Legislator Case Law & Legislation
874/2019 AI generated

Appeal dismissed for non-appealable parties; appeal against liquidator upheld on facts but costs awarded to appellant.

Case Number 874/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first two defendants (the company and its president) due to their absence from the hearing, rendering the appeal inadmissible. However, the appeal against the third defendant (the liquidator) was allowed, as the appellate court found the lower court's factual assessment regarding the company's claims to be within its discretion. Consequently, the appeal was rejected for the absent parties but upheld for the liquidator, resulting in the appellant being ordered to pay the liquidator's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear or participate according to legal requirements, unless the absent party expedited the hearing; however, factual assessments by the appellate court remain within its discretion and are not subject to review.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal absence of parties expediting of hearing factual assessment liquidator liability legal costs separation of case

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191, section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 874/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σταθόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Β. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως διατελέσας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως Νομίμου Εκπροσώπου και Εκκαθαριστή της πρώτης αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοντούλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7/10/2008 αγωγή του τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4940/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3292/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2014 αίτησή του και τους από 30/1/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 17/12/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από 30/1/2018 πρόσθετος λόγος της από 5/12/2014 αίτησης ανίρεσης και να απορριφθεί αυτή κατά τα λοιπά.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν στην δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση: α) η από 05-12-2014 αίτηση και, β) οι από 30-01-2018 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 3292/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής, η πρώτη και ο δεύτερος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε, δεν προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύσθηκε με επιμέλειά τους ούτε προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς αυτούς της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς. Εξ άλλου εφόσον μεταξύ των ανωτέρω και του, νομίμως παρισταμένου, τρίτου αναιρεσιβλήτου συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, ως προς τον τελευταίο και να συζητηθεί η αναίρεση, κατά το μέρος που τον αφορά.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στην γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί. Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 193/2018, ΑΠ318/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 30-01-2018 πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στην γραμματεία του Αρείου Πάγου, την 1 Φεβρουαρίου 2019, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα, εντός της αυτής προθεσμίας, στον παριστάμενο τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει τη σχετική έκθεση επίδοσης σ' αυτόν, ούτε προσκομίζεται, έστω, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτών. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε εκτίμηση του περιεχομένου του, ως μόνο από τον αριθμό 19, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και δη της από 30-03-2006 (με αρ. πρωτ. Συνεγγυητικού 2109/3-03-2006) Επιστολής του Συνεγγυητικού κεφαλαίου, αφού αρκέσθηκε μόνο στην αναφορά του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής δίχως να συμπεριλάβει το λόγο για τον οποίο το Συνεγγυητικό αρνήθηκε την καταβολή αποζημιώσεως σ' αυτόν, ενώ όφειλε να δεχθεί ότι η άρνησή του αυτή οφειλόταν στην παροχή από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους υπηρεσιών χαρτοφυλακίου προς αυτόν (αναιρεσείοντα) και λόγω της εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους παράνομα και αυτογνωμόνως εκτέλεσαν αναρίθμητες συναλλαγές ζημιώνοντας αυτόν, επ' ωφελεία τους, εισπράττοντες τις αναλογούσες νόμιμες προμήθειες και, έτσι, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 11, υπαγόμενο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, μόνο στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 23 παρ. 3 και 4 του Ν. 3606/2007 και 1209 και 1211 του ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι, εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, αφενός, νόμιμη σύσταση συμβατικού ενεχύρου και αφετέρου ύπαρξη βεβαίας και νόμιμης ανταπαιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας και, παρότι δεν συνέτρεχαν, ούτε αποδείχθηκαν, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, απέρριψε το σχετικό 7ο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτός υποστηρίζοντας τα αντίθετα ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της ένδικης αγωγής του, περί αποζημιώσεως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.

Με τον πέμπτο, επίσης, από τον αριθμό 1 του προαναφερθέντος άρθρου του ΚΠολΔ λόγο της υπό κρίση αίτησης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, με το να δεχθεί ως δήθεν νόμιμη την άσκηση του δικαιώματος του τρίτου αναιρεσίβλητου να παρακρατήσει τις μετοχές του (αναιρεσείοντος), δίχως η ανταπαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης να είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, αφού εγείρονταν αμφιβολίες ως προς αυτήν από τα ίδια τα βιβλία και στοιχεία της, γι' αυτό και δεν επιβεβαιώθηκε, ως βεβαία και εκκαθαρισμένη, στην έκθεση ελέγχου των διορισθέντων από τον τρίτο αναιρεσίβλητο Ορκωτών Ελεγκτών, στη σχετική έκθεσή τους και παρά το γεγονός ότι η μοναδική βεβαία, εκκαθαρισμένη και προκύπτουσα από αυτά απαίτηση ήταν η δική του έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Με τον έκτο λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τη νοηματική απόδοση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της ότι η σκόπιμη αδράνεια του τρίτου αναιρεσιβλήτου για την δικαστική επιδίωξη της δήθεν απαιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι αυτού (αναιρεσείοντος) ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ως προς τη νομιμότητα της παρακράτησης των μετοχών του, αφού δεν αναφέρει το λόγο, για τον οποίο η αδράνεια αυτή δεν ασκεί έννομη επιρροή, ζήτημα, που όπως υποστηρίζει, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι σχετίζεται με τον αγωγικό ισχυρισμό του περί παράνομης συμπεριφοράς του ως άνω αναιρεσίβλητου, συνισταμένης στην αυθαίρετη και χωρίς αιτία παρακράτηση, εκ μέρους του, των ενδίκων μετοχών του.

Επικουρικά, αιτιάται την προσβαλλομένη για αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, όπως υποστηρίζει, αφενός, δέχεται ότι το χρονικό πλαίσιο της ειδικής χρηματιστηριακής εκκαθάρισης ήταν πολύ περιορισμένο και, αφετέρου, απέρριψε ως αβάσιμους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, περί συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του τρίτου αναιρεσιβλήτου εκκαθαριστή, παρά την κατάφωρη παραβίαση, εκ μέρους του, του ειδικού σκοπού και του αντικειμένου της διενεργουμένης, από αυτόν, ειδικής χρηματιστηριακής εκκαθάρισης, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί, άνευ οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος.

Με το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 362 και 369 του ΠΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, συντελεσθείσα με το να δεχθεί ως αναληθή και συκοφαντικά τα όσα διαλαμβάνονται στην αγωγή και τη μήνυσή του κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, χωρίς να πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και, περαιτέρω, χωρίς να ερευνήσει αν προκλήθηκε βλάβη στην προσωπικότητα και την επαγγελματική σταδιοδρομία του τελευταίου (τρίτου αναιρεσιβλήτου), καθώς και αν αυτή συνδέεται, αιτιωδώς, με τις πράξεις και της παραλείψεις του (αναιρεσείοντος) και, εντεύθεν, να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα της, εναντίον του, ένδικης αγωγής του ως άνω αναιρεσιβλήτου.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του τρίτου αναιρεσιβλήτου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δέχθηκε ότι η ιδιότητα αυτού (αναιρεσείοντος) ως παλαιού επενδυτή του Χρηματιστηρίου συνιστούσε επαρκές στοιχείο προς θεμελίωση στο πρόσωπό του της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του εν λόγω αναιρεσίβλητου, ενώ η ιδιότητά του αυτή ουδόλως συνεπάγεται την αυτοδίκαιη γνώση του για τους επιβαλλόμενους στον Εκκαθαριστή (αναιρεσίβλητο) κανόνες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή για την τήρηση από αυτόν των κανόνων που διέπουν την ειδική διαδικασία της χρηματιστηριακής εκκαθάρισης.

Άλλως, ότι κατέληξε στο προαναφερθέν πόρισμα με αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς αφενός θεωρεί το περιεχόμενο της αγωγής του δυσφημιστικό και βλαπτικό για την απαιτούμενη ανεξαρτησία και αξιοπιστία του τελευταίου ως ορκωτού ελεγκτή, αφετέρου καταργεί εν τοις πράγμασι την θεμελιώδη έννοια της ανεξαρτησίας και αξιοπιστίας του, με την (αντιφατική) παραδοχή ότι ο εκκαθαριστής πρωτίστως εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρείας που εκπροσωπεί και όχι των επενδυτών.

Όλοι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, παρά μόνο, περιορισμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές της.

Παρεκτός του ότι, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή τους, συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτού εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτόν πορίσματος.

IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και, γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 476/2010).

Στην ένδικη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι υποπίπτοντας "σε εξόχως πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους...δέχθηκε ως δήθεν αποδειχθέν το γεγονός ότι ο νυν αναιρεσείων διαβίβαζε ο ίδιος τις εντολές προς εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, δίχως όμως τούτο να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο προσκομισθέν μετ' επικλήσεως από τους αντιδίκους μας...Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε ευθέως σε πλημμελή των αποδείξεων εκτίμηση, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ερειδομένη σε αποδείξεις που ουδέποτε προσκομίσθηκαν...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού πέραν της αοριστίας του, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των συγκεκριμένων αποδείξεων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, χωρίς να έχουν προσκομισθεί, του συγκεκριμένου ισχυρισμού των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, τον οποίο δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκε χωρίς αποδείξεις και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, με το πρόσχημα της επικαλουμένης παραβάσεως, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στα ανωτέρω περιστατικά, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

V. Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε, ως ορθό, ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/13, ΑΠ 130/12, ΑΠ 1643/2005).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραμόρφωση του περιεχομένου της από 14-06-2006 έκθεσης ελέγχου των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, που συντελέσθηκε με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό το έγγραφο.

Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ότι ενώ στην ως άνω έκθεση ελέγχου οι ορκωτοί λογιστές αναφέρουν ότι η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας έναντι αυτού προκύπτει μετ' επιφυλάξεως, εάν δεν ληφθούν υπόψη πράξεις χρεοπιστώσεων σε μετρητά, που, ωστόσο, είναι εγγεγραμμένες στα βιβλία της εταιρείας, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η επίμαχη απαίτηση προέκυψε από τις συναλλαγές, που στο σύνολό τους έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της εταιρείας και ότι οι επιφυλάξεις των ορκωτών οφείλονται στο γεγονός ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν τους προσεκόμισε αντίγραφο του λογαριασμού του περιθωρίου ασφάλισης στην τράπεζα ...

ως τράπεζας θεματοφυλακής. Ότι συνεπεία της παραμόρφωσης αυτής του υπόψη εγγράφου, το Εφετείο έκρινε νόμιμη την παρακράτηση, εκ μέρους του τρίτου αναιρεσίβλητου, των ενδίκων μετοχών του, εν είδη ενεχύρου, προς διασφάλιση αυτών των επίμαχων απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης και, με βάση την κρίση του αυτή απέρριψε την αγωγή του.

Και αυτός ο λόγος κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο αναφέρονται, μόνο, επιλεγμένα από τον αναιρεσείοντα αποσπάσματα του επίμαχου εγγράφου και της αναιρεσιβαλλομένης και, κατά τα λοιπά, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος περιεχόμενό τους καθώς και τα, κατά την εκδοχή του, συμπεράσματα του Εφετείου, αντί ν' αναφέρονται, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, αυτολεξεί, τόσο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, όσο και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου και εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της παραβάσεως.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτό, το οποίο σωστά ανέγνωσε, πλην όμως συνήγαγε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων και η κρίση του αυτή ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

VI. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο και μόνον, ως ήδη αναφέρθηκε, ερευνάται, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν στoν αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα του ως άνω αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε ο τελευταίος, με τις, εμπρόθεσμα κατατεθείσες, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05-12-2014 αίτησης και των από 30-01-2018 προσθέτων λόγων, για αναίρεση της 3292/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη και τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την από 05-12-2014 αίτηση και τους από 30-01-2018 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της 3292/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορούν τον ως άνω (τρίτο) αναιρεσίβλητο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ