και αφοσίωση.

Έτσι μολονότι η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν ανθηρή, αφού η εκ μέρους του άσκηση της δικηγορίας μέχρι το έτος 1981, οπότε συνταξιοδοτήθηκε σε ηλικία μόλις 59 ετών, δεν του απέφερε αρκετά, εφεξής δε και μέχρι το χρόνο του θανάτου του (16-3- 1990), το μοναδικό εισόδημά του προερχόταν από τη μειωμένη σύνταξή του από το "Ταμείο Νομικών" και το μίσθωμα που εισέπραττε από το μισθωμένο δεύτερο ιδιόκτητο διαμέρισμά του, ενίσχυε συνεχώς την εναγομένη οικονομικά, προσφέροντας σ’ αυτή ό,τι ήθελε για την άνετη συμβίωσή της μαζί του, καθώς και τις σπουδές της, ενώ, παράλληλα, υπέβαλλε τον εαυτό του σε στερήσεις, αφού κυκλοφορούσε πάντα με τα πόδια, ήταν ρυπαρός και απεριποίητος, αδιαφορούσε δε πλήρως για την εμφάνιση και διατροφή του.

Το μήνα Ιούλιο του 1973 η εναγομένη μετέβη, με δαπάνες του ίδιου, στη Νίκαια της Γαλλίας, προκειμένου να ειδικευθεί στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας. Και ενώ η εναγομένη με επιστολές της του διηγούνταν για την άνετη διαμονή της στη Νίκαια της Γαλλίας, καθώς και τα ταξίδια της στα κοσμικά θέρετρα Κάννες και Μόντε Κάρλο (βλέπε την πιο πάνω από 20-7-1973 επιστολή), ο θανών με την από 5-7-1973 επιστολή του, της ζητούσε να περιορίσει τα έξοδά της.

Αλλά και κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών η εναγομένη εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται τον ιδιαίτερο ψυχισμό του Α. Χ., καθώς και τα αισθήματα της απεριόριστης πίστης, αφοσίωσης και αγάπης που έτρεφε προς αυτή, δίδοντας σ’ αυτόν ψεύτικες υποσχέσεις για μέλλοντα γάμο τους και δημιουργώντας στον ίδιο μεγάλη συναισθηματική σύγχυση και φόρτιση, πετυχαίνοντας έτσι τη συνεχή οικονομική του αφαίμαξη για την άνετη διαβίωσή της.

Τελικά, η εναγομένη μετέβη στη Ζυρίχη της Ελβετίας, το έτος 1982, για μεταπτυχιακές σπουδές, με δαπάνες του θανόντος, αφού ο ίδιος της απέστελλε έκτοτε συνεχώς, μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τα μηνιαία σπουδαστικά εμβάσματα (βλ. σχετ. τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους καθ’ ων έγγραφα, δηλαδή, το από 13-10-1982 αντίγραφο αίτησης χορήγησης συναλλάγματος για σπουδαστές στην αλλοδαπή προς την ΕΤΕ, καθώς και τις αποδείξεις είσπραξης και χορήγησης συναλλάγματος των μηνών Ιανουάριου έως και Οκτωβρίου 1983 και του μήνα Ιανουάριου 1984 της ΕΤΕ, αντίστοιχα).

Η εναγομένη, όμως, γνωρίστηκε στη Ζυρίχη με τον Σ. Γ., με τον οποίο, αφού προηγουμένως συνήψε ερωτικό δεσμό, τέλεσε και νόμιμο γάμο το έτος 1985, έκτοτε δε διαμένει μόνιμα στη Ζυρίχη. Η προς τον θανόντα αναγγελία του ερωτικού δεσμού της αγαπημένης του με τον Σ. Γ., ακολούθως δε του μυστηρίου του γάμου τους, εκ μέρους της, στις αρχές του έτους 1985, προφανώς απετέλεσε πλήγμα για αυτόν, ωστόσο δεν τον εξέπληξε, λόγω της πολυετούς απουσίας της εναγομένης στο εξωτερικό.

Διατηρούσε όμως, αρχικά, ο θανών την ελπίδα, ότι η εναγομένη, μετά το πέρας των μεταπτυχιακών της σπουδών, θα, επέστρεφε και πάλι κοντά του. Έτσι, με την ελπίδα της διατήρησης του ερωτικού τους δεσμού (βλέπε Νικόλαου Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, έκδ. 1985, σ. 275), αλλά και σε ένδειξη της απόλυτης αγάπης του προς την εναγομένη, συνέταξε, κατ’ απαίτησή της, στις 27-7-1983, την επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε την τελευταία, όπως ειδικότερα την αποκαλεί σ’ αυτή "πολυαγαπημένη μου", αποκλειστική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του, διαθήκη, την οποία μάλιστα παρέδωσε στα χέρια της χωρίς να την ανακαλέσει μέχρι το χρόνο του θανάτου του.

Ήταν τόση η εξάρτηση του από αυτήν, που όχι μόνο συνέταξε και παρέδωσε την εν λόγω διαθήκη, όπου της κατέλιπε όλη την περιουσία του, αλλά και υπάκουσε στην παράκλησή της να συμπράξει στην έκδοση του "πιστοποιητικού αγαμίας" που χρειαζόταν για την τέλεση του γάμου της στο εξωτερικό με τον Σ. Γ. (βλέπε προσκομιζόμενο με επίκληση από εναγομένη ...-3-1985 "Πιστοποιητικό Αγαμίας" του Ιερού Ναού ...), και με την ελπίδα, όχι πλέον της επανασυμβίωσής τους, αλλά της διατήρησης στο μέλλον τακτικής μεταξύ τους επαφής.

Γεγονός επίσης είναι ότι η εναγομένη και μετά την τέλεση του παραπάνω γάμου της εξακολούθησε να ζητεί την οικονομική της ενίσχυση από τον θανόντα. Έτσι, με επιστολή της προς αυτόν, του ανακοίνωσε τον αριθμό του απόρρητου λογαριασμού της στην Ελβετία (με την ένδειξη "ο δικός σου"), καθώς και τον αριθμό του κοινού αυτής και του συζύγου της λογαριασμού (βλέπε προσκομιζόμενο με επίκληση από τους καθ’ ων πρόχειρο ιδιόγραφο σημείωμα της εναγομένης, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε), για να της καταθέτει ο ίδιος διάφορα χρηματικά ποσά.

Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, καθόλη τη δεκαπενταετή περίπου διάρκεια των ερωτικών της σχέσεων με τον θανόντα, εκμεταλλεύθηκε οικονομικά τον τελευταίο, επιτυγχάνοντας την καλύτερη, από οικονομική άποψη, διαβίωσή της. Η ίδια επίσης, αφού προηγουμένως εξασφάλισε τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών της σπουδών από τον θανόντα, καθώς και την κατάληψη σ’ αυτή, με δήλωση της τελευταίας βούλησής του, όλης της κινητής και ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας του, τον εγκατέλειψε οριστικά, αφού τέλεσε νόμιμο γάμο με το Σ.

Γ., από τον οποίο απέκτησε μάλιστα δύο τέκνα και εγκαταστάθηκε και εργάσθηκε εφεξής μόνιμα στη Ζυρίχη της Ελβετίας, μη επιδεικνύοντας, μετά την τέλεση του παραπάνω γάμου της και ειδικότερα μετά την αναγγελία στον θανόντα, των αριθμών των προαναφερομένων τραπεζικών της λογαριασμών, κανένα πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτόν.

Αντίθετα, όπως επίσης αποδείχθηκε, η κατάσταση της υγείας του θανόντος, μετά την κατά το έτος 1982 εγκατάσταση της εναγομένης στη Ζυρίχη και την ουσιαστική δηλαδή εγκατάλειψή του, άρχισε να επιδεινώνεται. Παρουσίαζε ο ίδιος έντονα συμπτώματα πλήρους απομόνωσης και ιδιώτευσης, καθώς και συμπτώματα πλήρους και ολοσχερούς κατάθλιψης, προβαίνοντας σε εκδηλώσεις σπασμωδικές, παροδικές, άβουλες και παράλογες.

Οι επισκέψεις του στους θεράποντες αυτόν νευροψυχιάτρους ήταν πολύ συχνότερες, απ’ όσες πραγματοποιούσε ο ίδιος στο παρελθόν και η λήψη ψυχοφαρμάκων ήταν πλέον καθημερινή και μόνιμη (βλ. σχετ. τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους καθ’ ων έγγραφα, δηλαδή, τις από 15-4- 1983 και 16-5-1983, αντίστοιχα συνταγογραφίες των νευρολόγων ψυχιάτρων ιατρών Σ.

Ε. Σ., Επιμελητή του Κρατικού Θεραπευτηρίου Ψυχικών Παθήσεων Αθηνών και Γ. Δ., καθώς και τα από 6- 6-1983, 13-7-1983 και 29-12-1983, αντίστοιχα, δελτία του συνταγολογίου του - θανόντος-του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, που φέρουν τις υπογραφές τόσο του πιο πάνω νευρολόγου-ψυχιάτρου Γ. Δ., όσο και του αρμόδιου από το Ταμείο Φαρμάκων του πιο πάνω Ταμείου συνταγογράφου ιατρού).

Παρά όμως τη συνεχή ιατρική παρακολούθηση του θανόντος, αλλά και τη δέουσα φαρμακευτική αγωγή, στην οποία υποβαλλόταν, η κατάσταση της υγείας του, όχι μόνο δεν παρουσίαζε καμιά βελτίωση, αλλά, αντίθετα, χειροτέρευε με ταχύ ρυθμό. Τελικά, η κατά το έτος 1985 τέλεση του γάμου της εναγομένης επέτεινε την επιδείνωση της υγείας του θανόντος, αφού έκτοτε εγκατέλειψε ολοσχερώς αυτός τον εαυτό του, μη δυνάμενος πλέον, έστω και στοιχειωδώς, να επιμεληθεί του τελευταίου, να σκεφθεί δε και να πράξει με λογικούς συνειρμούς και ο άρρωστος ψυχισμός του, δηλαδή η βαρύτατη αγχώδης, ιδεοληπτική ψυχονεύρωσή του με καταθλιπτικά και άλλα έντονα ψυχασθενικά φαινόμενα ήταν εμφανής σε οποιονδήποτε συγγενή, φίλο ή γνωστό που ερχόταν σε απλή επαφή ή επικοινωνία μαζί του.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η αρχικώς ενάγουσα, αδελφή του θανόντος από τα νεανικά της ακόμη χρόνια, αφότου δηλαδή εκδηλώθηκε στον τελευταίο η βαριά ψυχική του νόσος, συνεχώς του συμπαραστεκόταν με αγάπη, κατανόηση, ανθρωπιά και διακριτικότητα. Όπως προαναφέρθηκε, με τη συμπαράστασή της πέτυχε αυτός στις εισαγωγικές εξετάσεις της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και περάτωσε τις σπουδές του με επιτυχία, ενώ με τη συγκατάθεσή της έλαβε ο ίδιος από τη μητρική τους οικία αντιπαροχή μεγαλύτερης οικονομικής αξίας από τη δική της.

Η ίδια επίσης μεριμνούσε πάντα για τον αδελφό της, τον οποίο παρότρυνε να επισκέπτεται τους θεράποντες ιατρούς του και να ακολουθεί πιστά τη δέουσα φαρμακευτική αγωγής που αυτοί του υποδείκνυαν, ώστε να μην επιταθεί το πρόβλημα της ψυχικής παθήσεώς του. Οι άριστες σχέσεις της με τον αδελφό της δεν διαρρήχθησαν ποτέ, ενόσω αυτός ζούσε (βλ.

σχετ., μεταξύ άλλων αποδείξεων, και το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης με επίκληση από 15-6-1983 επιστολής της εναγομένης προς το θανόντα, όπου η πρώτη υποδεικνύει στο δεύτερο: "και αν θέλεις κάθε Πέμπτη πήγαινε στο Ίδρυμα με την Α. [ενάγουσα], θα της προσφέρει και αυτής κάτι ..."), φράση, που προφανώς δεν είχε λόγο να αναφέρει, αν οι σχέσεις των αδελφών δεν ήταν καλές, όπως κατέθεσε η μάρτυρας ανταποδείξεως (της εναγομένης) B.

S., χωρίς καμία αναφορά σε συγκεκριμένο περιστατικό (βλέπε κατάθεση της στην παραπάνω εισηγητική έκθεση "...για την αδελφή του δεν μιλούσε πολύ, αλλά μας έδινε την εντύπωση ότι δεν τα πήγαινε καλά ..."). Κατά τα τελευταία μάλιστα χρόνια της ζωής του και ειδικότερα από το έτος 1982, αφότου η εναγομένη εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη και εφεξής συνεχώς μέχρι και το χρόνο του θανάτου του, η ενάγουσα, όπως και τα τέκνα της Ν.

και Ε., φρόντιζαν συνεχώς τον θανόντα, αδελφό και θείο τους, αντίστοιχα, τον επισκέπτονταν σχεδόν καθημερινά, μεριμνούσαν για τη σίτιση και την καθαριότητα του και τον συνόδευαν στις επισκέψεις του στους θεράποντες ιατρούς του. Η αδελφή του μερίμνησε, τέλος, τόσο για την κηδεία του αδελφού της, όσο και για το σαρανταήμερο μνημόσυνο που τέλεσε στη μνήμη του.

Οι σχέσεις, επομένως, του διαθέτη με την αδελφή του ήταν αρμόνικες και αγαπημένες και δεν δικαιολογείται ότι αυτή δεν τιμήθηκε καθόλου στη διαθήκη, έστω και σε συμβολικό μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας (βλέπε ΕφΑΘ 7073/2008, προσκομιζόμενη), σε αντίθεση με την εναγομένη που, πέραν της εγκαταλείψεως του ενάγοντος για μια καλύτερη οικονομική και οικογενειακή ζωή στο εξωτερικό, δεν παραβρέθηκε ούτε καν στην κηδεία ή στο μνημόσυνό του, σε ένδειξη, έστω, στοιχειώδους τιμής στον άνθρωπο που τη συνέδραμε υλικά και την αγάπησε παθολογικά όλα αυτά τα χρόνια.

Η ίδια όμως, χωρίς καμιά καθυστέρηση, φρόντισε να εξασφαλίσει την περιέλευση σ’ αυτή της κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος, αφού παρέδωσε στην αδελφή της Σ. Τ. την ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου που είχε στα χέρια της και την εξουσιοδότησε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες δημοσίευσής της και κήρυξής της ως κύριας.

Με βάση τα ανωτέρω, αναμφισβήτητο είναι ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης, κατά περιορισμό του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας αδελφής του, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του την εναγομένη, με την οποία είχε μια μη φυσιολογική ερωτική σχέση (υπό την έννοια που προεκτέθηκε) για μακρό χρονικό διάστημα μέχρι το χρόνο σύνταξής της (27-7-1983), αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Τούτο δε, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο τρόπος καταλήψεως του συνόλου της περιουσίας του στην εναγομένη (και όλα τα συνοδευτικά πραγματικά περιστατικά) φανερώνει απόλυτη ψυχική και συναισθηματική εξάρτηση προς την εναγομένη (ΑΠ 1273/2011, ΝΟΜΟΣ), η οποία εκμεταλλεύθηκε τη σχέση τους προς ίδιο αποκλειστικό οικονομικό της όφελος για πολλά έτη.

Η εξάρτηση δε αυτή φτάνει σε σημείο που να φανερώνει εξουθενωτική ψυχική κατάπτωση του διαθέτη (ΑΠ Ολομ. 821/1977, ΝοΒ 1978, 669), πρόσωπο ψυχικά διαταραγμένο, υπό την έννοια που προεκτέθηκε. Η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά ενέχει, σύμφωνα με το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη προς την ενάγουσα αδελφή του, την εγγύτερη δηλαδή κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενή του, αφού, χωρίς καμία αφορμή (θετική ή αρνητική), ο ενάγων την απέκλεισε πλήρως από την κληρονομιά του (ΑΠ 1273/ 2011, ΝΟΜΟΣ).

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις μη πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης B. S., γνωστής απλώς του διαθέτη αλλά κυρίως της εναγομένης και Σ. Τ., αδελφής της εναγομένης, οι οποίες, προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση της τελευταίας, κατέφυγαν σε προφανείς αναλήθειες, όπως ότι η σχέση του διαθέτη με την εναγομένη ήταν "πιο πολύ σαν σχέση πατέρα με κόρη" ή ότι ο θανών "δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας ... (και) όσο καιρό τον γνώριζα είδα ότι δεν πήγαινε σε Νοσοκομεία και δεν έπαιρνε φάρμακα" (βλέπε κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης B.

S.) ή ότι "ο διαθέτης ήταν άνθρωπος με πλήρη διαύγεια ... σε όλο το διάστημα που τον γνώρισα έδειχνε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα, ήταν φυσιολογικός άνθρωπος" (βλέπε κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης, Σ. Τ.), περιστατικά όμως που αναιρούνται από τις προαναφερόμενες γνωματεύσεις και συνταγογραφήσεις, αλλά και απ’ αυτό ακόμα το (ιδιαίτερα δύσκολο, ιδίως για την εποχή του) γεγονός της απαλλαγής του από το στράτευμα.

Ούτε τέλος κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι τα χρήματα των μεταπτυχιακών της σπουδών είχε εξοικονομήσει ήδη η ίδια από εργασία της στην Ελλάδα. Και ναι μεν η μάρτυρας ανταπόδειξης, αδελφή της, κατέθεσε ενόρκως ότι η εναγομένη διατηρούσε δικό της λογαριασμό στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, τον οποίο διαχειριζόταν ο θανών, ως ειδικός πληρεξούσιός της και από τον οποίο "πρέπει αυτός να της έστελνε και χρήματα", δεν επικαλείται, όμως, η εναγομένη, αλλά ούτε και προσκομίζει κανένα σχετικό αποδεικτικό του πιο πάνω ισχυρισμού της στοιχείο (όπως λ.χ.

βιβλιάριο Τράπεζας ή του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ή άλλα περιστατικά καταθέσεων ή αποστολής συναλλάγματος έγγραφα)». Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση και αναγνωρίστηκε άκυρη η επίμαχη διαθήκη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο α) δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 180, 1710 , 1711, 1712 ΑΚ, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτή ορθά , δεχόμενο ότι ο τρόπος κατάληψης των κληρονομιαίων στοιχείων στην εναγομένη και τα εκτιθέμενα περιστατικά που τη συνοδεύουν, καταδεικνύουν απόλυτη ψυχική και συναισθηματική εξάρτηση του διαθέτη από την αναιρεσείουσα και σαφώς πλήρη ψυχική κατάπτωση αυτού και ότι οι κληροδοτικές αυτές διατάξεις συνιστούν εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης του διαθέτη προς το μοναδικό πρόσωπο της νόμιμης οικογενείας του, όπως είναι η αρχική ενάγουσα αδελφή του, την οποία εκείνος αγνόησε παντελώς στη διαθήκη του.

Οι λοιπές περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες , κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ και β) διέλαβε στην απόφασή του, σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αντίθεσης της διαθήκης προς τα χρηστά ήθη, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιπλέον δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους και συγκεκριμένα της εκμετάλλευσης της ανάγκης του διαθέτη και της ερωτικής εξάρτησής του από την αναιρεσείουσα , εν όψει της μεγάλης διαφοράς ηλικίας με αυτή και της κακής ψυχικής υγείας του, καθώς και του πειθαναγκασμού του διαθέτη προς κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης και έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμός 18 ΚΠολΔικ και όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση ως προς τα κριθέντα από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο της ίδιας δίκης νομικά ζητήματα, δικονομικής ή ουσιαστικής φύσης, όπως υποχρεούται από τη διάταξη του άρθρ. 580 § 4 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 562 § 1 του ίδιου Κώδικα , δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς τα ζητήματα αυτά τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι με το να δεχθεί τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα και να απορρίψει κατ’ ουσία την έφεσή της, μολονότι με την παραπεμπτική 740/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε, κατά παραδοχή λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η προηγούμενη 3186/2003 απόφαση του Εφετείου, που είχε δεχθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνη είχε δεχθεί δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, ενώ εξάλλου όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο όπως στην προηγούμενη σκέψη αναφέρεται εφάρμοσε, ήδη, ορθά και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ.

Από τα άρθρα 74, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 παρ. 1 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι τα πρόσωπα των διαδίκων πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο θετικό και ορισμένο και να συνάπτονται προς τα δικαιολογούντα την ιδιότητα αυτών, ως εναγόντων ή εναγομένων, πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι απαγορεύεται μόνο η διαζευκτική εναγωγή προσώπων, που επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, όχι, όμως, όταν αυτή αναφέρεται μόνο στη βάση ή το αίτημα της αγωγής, που μπορούν παραδεκτά να εναλλαχθούν επικουρικώς, διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται περί ανεπίτρεπτης άσκησης της αγωγής, ως επί εναλλαγής προσώπων, υπό εξωδιαδικαστική, αλλά υπό επιτρεπτή, όπως επί επικουρικής εναλλαγής βάσεων ή αγωγικών αιτημάτων, αίρεση, εφόσον περιέχεται στην αγωγή μια βάση χωρίς αίρεση [ΑΠ 1090/2010] Στην προκείμενη περίπτωση , όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής της αρχικώς ενάγουσας εναντίον της αναιρεσείουσας , η πρώτη εκθέτει ότι είναι άκυρη η από 27-7-1983 ιδιόγραφη διαθήκη του αδελφού της Α.

Χ., ο οποίος πέθανε στις 16-3-1990 κυρίως και πρωτίστως επειδή ο διαθέτης δεν είχε την χρήση του λογικού εξαιτίας ανίατης πνευματικής ασθένειας, επικουρικώς δε επειδή η διαθήκη αυτή αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητά της για το λόγο ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη ή άλλως, επικουρικώς, επειδή η ανωτέρω διαθήκη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που επανέφερε με πρόσθετο λόγο της έφεσής της ότι δηλαδή η αγωγή ως προς την ως άνω επικουρική της βάση «είναι μη νόμιμη λόγω της αοριστίας της συνισταμένης στην αντιφατικότητα του ιστορικού της εν λόγω βάσεως. Πράγματι ενώ αρχικώς ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη διότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη λόγω του ότι ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο άτομο με το οποίο διατηρούσε εξώγαμες σχέσεις , ακολούθως ισχυρίζεται ότι η διαθήκη είναι άκυρη διότι ο διαθέτης χωρίς να έχει συνείδηση των πραττομένων του, παραγκώνισε και έβλαψε εκείνην, παραλείποντας να την εγκαταστήσει κληρονόμον του.

Είναι προφανές ότι οι δυο προεκτεθέντες ισχυρισμοί της εφεσίβλητης , οι οποίοι συνθέτουν το ιστορικό της δεύτερης και επικουρικής βάσεως της αγωγής αλληλοαναιρούνται. Διότι αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο κατ’ ενσυνείδητη αντίθεση προς τα χρηστά ήθη , δεν είναι δυνατόν να μην είχε συνείδηση των πραττομένων του.

Αν αντιστρόφως δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του , αποκλείεται να θεωρηθεί ότι ενήργησε κατ’ αντίθεσιν προς τα χρηστά ήθη». Προκειμένου δε το Εφετείο να απορρίψει τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, δέχθηκε «απορριπτέος τυγχάνει και ο πρώτος πρόσθετος λόγος περί αοριστίας της επικουρικής βάσεως της αγωγής, που έγινε δεκτή, συνισταμένης (της αοριστίας) σε αντιφατικότητα μεταξύ αυτής και της κύριας βάσεως (έλλειψη συνειδήσεως των πραττόμενων).

Το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔικ, που απαγορεύει την ακυρότητα του δικογράφου, λόγω αντιφατικής σώρευσης αγωγών, έχει εφαρμογή, όταν στο ίδιο δικόγραφο ενώνονται παράλληλα περισσότερες αγωγές και όχι όταν μια από αυτές ασκείται επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση που ήθελε απορριφθεί η πρώτη (κύρια) βάση». Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, όπως με τον τρίτο λόγο αιτιάται η αναιρεσείουσα, αφού δέχθηκε ότι δεν πρόκειται για σώρευση δύο αγωγών , αλλά ότι πρόκειται για δύο βάσεις της αγωγής κύριας και επικουρικής.

Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι «παρέλειψε να κρίνει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την επικουρική βάση της αγωγής , παρότι συνέτρεχαν οι όροι για την κήρυξη της αοριστίας» είναι αόριστοι , γιατί δεν αναφέρεται σε τί συνίσταται η αοριστία της αγωγής.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-6-2015 αίτηση αναίρεσης της 161/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ