Legislator Case Law & Legislation
367/2025 AI generated

367/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 367/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

367/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
communication with defense counsel failure to state reasons lack of prosecutorial standing proper legal representation procedural violations compulsory appearance before an authority
AI generated
2664/2008
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
113/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
1627/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12-12-2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του Σταματίου Καταπόδη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 657/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9039/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1835/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
540/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31910/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1274/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2006 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 367 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 367/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δευτεροβάθμιου Κυνηγετικού Σωματείου με την επωνυμία "‘Δ. Κ. Ο. Σ. Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος του Σ. Ν. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Κυριάκο Κουτρούλη, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλουργιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... και ... διορθωτικής αυτής του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από ... αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από ... και με αριθμό εκθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από ... (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. ...

απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., όπως παραδεκτά διορθώθηκε με την υπ' αριθμ.... απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από ... (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αγωγή και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή κατ' ουσία η αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 1804/2022, 751/2020, 179/2016, 1249/2014).

Περαιτέρω, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου ... παρ. 1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του, εκάστοτε, χρησιμοποιουμένου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκομένου σκοπού (ΑΠ 541/2018, 1889/2017, 897/2012).

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 114/2019, 1173/2017, 244/2017, 769/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 58/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 317/2022, 380/2019, 114/2019).

Από την επισκόπηση της ένδικης από ... (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την ως άνω αγωγή, ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] ισχυρίστηκε ότι την ... προσλήφθηκε από το εναγόμενο [αναιρεσείον] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως ιδιωτικός φύλακας θήρας στην περιοχή του Δασαρχείου της ....

Ότι στις ... το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και ζήτησε να αναγνωριστεί α) η ακυρότητα της καταγγελίας, β) να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλλει τους αναφερόμενους σε αυτή μισθούς υπερημερίας καθώς και τις προσαυξήσεις επί των αμοιβών του για παρασχεθείσα εκ μέρους του εργασία για τις αναφερόμενες σε αυτή ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, για νυκτερινή εργασία και για υπερωριακή του απασχόληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο ...) με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά για τον προ της καταγγελίας χρόνο. Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος, το Μονομελές Εφετείο ...

εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη ... απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλλει τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " [....] Από της ενάρξεως της παροχής εργασίας (...) από μέρους εκκαλούντα, μέχρι και τις ... αυτός ασκούσε κανονικά τα καθήκοντά του, ενώ δεν προέκυψε, μέχρι τότε, ούτε να έχει ολιγωρήσει σχετικά, ούτε να έχει διατυπωθεί παράπονο σε βάρος του, είτε από μέρους της εργοδοσίας, είτε από πολίτες, είτε από άλλο αρμόδιο παράγοντα.

Σημειωτέον ότι και το εφεσίβλητο ΝΙΠΔ, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εξωτερικεύει ειδική (και στοχευμένη) μομφή κατ' αυτού. Στις ... έληξε η τακτική άδεια απουσίας του εκκαλούντα, κατά τον χρόνο διάρκειας της οποίας αυτός είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στην σπονδυλική του στήλη.

Επακολούθησε χορήγηση δίμηνης αναρρωτικής αδείας και έτσι, ο εκκαλών, επανήλθε στην υπηρεσία του στις ... ότε και ανέλαβε εκ νέου τα καθήκοντά του. Σημειωτέον ότι δεν προέκυψε τυχόν μετεγχειρητική αδυναμία του εκκαλούντα αναφορικά με την εκτέλεση των εξωτερικών του υπηρεσιών, ούτε άλλωστε το εφεσίβλητο ΝΙΠΔ επικαλέστηκε ποτέ σχετική αδυναμία.

Με την υπ' αριθμ. ... έγγραφη ατομική πρόσκληση, νόμιμα υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, (ήτοι μετά την παρέλευση περίπου ενός μηνός από της επανόδου στην εργασία του) κλήθηκε ο εκκαλών να εμφανιστεί στις ... ενώπιον του επταμελούς Δ.Σ. της εφεσίβλητης. Ως μόνη αιτιολογία της κλητεύσεως αυτής αναγράφεται, στο ανωτέρω έγγραφο (επί λέξει), η φράση "...

να δώσετε εξηγήσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων σας ως θηροφύλακας και για ό,τι περαιτέρω σας ζητηθεί να απαντήσετε σχετικά με την εργασία σας ...". Ήτοι στην προεχόντως αόριστα διατυπωμένη έγγραφη αυτή κλήτευση προς εμφάνιση δεν περιέχεται ειδική και συγκεκριμένη μομφή σε βάρος του εκκαλούντα και δη ικανή για ανάληψη τυχόν υποχρεώσεώς του προς παροχή εξηγήσεων (ή και απολογίας του).

Η επισήμανση αυτή βέβαια λαμβάνει χώρα καθόσον, το παρόν Δικαστήριο κρίνει, ότι μία τέτοιου είδους ευκαιριακή πρόσκληση θα ήταν δυνατόν να λάβει χώρα και ανεπίσημα, ήτοι μόνο με τηλεφωνική πρόσκληση (χωρίς το ένδυμα της επισήμου - εγγράφου προσκλήσεως). Σε κάθε περίπτωση όμως, πράγματι στις ..., εμφανίστηκε ο εκκαλών (ασυνόδευτος) ενώπιον του 7μελούς ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ και εκεί φέρεται να απάντησε άλλως να τοποθετήθηκε επί όλων των θεμάτων ή έστω ζητημάτων που (φέρονται να) του εκτέθηκαν, απτόμενα των αρμοδιοτήτων του.

Σημειωτέον ότι εν προκειμένω λαμβάνει χώρα η φρασεολογία "φέρεται", "φέρονται", καθώς και "απτόμενα των αρμοδιοτήτων του" (που ανάγεται στην αποκλειστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου), καθόσον ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν (στο Δικαστήριο), καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε έλαβε χώρα έστω και ρηματική διατύπωση (με τις εκατέρωθεν έγγραφες προτάσεις) των θεμάτων επί των οποίων, κατά τα παραπάνω, κλήθηκε να τοποθετηθεί ο εκκαλών.

Ειδικότερα, δεν προέκυψε αν, κατά την διάρκεια της ανωτέρω διαδικασίας, τηρήθηκαν (έγγραφα ή φωνοληπτικά) πρακτικά. Σημειωτέον ότι ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου, ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προσκομίζονται τέτοια πρακτικά, αλλά ούτε οι διάδικοι επικαλέστηκαν ποτέ αντίστοιχη τήρηση πρακτικών.

Συνεπώς, δεν αποδείχτηκαν, ούτε με άλλο τρόπο τέθηκαν υπόψιν του παρόντος Δικαστηρίου: (α) οι τυχόν υποβληθείσες ερωτήσεις ή παρατηρήσεις προς τον εκκαλούντα, από μέρους του ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, (β) οι τυχόν εξωτερικευθείσες μομφές σε βάρος του, (γ) οι τυχόν απαντήσεις ή τοποθετήσεις του εκκαλούντα (έναντι των τυχόν ερωτήσεων ή παρατηρήσεων ή μομφών), (δ) τα τυχόν υπηρεσιακά ή άλλου είδους θέματα, που ομοίως τυχόν είχαν ανακύψει από τυχόν υπαιτιότητα του εκκαλούντα, έναντι των οποίων μόνο αυτός θα ήταν δυνατόν να τοποθετηθεί, ενώ τέλος, (ε) δεν προέκυψε, αν κατά την διάρκεια της ανωτέρω διαδικασίας, έλαβε χώρα χρήση τυχόν προηγηθείσης έγγραφης καταγγελίας είτε σε βάρος του εκκαλούντα, είτε σε βάρος του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, είτε σε βάρος άλλου παράγοντα εμπίπτοντος στην δικαιοδοσία του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ.

Πέραν των παραπάνω επισημάνσεων, περαιτέρω και κατά το κείμενο του, αυθημερόν συνταχθέντος, υπ' αριθμ. ... αποσπάσματος (νομότυπα υπογεγραμμένου, πλην όμως μόνο αυτό προσκομιζόμενου) πρακτικού του Δ.Σ. της εφεσίβλητης, όπου αναγράφεται (επί λέξει) "... εμφανίστηκε (ενώπιον 7 παρόντων μελών του Δ.Σ.) ... ο Α. Σ. ...

για να δώσει εξηγήσεις επί θεμάτων που άπτονται της εκτέλεσης των καθηκόντων του ... εκτέθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν στην κλήση και απολογία και συγκεκριμένα το μειωμένο κατασταλτικό έργο του εν λόγω θηροφύλακα κατά τα τελευταία έτη παρά τις αλλεπάλληλες καταγγελίες για παράνομη θήρα εντός καταφυγίων στην περιοχή ευθύνης του καθώς και για νυκτερινή λαθροθηρία αγριόχοιρου κατά τους θερινούς μήνες.

Οι μηνύσεις του κατά αυτών των παραβάσεων τα τελευταία χρόνια είναι ελάχιστες. Η συνεργασία του με τους συναδέλφους του θηροφύλακες, το ΔΣ του Κυνηγετικού Συλλόγου ... και με το Συμβούλιο της Ομοσπονδίας που φέρει ευθύνη συντονισμού της θηροφυλακής ... κρίνεται ως προβληματική λόγω δικής του υπαιτιότητας.

Σε αυτά ο εγκαλούμενος απάντησε ότι στην περιοχή του η λαθροθηρία είναι μειωμένη και ότι οι λαθροθήρες πλέον έχουν βρει τρόπους να ξεφεύγουν και είναι πολύ δύσκολη η σύλληψή τους. Επίσης ανέφερε πρόβλημα υγείας με τη μέση του, εξαιτίας του οποίου έλειψε με αναρρωτική άδεια από την εργασία του. Σε ό,τι αφορά την συνεργασία του με τους άλλους θηροφύλακες είπε ότι δεν έχει προβλήματα και συνεργάζεται καλά με τους συναδέλφους του, επίσης ανέφερε ότι ακόμα και να κλείσει η θηροφυλακή είναι αρκετά νέος για να βρει κάπου να εργαστεί.

Το Δ.Σ. μετά από διαλογική συζήτηση έκρινε τις απαντήσεις του μη ικανοποιητικές και επιφυλάσσεται να αποφασίσει σχετικά σε επόμενη συνεδρίαση, αφού αξιολογήσει και την πορεία του ... και τις σχετικές συστάσεις που του έγιναν κατά την διάρκεια της συνεδρίασης ...". Το ανωτέρω, αυτούσιο παρατεθέν κείμενο από το έγγραφο αυτό, όμως δεν συνομολογεί ο εκκαλών στις έγγραφες προτάσεις του και δη ότι πράγματι αυτός τοποθετήθηκε έναντι του ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, κατά τα αμέσως παραπάνω αναγραφόμενα.

Ούτε άλλωστε η μάρτυς αποδείξεως ερωτήθηκε ή έστω κατέθεσε σχετικά.

Συνεπώς το ανωτέρω έγγραφο, που δεν επιρρώθηκε από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ελέγχεται από το παρόν Δικαστήριο, ότι δεν διαλαμβάνει την τυχόν ακριβή τοποθέτηση του εκκαλούντα έναντι των τυχόν ζητημάτων που πράγματι του εκτέθηκαν. Η επισήμανση αυτή λαμβάνει χώρα στα πλαίσια της ανωτέρω φράσεως "...

ακόμα και να κλείσει η θηροφυλακή είναι αρκετά νέος για να βρει κάπου να εργαστεί ...". Ήτοι η φράση αυτή, ατομικώς επισκοπηθείσα, παραπέμπει σε υπαρκτή πιθανότητα μελλοντικής αδρανοποίησης του εφεσίβλητου ΝΙΠΔΔ, με ελλοχεύοντα πλέον κίνδυνο την τυχόν μελλοντική απόλυση του εκκαλούντα, ίσως και άλλων στελεχών του.

Τέτοιο όμως μελλοντικό πλην όμως από τούδε ορατό κίνδυνο ποτέ δεν επικαλέστηκε το εφεσίβλητο ΝΠΙΔΔ, με τις έγγραφες προτάσεις του. Πέραν της επισημάνσεως αυτής όμως, δεν προέκυψε με την χρήση κάθε νόμιμου αποδεικτικού μέσου, εστιάζοντας πάντα μόνο στο προπαρατεθέν κείμενο, (α) ο τυχόν αριθμός και ο χρόνος υποβολής των επικαλούμενων ως "αλλεπάλληλων" κατηγοριών για παράνομη θήρα, που το ανωτέρω ΔΣ φέρεται να έθεσε υπόψιν του εκκαλούντα, (β) ο τυχόν, μεγαλύτερος του ενός, αριθμός καθώς και η τοποθεσία των καταφυγίων θηραμάτων, που φέρονται να παραβίασαν λαθροθήρες, (γ) αν τυχόν ο εκκαλών ήταν ο μόνος επόπτης των καταφυγίων αυτών και δη άνευ συνοδείας ή έστω συνδρομής συναδέλφων του (δ) το είδος των τυχόν λαθροθηραμάτων ήτοι αν πρόκειται για πουλιά (θηρευτέα ή μη) ή τριχωτά (ομοίως θηρευτέα ή μη) ή άλλου είδους θηράματα, (ε) ο αριθμός τυχόν καταγγελιών περί νυκτερινής λαθροθηρίας αγριοχοίρου, ούτε τα τυχόν - περισσότερα του ενός - έτη που φέρεται να λάμβανε χώρα η (κατά τα ανωτέρω) επικαλούμενη αυτή λαθροθηρία, (στ) δεν εξειδικεύτηκε, λεκτικά, εις τι συνίσταται η ανωτέρω χαρακτηρισθείσα "προβληματική συνεργασία" του εκκαλούντα με τυχόν συναδέλφους του, (ζ) ο τρόπος που αυτή η "προβληματική συνεργασία" υπέπεσε στην αντίληψη του ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΠΙΔ, (η) αν τυχόν διατυπώθηκε προφορικώς ή εγγράφως σχετικό παράπονο από άλλο θηροφύλακα, (θ) ο χρόνος υποβολής, του τυχόν παραπόνου αυτού, (ι) η τυχόν διαχείριση από τον "παραπονεθέντα", τυχόν ανακύψασας εκτάκτου καταστάσεως, από υπαιτιότητα του εκκαλούντα, (κ) ο ανωτέρω αναγραφείς ως "ελάχιστος αριθμός μηνύσεων κατά τα τελευταία χρόνια" και δη αν τυχόν η κρίση αυτή (του ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔΔ) συνδέεται με τυχόν παρελθούσα δραστηριότητα του εκκαλούντα ή συγκρίθηκε με ταυτόχρονη δραστηριότητα άλλων θηροφυλάκων, καθώς και οι τυχόν (διαφορετικοί ή ίδιοι) τομείς αρμοδιότητας των θηροφυλάκων αυτών, (λ) ο λόγος που, το ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, κατά την παραπάνω φρασεολογία, "...

έκρινε ως μη ικανοποιητικές τις (ανωτέρω) απαντήσεις του (του εκκαλούντα) ...", (μ) το περιεχόμενο των ανωτέρω, φερομένων ως απευθυνομένων στον εκκαλούντα, συστάσεων και ειδικότερα αν τυχόν επίκειται και καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως εργασίας (μετά τυχόν ταυτόχρονης αντικατάστασής του), (ν) αν ο εκκαλών τοποθετήθηκε έναντι αυτών των τυχόν συστάσεων (δεδομένου ότι η μάρτυς αποδείξεως δεν κατέθεσε σχετικά), (ξ), αν η προαναφερθείσα, από μέρους του ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ "επαναξιολόγηση της πορείας" του εκκαλούντα τυχόν και να συνδέεται είτε με τυχόν αύξηση από μέρους του μηνύσεων επί τυχόν λαθροθηρίας, είτε με τυχόν μείωση καταγγελιών σε βάρος του περί από μέρους του ανοχής λαθροθηρίας, είτε με τυχόν άλλου είδους θετική ή αρνητική ενέργειά του στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητάς του.

Σε κάθε περίπτωση, μετά τις ..., το ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ δεν ξανακάλεσε ενώπιόν του τον εκκαλούντα, ούτε (αποδείχτηκε αν) αυτός απεκδύθηκε του, κατά τα ανωτέρω σε βάρος του επικαλούμενου, αντισυμβατικού χαρακτήρα του. Σε κάθε περίπτωση όμως (αποδείχτηκε ότι), το ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, συνεδρίασε εκ νέου στις ...

για να αποφασίσει οριστικά για την τύχη της επίδικης σύμβασης εργασίας του, με τον εκκαλούντα. Ομοίως, ως ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε η τυχόν προηγηθείσα στιχομυθία μεταξύ των ανωτέρω μελών, ούτε η τυχόν υποβολή αντιρρήσεων, ούτε η ύπαρξη (τυχόν) εναλλακτικής προτάσεως, αλλά αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία, 5 προς 2, κατά τα αναγραφόμενα, στο (μόνο αυτό, προσκομιζόμενο) απόσπασμα του υπ' αριθμ. ...

πρακτικού του Δ.Σ. της εφεσίβλητης (επί λέξει) "... το ΔΣ λαμβάνοντας υπόψη του την πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων του .... καθώς και την ... απολογία του ... κρίνει ότι δεν εκτελεί την υπηρεσία του όπως υποχρεούται και ότι καμία προσπάθεια δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα παρά τις συστάσεις του εργοδότη του.

Επίσης η λαθροθηρία στην περιοχή ευθύνης του, σύμφωνα με καταγγελίες, δεν έχει περιοριστεί. Τέλος από την όλη μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του αποδεικνύεται ότι αδυνατεί να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και να εκτελέσει τα καθήκοντά του σύμφωνα με την σύμβαση εργασίας του ..... .

Το ΔΣ έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με τον ... και έχει πλέον εξαντλήσει κάθε όριο επιείκειας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ... αποφάσισε ... τη λύση της συμβάσεως ...". Ήτοι, πέραν των αμέσως ανωτέρω προεχόντως ασαφών διατυπώσεων (στο έγγραφο αυτό), το πρώτον λαμβάνει χώρα αναφορά και η, από το παρόν Δικαστήριο, ελεγχόμενη ως παντελώς αόριστη επισήμανση, ότι το ΔΣ του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ "ασχολήθηκε επανειλημμένα" με τον εκκαλούντα, χωρίς όμως υπόδειξη τουλάχιστον σε επιμέρους ημερομηνίες (για αντίστοιχη άλλωστε επισκόπηση και διασταύρωση) που αυτό διατείνεται ότι (πράγματι) "ασχολήθηκε" με τον εκκαλούντα.

Εν τέλει, με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ, που νομότυπα υπογράφει ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας του, το οποίο στις ... επιδόθηκε νομότυπα, γνωστοποιήθηκε στον εκκαλούντα η λύση της (ανωτέρω) συμβάσεως εργασίας και με το ίδιο έγγραφο (αυτός) ενημερώθηκε ότι κατατέθηκε σε τραπεζικό του λογαριασμό η αποζημίωση της απόλυσής του.

Έκτοτε το εφεσίβλητο ΝΙΠΔ αρνείται στην αποδοχή των από μέρους του εκκαλούντα προσφερόμενων υπηρεσιών του, ενώ έχει διακόψει και την καταβολή των αποδοχών του. Με βάση όσα προπαρατέθηκαν, αντληθέντα μόνο από τα προσκομισθέντα έγγραφα, με την αντίστοιχη αξιολόγηση πάντα της μοναδικής εξετασθείσας μάρτυρος, αβίαστα προκύπτει ότι η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως εργασίας έλαβε χώρα χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου (αντικειμενικού) λόγου, η συνδρομή του οποίου απαιτείται για την νομιμότητα της επίδικης καταγγελίας.

Συνεπώς η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και δη, το παρόν Δικαστήριο, την λογίζει ως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από μέρους των εκπροσώπων του εφεσίβλητου ΝΙΠΔ. Η καταχρηστική άσκηση δε του δικαιώματος αυτού καταφανώς υπερέβη τα όρια που καθορίζουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ρυθμίζοντα τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου (άρθρο 281 ΑΚ) και στα πλαίσια αυτά, η επίδικη καταγγελία, θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ).

Επακόλουθο της ακυρότητας αυτής είναι ότι το εφεσίβλητο ΝΙΠΔ κατέστη, μόνο από τον λόγο αυτό, υπερήμερο ως προς την αποδοχή της προσφερομένης εργασίας από μέρους του εκκαλούντα και ως προς την καταβολή των αποδοχών του. Πρέπει λοιπόν το εφεσίβλητο ΝΙΠΔ να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εκκαλούντα, στην θέση που αυτός κατείχε και υπό τους όρους που παρείχε τις υπηρεσίες της πριν την επίδικη άκυρη καταγγελία.

Επίσης πρέπει να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλλει τις αποδοχές που θα του είχε καταβάλλει αν δεν είχε λάβει χώρα η καταγγελία, σύμφωνα με την εργασιακή τους σύμβαση (και τον νόμο), καθώς και εάν δεν μεσολαβούσε η από μέρους του άρνηση προς αποδοχή των υπηρεσιών του. [....]". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 669 παρ.2 του ΑΚ, 1 και 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών για το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής ή μη καταχρηστικότητας της από ...

καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατήγγειλε στις ...

τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που το συνέδεε με τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο επικαλούμενο ότι ο ενάγων εκτελούσε πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις ως θηροφύλακας, ότι δεν είχε περιορισθεί η λαθροθηρία στην περιοχή ευθύνης του και ότι παρά τις συστάσεις δεν κατέβαλε προσπάθεια να εκτελεί τα καθήκοντά σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του, ότι οι παραπάνω αιτιάσεις του εναγομένου δεν αποδείχθηκαν και ότι κατόπιν τούτων προκύπτει ότι η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως εργασίας έλαβε χώρα χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου (αντικειμενικού λόγου) και ως εκ τούτου η καταγγελία είναι άκυρη λόγω της καταχρηστικής άσκησης αυτής εκ μέρους των εκπροσώπων του εναγομένου.

Πλην όμως η ως άνω παραδοχή του Εφετείου περί μη ύπαρξης σπουδαίου (αντικειμενικού) λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα δεν αρκεί για την πλήρωση του πραγματικού της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ και τη θεμελίωση σε αυτή της κρίσης ότι η καταγγελία αυτή εκ μέρους του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος είναι καταχρηστική για τον ανωτέρω, διαλαμβανόμενο στην προσβαλλομένη απόφασή του, λόγο.

Και τούτο διότι σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η μη ύπαρξη αιτίας εφόσον αυτή είναι αναιτιώδης ή η αναλήθεια της προσβαλλόμενης αιτίας και εναπόκειται στον απολυθέντα μισθωτό να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά που καθιστούν αυτή καταχρηστική.

Περαιτέρω το Εφετείο περιέλαβε στο σκεπτικό του τις ως άνω ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν θεμελιώνουν, όπως προεκτέθηκε, καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα.

Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ'ουσία βάσιμοι ο πρώτος κατά το υπό στοιχεία (Α) σκέλος και ο τρίτος κατά το υπό στοιχεία (Α) σκέλος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί παρέλκει η εξέταση του δεύτερου εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο το αναιρεσείον επικαλείται ότι εσφαλμένα το Εφετείο κήρυξε την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα δεχόμενο περιστατικά, τα οποία δεν είχαν προβληθεί από αυτόν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 10 του β.δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ.3 του ν. 4504/1966 και 904 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο μισθωτός, που αμοίβεται με μηνιαίο μισθό και απασχολήθηκε νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλη κατά νόμο εξαιρέσιμη αργία και με την προϋπόθεση ότι η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός της προσαύξησης του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του, σύμφωνα με τις υπ'αριθμ. 8900/1946 και ...8.../1951 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, να αξιώσει και αποζημίωση για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής, όταν δεν του δοθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή (ΑΠ 733/2024, 634/2022, 64/2020, 517/2019).

Αν όμως η απασχόληση δεν υπερέβη τις πέντε (5) ώρες κατά την ημέρα της Κυριακής τότε οφείλεται, πέραν της προσαύξησης 75%, αμοιβή για τις ώρες απασχόλησης, η οποία αν είναι νόμιμη υπολογίζεται βάση των καταβαλλόμενων αποδοχών ενώ αν είναι παράνομη βάση των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 733/2024).

Για την εργασία του, όμως, την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) στις περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, ο μισθωτός δεν δικαιούται αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), διότι η έκτη ημέρα της εβδομάδας δεν έχει το χαρακτήρα υποχρεωτικής αργίας, όπως η εβδόμη ημέρα της εβδομάδας και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως, τα όσα ισχύουν για απασχόληση κατά τη διάρκεια των Κυριακών (ΑΠ 64/2020, 517/2019, 1004/2017).

Ειδικότερα με το άρθρο 8 του Ν. 3846/2010 ορίζεται ότι " η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις".

Έτσι, από 11.05.2010, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 3846/2010, η αμοιβή του εργαζόμενου για την παράνομη απασχόλησή του κατά την ημέρα του Σαββάτου, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας θεμελιώνεται απευθείας στον ανωτέρω νόμο, ο οποίος θέσπισε ως αμοιβή το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο του εργαζόμενου, προσαυξημένο κατά ποσοστό 30%. (ΑΠ 1613/2022, 1263/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το υπό στοιχείο (Β) και τρίτο κατά το υπό στοιχείο (Β) λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 5 του ν. 1892/1990, 8 του Ν. 3846/2010 αναφορικά με τις επιδικασθείσες αποδοχές για εργασία τα Σάββατα και των άρθρων 1, 10 του ΒΔ.748/1966 και 904 του ΑΚ για τις επιδικασθείσες αποδοχές για εργασία τις Κυριακές.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές ότι ο ενάγων εργάσθηκε 23 Σάββατα, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας του, στις ... και συνολικά ... ώρες εργασίας, ότι οι μηνιαίες αποδοχές ανερχόταν στο ποσό των ...

ευρώ και ότι με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο των ... ευρώ (... : ... Χ ...) δικαιούται για την εργασία του τα Σάββατα με προσαύξηση 30% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου ποσό ... ευρώ (... ώρες Χ ... ευρώ + προσαύξηση 30%). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε για τον υπολογισμό της αμοιβής του ενάγοντα για την εργασία του τα Σάββατα (ως έκτη ημέρα της εβδομάδας) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3846/2010 και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει με τους ως άνω λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον ως προς την ως άνω επιδικασθείσα απαίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς την εργασία του ενάγοντος τις Κυριακές δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε 22 Κυριακές στις ..., ..., ... ... και συνολικά ... ώρες και επιδίκασε στον ενάγοντα ως αμοιβή για την ως άνω εργασία του τις Κυριακές α) για τις ... ώρες εργασίας ποσό ... ευρώ (... ώρες Χ ... ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 75%) και β) για 15 Κυριακές (από τις συνολικά 22 Κυριακές) για τις οποίες δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση (...) το συνολικό ποσό των ...

ευρώ (... ευρώ : ... = ... ευρώ ημερομίσθιο Χ 15 Κυριακές). Με το να επιδικάσει το Εφετείο τα πιο πάνω ποσά ως αμοιβές για εργασία τις Κυριακές παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε διατάξεις Και τούτο διότι ενώ ο ενάγων που αμοιβόταν με μηνιαίο μισθό δικαιούταν για την εργασία του τις Κυριακές κατά το μέρος που η διάρκεια απασχόλησης εκάστης Κυριακής υπερέβη τις πέντε (5) ώρες προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του και αν δεν του δόθηκε άλλη ημέρα ανάπαυσης και αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και κατά τις Κυριακές που η απασχόλησή του δεν υπερέβη τις πέντε (5) ώρες προσαύξηση 75% με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο και αμοιβή για τις ώρες απασχόλησης με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο (εφόσον η απασχόλησή του ήταν νόμιμη), το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα με βάση το καταβαλλόμενο σ'αυτόν ημερομίσθιο (και ωρομίσθιο) α) για τις 15 Κυριακές αα) αμοιβή με βάση τις ώρες εργασίας ββ) προσαύξηση 75% και γγ) αμοιβή για μη χορήγηση αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης, ενώ όφειλε να επιδικάσει μόνο προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου και αποζημίωση για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, β) για τις υπόλοιπες (7) Κυριακές αμοιβή για τις ώρες εργασίας και προσαύξηση 75%, ενώ όφειλε να επιδικάσει αα) για μεν τις Κυριακές που εργάσθηκε λιγότερο από πέντε (5) ώρες αμοιβή για τις ώρες απασχόλησης με βάση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο και προσαύξηση 75% με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο, ββ) για δε τις Κυριακές που εργάσθηκε πάνω από πέντε (5) ώρες εφόσον έλαβε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση μόνο προσαύξηση 75% με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο, σε περίπτωση δε που δεν έλαβε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση προσαύξηση (75%) με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο και αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, γ) ενώ δέχεται ότι δεν έλαβε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση για 15 Κυριακές αναφέρει συνολικά 18 ημεροχρονολογίες (Κυριακές) που δεν έλαβε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια για πόσες από τις Κυριακές που εργάσθηκε πάνω από πέντε (5) ώρες δεν έλαβε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση (οπότε δικαιούται αποζημίωση) και για πόσες έλαβε την ανάπαυση αυτή (οπότε δεν δικαιούται αποζημίωση).

Επομένως το Εφετείο ως προς τις επιδικασθείσες αμοιβές για εργασία τις Κυριακές εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ως άνω εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης ως βάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989).

Δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ ΑΠ .../2003, 3/1997, 11/1996).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάποιον ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας εξέτασε στην ουσία την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, 892/2011, 668/2016, 1742/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του ότι η επιχείρησή του είναι επιχείρηση "συνεχούς πυρός" και ότι ως εκ τούτου λειτουργεί επί 24ωρου βάσεως σε τρεις (3) βάρδιες και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδας.

Ο λόγος αυτός κατά το άνω δεύτερο σκέλος είναι απαράδεκτος καθ' όσον δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα του αναιρεσείοντος ως προς τον αρνητικό του ισχυρισμό ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε τα Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας και τις Κυριακές. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 146/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον διατείνεται, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπ' όψη του έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας, σύμφωνα με το οποίο η επιχείρησή του είναι επιχείρηση συνεχούς πυράς, που λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο σε τρεις 8ωρες βάρδιες και το οποίο αποτελεί δημόσιο έγγραφο.

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί αφενός μεν το ως άνω έγγραφο (για το οποίο γίνεται αναφορά μόνο ότι εκδόθηκε από Επιθεώρηση Εργασίας, χωρίς να γίνεται επίκληση της ημερομηνίας έκδοσης αυτού, του αριθμού πρωτοκόλλου και της Επιθεώρησης Εργασίας που το εξέδωσε), δεν προσκομίζεται από το αναιρεσείον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως έπρεπε για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αφετέρου δε διότι από την επισκόπηση των από ...

προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εφεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου ... δεν προκύπτει η επίκληση της προσκόμισής του στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος (ΑΠ 816/2019, 2.../2009) Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ...

απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη, την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα μέρη της αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (...) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 28 Ιανουαρίου 20....

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 4 Μαρτίου 20....

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ