Legislator Case Law & Legislation
365/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure to cite specific facts and violated legal rules in the appealed decision.

Case Number 365/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued for the appeal's admissibility but failed to specify the exact factual premises or violated legal rules breached in the lower court's decision. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it did not meet the strict requirements for identifying grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation must explicitly identify the factual premises accepted by the court and the specific legal rules violated, otherwise the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility factual premises identification violation of legal rules Code of Civil Procedure inadmissible appeal judicial review standards appellant burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 365 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 365/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ι. του Μ. και της Α., κατοίκου συνοικισμού Ε. του Δ. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κούρτη, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Χ. Ν., το γένος Τ. Χ., κάτοικος συνοικισμού Ε. του Δ. Σ. και προσωρινά Χ. Γ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τακουρίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και, 1999/2013 μη οριστική, 1596/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.10.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1596/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 19.03.2004 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 161/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σ., το οποίο είχε απορρίψει την από 12.07.2002 διεκδικητική αγωγή αυτής (αναιρεσίβλητης). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσίβλητη ήγειρε κατά του αναιρεσείοντος την από 12.07.2002 αγωγή διεκδικητική ακινήτου, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σ.. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) εξέδωσε την υπ' αριθμ. 161/2003 οριστική απόφασή του με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξεκάλεσε η αναιρεσίβλητη με την από 19.03.2004 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατά του αναιρεσείοντος και απηύθηνε στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1999/2013 μη οριστική απόφασή του με την οποία κρίθηκε τυπικά δεκτή η ως άνω έφεση, αναβλήθηκε η έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της εφέσεως και διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.

Ακολούθως, το αυτό δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο επανήλθε η υπόθεση με αίτηση της αναιρεσίβλητης, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1581/2015 απόφασή του, με την οποία αντικατέστησε τον αρχικώς διορισθέντα πραγματογνώμονα με άλλον. Μετά την ολοκλήρωση της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, με αίτηση της αναιρεσίβλητης, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του αυτού δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, συζητήσεως γενομένης, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη, υπ' αριθμ. 1596/2019, απόφασή του, με την οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση, διακράτησε την υπόθεση, αναδίκασε την από 12.07.2002 αγωγή, και δέχθηκε αυτή εν όλω.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 24.10.2019 αίτησή του ο αναιρεσείων και ζητεί την αναίρεσή της για τον περιεχόμενο στο αναιρετήριο δισκελή λόγο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την εκφορά της προαναφερομένης κρίσεώς του επί της από 12.07.2002 αγωγής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση (άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αρ. 61727/20.4.1957 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ. (τόμος 43 αρ. 20585), παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχο πατέρα της εκκαλούσας Τ.

Χ., μεταξύ άλλων το υπ' αρ. 229 κληροτεμάχιο που βρίσκεται πλέον εντός του οικισμού του Δημοτικού Διαμερίσματος Ε. της περιφέρειας Σ. και συνορεύει Ανατολικά με το με αριθμό 230 κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας του εναγομένου. Το έτος 1973 ο ως άνω κληρούχος απεβίωσε, δυνάμει δε της 25622/1971 δημόσιας διαθήκης του, που συνετάγη ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σ.

Δημητρίου Ζαφειρόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο του, κατά ψιλή κυριότητα στο ως άνω κληροτεμάχιο, την ενάγουσα, ενώ στην επικαρπία αυτού εγκατέστησε την σύζυγό του και μητέρα της ενάγουσας Α. Χ.. Μετά τον θάνατο της τελευταίας το έτος 1983 ενώθηκε η ψιλή κυριότητα με την επικαρπία η δε ενάγουσα με την 40610/18.12.1996 δήλωση της ενώπιον του συμβολαιογράφου Σ.

Δημητρίου Παπαδόπουλου αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά του πατέρα της και αφού μετέγραψε νόμιμα την δήλωση της και κατέστη κυρία του ως άνω ακινήτου. Ακολούθως, επ' ονόματι του πατέρα της ενάγουσας, Τ. Χ., εκδόθηκε o υπ' αρ. 52560/2001 τίτλος κυριότητας του τμήματος Εποικισμού Αναδασμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, δυνάμει του οποίου παραχωρήθηκε στον ως άνω κληρούχο κατά κυριότητα το υπ' αρ. 87ζ οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) εκτάσεως 1.160 τ.μ, που βρίσκεται νότια του προηγούμενου 229 αγροτεμαχίου και συνορεύει ανατολικά με το με αριθμό 230 κληροτεμάχιο και νότια με δημοτική οδό.

Την ως άνω κληρονομιά αποδέχθηκε η ενάγουσα, δυνάμει της με αριθμό 790/2002 συμπληρωματικής δήλωσης κληρονομιάς του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ως άνω ακίνητα τα οποία είχαν τον χαρακτήρα κληροτεμαχίου έως το έτος 1988 και των οποίων απέκτησε την κυριότητα κατά τα παραπάνω τρόπο, η ενάγουσα συνένωσε ακολούθως σε ένα ενιαίο ακίνητο συν, εμβαδού 4.772 τ.μ.

ενώ δυνάμει του με αριθμό 40611/1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ., Παπαδόπουλου Δημήτριου, μεταβίβασε στον μη διάδικο εν προκειμένω Κ. Φ., διαιρετό τμήμα εκ του με αριθμό 229 αγροτεμαχίου συν. έκτασης 600 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Α.. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της με αριθμό 17/1939 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ν.

Σ., κατά την οριστική διανομή του έτους 1936, παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχο πατέρα του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, το όμορο του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας με αριθμό 230 κληροτεμάχιο Γ' κατ. συν. έκτασης 4.062 τ.μ. Ακολούθως, δυνάμει του από 19.5.1964 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ανωτέρω κληρούχος φέρεται να μεταβιβάζει διαιρετά στον εναγόμενο υιό του Α.

Ι., τμήμα του ως άνω κληροτεμαχίου, που βρίσκεται στην δυτική πλευρά του, συν εκτ. 2.031 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με αγρό Ι. Λ., δυτικά με αγρό Τ. Χ., βόρεια με δρόμο και νότια με διαθέσιμο. Για την ανώμαλη αυτή μεταβίβαση εκδόθηκε ακολούθως, η με αριθμό 79/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σ.. Ακόμα αποδείχθηκε ότι, o δ:καιοπάροχος πατέρας του εναγομένου, Α.

Ι., σε άγνωστο χρόνο, πάντως πριν από το έτος 1970, μετατόπισε το δυτικό τμήμα του κτήματος του και κατέλαβε έκταση της ανατολικής πλευρά του ομόρου κτήματος (κληροτεμαχίου αρ. 229 ιδιοκτησίας του πατέρα της ενάγουσας) και αυτός με την σειρά του μετακίνησε τα δυτικά όρια του κληροτεμαχίου 229 και εν μέρει του 86ζ αγροτεμαχίου του προς τα δυτικά και κατέλαβε εδαφικό τμήμα, του όμορου σε αυτό με αριθμό 228 κληροτεμαχίου ιδιοκτησίας του Ι.

Ν. Α. Γ.. Η παράλληλη αυτή μετακίνηση των δυτικών ορίων των πιο πάνω συνεχόμενων αγροτεμαχίων συνάγεται και από το περιεχόμενο της με αριθμό 1564/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί αγωγής που ήγειρε η ενάγουσα κατά του Σ. Τ., αγοραστή ενός εκ των 5 διαιρετών και αυτοτελών οικοπεδικών τμημάτων που προέκυψαν από την ένταξη του μείζονος εκτάσεως με αριθμό 228 κληροτεμαχίου στα όρια του οικισμού Ε..

Κατά την μετακίνηση αυτή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της με αριθμό 52/2017 πραγματογνωμοσύνης, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, κατέλαβε έκταση της ανατολικής πλευράς του με αριθμό 229 αρχικού κληροτεμαχίου, συν εμβαδού 991 τ.μ., η οποία αναφέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη υπό τα στοιχεία 1.2.3.4.5.6.1 καθώς και έκταση του με αριθμό 87ζ αγροτεμαχίου συν.

εμβαδού 259,26 τ.μ. που περιγράφεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό υπό στοιχεία 5.6.7.8.5 . Στην ευρύτερη αυτή έκταση των 1.250,74 (991,48 +259,26 τετραγωνικών μέτρων, περιλαμβάνεται το διεκδικούμενο εκ μέρους της ενάγουσας εδαφικό τμήμα, συν έκτασης κατά τα αναφερόμενα σ αυτήν 1.166 τ.μ. . Η διεκδικούμενη εκ μέρους της ενάγουσας υπό στοιχεία Ι-Γ-Ζ-Θ-Ε εδαφική έκταση, που περιγράφεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Β. ανάμεσα στα στοιχεία Ι-Γ-Ζ-Θ-Ι εμβαδού 1.166 τ.μ. και κατά την καταμέτρηση από τον πραγματογνώμονα εμβαδού 1.119,40 τ.μ., βρίσκεται εντός των με αριθμών 229 και 87ζ αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Όπως δε αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη, η εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας που έχε: καταληφθεί από τον εναγόμενο είναι μεγαλύτερη του επιδίκου, καταλαμβάνει εμβαδό 1.250,74 τ.μ" και η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι το όριο μεταξύ των 229 και 230 αγροτεμαχίων στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης έχει τοποθετηθεί ακόμα ανατολικότερα εντός του με αριθμό 228 αγροτεμαχίου (συγκεκριμένα στην γραμμή του τοπογραφικού διαγράμματος).

Εντός του ως άνω καταληφθέντος τμήματος του με στοιχείο 229 κληροτεμαχίου και στην δυτική του πλευρά, ο πατέρας του εναγομένου, ανήγειρε αποθήκη εμβαδού 81 τ.μ., δυνάμει της με αριθμό 1780/1981 άδειας της Πολεοδομίας Σ., αλλά και ο εναγόμενος οικία, δυνάμει της με αριθμό 1780/1981 άδειας της Πολεοδομίας Σ.. Στην οικία αυτή κατοικεί μέχρι σήμερα o εναγόμενος με τη οικογένεια του ενώ παράλληλα καλλιεργεί το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου με διάφορα οπωροκηπευτικά.

Εφόσον όμως, η επίδικη εδαφική έκταση, αποτελεί τμήμα των παραπάνω αναφερόμενων κληροτεμαχίων (με αριθμό 229 και 87ζ της οριστικής διανομής του έτους 1936) τα οποία είχαν παραχωρηθεί, δυνάμει των προαναφερόμενων τίτλων στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας Τ. Χ., με την με αριθμό 79/8.2.1980 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σ. (που μεταγράφηκε νόμιμα), δυνάμει της οποίας επικυρώθηκε η άτυπη δωρεά του ήμισυ του με 228 κληροτεμαχίου συν έκτασης 2.031 τ.μ., που βρίσκεται στην δυτική πλευρά του όλου κληροτεμαχίου και στο όριο του ακινήτου της ενάγουσας κατά το μέρος κατά το οποίο στην δωρεά αυτή συμπεριλαμβάνεται εδαφική έκταση του με αριθμό 229 κληροτεμαχίου, ήτοι ξένου προς αυτόν που προέβη στην άτυπη δωρεά που επικυρώθηκε, δεν καλύπτεται από την ως άνω επικύρωση, λόγω έλλειψης κυριότητας του μεταβιβάσαντος κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη.

Ενόψει δε του γεγονότος ότι, τα ως άνω κληροτεμάχια πριν από την ένταξή τους στον οικισμό Ε., που έλαβε χώρα κατά το έτος 1988, ως προεκτέθηκε, δεν ήταν δεκτικά νομής χρησιδεσποτείας, διότι μια τέτοια νομή οδηγούσε σε κατάτμηση των ως άνω κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής, ούτε άλλωστε μια τέτοια νομή μπορούσε να αρχίσει και να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας έκτακτη χρησικτησία, από δε του έτους 1988 και έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (υπ' αρ. 2121/17.7.2002) δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία, ο προβαλλόμενος εκ μέρους του εναγομένου ισχυρισμός ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος δια εκτάκτου χρησικτησίας κρίνεται ουσία απορριπτέος.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την ως άνω ένσταση ως νόμιμη και ακολούθως ουσία βάσιμη και απέρριψε την ένδικη αγωγή εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τον Νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε. ... .".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559§1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α..Π 28/1998, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ.

α' του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.Α.Π. 1/2019).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1184/2015.

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559§1 του Κ.Πολ.Δ.) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1322/2021, Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 319/2017).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 874/2019, Α.Π. 319/2017) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, που επιχειρείται να στηριχθεί στους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες.

Όμως λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφενός μεν διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται παντάπασιν οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του, αφετέρου δε δεν αναφέρεται (αναφέρονται) ο (οι) παραβιασθείς (παραβιασθέντες) κανόνας (κανόνες) δικαίου που παραβιάσθηκε (παραβιάσθηκαν) ευθέως ή εκ πλαγίου και κατά τρίτο λόγο οι αποδιδόμενες πλημμέλειες εντοπίζονται στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.10.2019 αίτηση του Α. Ι. του Μ. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1596/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ