Legislator Case Law & Legislation
364/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on social security employee compensation rights.

Case Number 364/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the E.F.K.A.'s appeal against a First Instance Court of Appeal decision regarding an employee's claim for social security benefits. The appellant argued the lower court misinterpreted documents to grant the employee permanent civil servant status and higher pay. The court ruled that the appellate court correctly evaluated the evidence and did not commit a reversible error warranting retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a court's evaluation of evidence and factual findings is inadmissible unless it proves a diagnostic error in document interpretation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation factual findings diagnostic error labor dispute social security benefits civil servant status

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1) and 3 of Law 3693/1957
Article 528 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 364 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 364/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Καραμιντζίου - Νίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασημακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1753/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2417/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 19/6/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 19-6-2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ` αριθμόν 2417/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ι. Κ. άσκησε κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου από 1ης Ιανουαρίου 2017 έχει δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 51 παρ. 1, 53 παρ. 1 και 70 παρ. 1 και 9 Ν. 4387/2016 καταστεί το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ Ε.Φ.Κ.Α. (Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης), την από 21-9-2010 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά.

Εξεδόθη ερήμην του εναγομένου η υπ` αριθμόν 1753/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το τότε εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" άσκησε την 9-4-2015 έφεση.

Επί της έφεσης εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ` αριθ.2417/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσίαν η έφεση κατ` άρθρο 528 ΚΠΟΛΔ, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή και αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επικουρική βάση εξ αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Εν συνεχεία το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθ` ο μέρος έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).Επομένως στις συναφθείσες μετά τις 17-4-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 ΒΔ 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλομΑΠ 19 και 20/2007).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 § 1 (όπως η § 1 συμπληρ. με την § 8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998, ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (§ 1) και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (§ 15 εδ.

α` και β`). Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ` αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Στο άρθρο 2 § 2 δε του ίδιου ΠΔ (164/2004) ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 Ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην § 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ενώ, με το άρθρο 20 § 4 Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 § 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των §§ 1 & 2 του άρθρου 14 Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α` 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ` εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).

Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α` και 908 εδ. α` ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (ΑΠ 106/2020, 795/2020,1242/2018,907/2017).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την από 21-9-2010 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, ότι στα πλαίσια προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) με υπεύθυνο φορέα τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ) και φορέα υλοποίησης το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία <Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α - Ε.Τ.Α.Μ)", κατήρτισε με το τελευταίο, στις 22-22006, σύμβαση μαθητείας στις υπηρεσίες των Μονάδων Υγείας του, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Ότι δυνάμει της σύμβασης αυτής τοποθετήθηκε στην Τοπική Μονάδα Υγείας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ασπροπύργου, στην οποία και απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα, αρχικά από 22-2-2006 έως 22-8-2008, και ακολούθως, κατόπιν διαδοχικών ανανεώσεων της πρώτης σύμβασης, από 23-8-2007 έως 23-8-2008, από 30-9-2008 έως 30-3-2010 και από 1-4-2010 έως 30-6-2010, επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, αμειβόμενη με το ποσό των 25,00 ευρώ ανά ημέρα και των 550,00 ευρώ ανά μήνα.

Ότι κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα της απασχόλησής της, συνολικής διάρκειας πενήντα ενός (51) μηνών, της ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου και συγκεκριμένα γραμματειακής υποστήριξης της Τοπικής Μονάδας Υγείας Ασπροπύργου, συνταγογραφίας φαρμάκων, τήρησης στατιστικών στοιχείων των ιατρών και σύνταξης και ταξινόμησης εγγράφων, τα οποία εκτελούσε με την εποπτεία και υπό τις εντολές, τις οδηγίες και τον έλεγχο των προϊσταμένων της, ως προς τον τόπο, το χρόνο, το είδος και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, εκτελώντας εργασία ίδια με αυτή που παρείχαν και οι λοιποί εργαζόμενοι που συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, απασχολούμενη υπό τις ίδιες με αυτούς συνθήκες και καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου και επομένως, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα που προσέφερε την εργασία της, συνδεόταν με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι οι συμβάσεις της επιγράφονταν ως συμβάσεις μαθητείας απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, και επικαλούμενη περαιτέρω ότι στις 30-6-2010 το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά τη σύμβαση εργασίας της, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι η σχέση που εξ αρχής τη συνδέει με το εναγόμενο είναι αυτή της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η από μέρους του εναγομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στις 30-6-2010 είναι άκυρη, διότι έγινε προφορικά και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως υπαλλήλου συνδεόμενου μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με απειλή χρηματικής ποινής, ποσού 100,00 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την άνω υποχρέωση και να την ασφαλίσει στον κλάδο σύνταξης για τις παρασχεθείσες με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπηρεσίες της.

Επίσης, κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, ζήτησε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 34.718,00 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ των όσων της καταβλήθηκαν καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της σύμφωνα με τις συμβάσεις ως μαθητευόμενης, και των όσων, σύμφωνα με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που στην πραγματικότητα τη συνέδεε με το εναγόμενο, έπρεπε να της καταβληθούν για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας και καταβάλλονταν, κατά τις διατάξεις του Ν. 3205/2003, στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου που εκτελούσε ίσης αξίας εργασία, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ενώ, επικουρικά, για την περίπτωση που η υποκρυπτόμενη της σύμβασης μαθητείας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής και του εναγομένου κριθεί άκυρη, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον υπήρχε απλή σχέση εργασίας, κατά το ποσό δε αυτό ωφελήθηκε από την αποδοχή και την αξιοποίηση των υπηρεσιών της, αφού θα αναγκαζόταν να το καταβάλει σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Το άνω αίτημα ακολούθως μετέτρεψε παραδεκτά σε εν μέρει αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, κατά το ποσό των 20.638,00 ευρώ, που αφορά τις μισθολογικές διαφορές των ετών 2006, 2007 και 2008, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο να καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής.

Με την υπ` αριθμόν 1753/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της ερήμην του εναγομένου. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το τότε εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" άσκησε την 9-4-2015 έφεση.

Επί της έφεσης εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ` αριθ.2417/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσίαν η έφεση κατ` άρθρο 528 ΚΠΟΛΔ, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή και αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε και δίκασε την υπόθεση έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346 904 επ.

ΑΚ, 22 παρ. 1α του Συντάγματος και 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998, ενώ ως προς το αίτημα καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας και σε εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν 539/1945 και 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966, καθόσον τα επιδόματα αυτά δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας και στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή κατ` ουσία.

Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Στις 6 Φεβρουαρίου 2006, μεταξύ της ενάγουσας, Ι. Κ., και του εναγομένου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΠΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ ΕΤΑΜ)", καταρτίστηκε το νομίμως προσκομιζόμενο συμφωνητικό συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (Stage Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης), το οποίο υπογράφηκε μεταξύ του ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, του εναγομένου, ως φορέα υλοποίησης αυτού, και της ενάγουσας, διάρκειας δεκαοκτώ (18) μηνών, με έναρξη την 22-22006 και λήξη την 22-8-2007.

Η ενάγουσα τοποθετήθηκε στην Τοπική Μονάδα Υγείας του εναγομένου στον Ασπρόπυργο Αττικής και απασχολήθηκε στις εκεί υπηρεσίες του, προκειμένου, όπως αναγράφεται σχετικά στο άνω συμφωνητικό, να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό της αντικείμενο και συγκεκριμένα στην ειδικότητα "ΔΕ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ", με ημερήσιο ωράριο που, κατά τα αναφερόμενα στο συμφωνητικό συνεργασίας, δεν θα υπερέβαινε τις επτά (7) ώρες, από Δευτέρα έως και Παρασκευή.

Ο φορέας υλοποίησης του προγράμματος (ΟΑΕΔ), που είχε αναλάβει και τη χρηματοδότησή του, με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25,00 ευρώ για κάθε ημέρα και συνολικά, όχι πλέον των είκοσι δύο (22) ημερών για κάθε μήνα, το ποσό των 550,00 (25,00 Χ 22) ευρώ. Παρά την προβλεπόμενη από το συμφωνητικό λήξη του προγράμματος στις 22-8-2007, με την …/…/…-112006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου (βλ.

το …/…-2-2008 έγγραφο του ΟΑΕΔ), η ενάγουσα εξακολούθησε να απασχολείται στην Τοπική Μονάδα Υγείας Ασπρόπυργου Αττικής έως και την 23-8-2008, ενώ ακολούθως, στα πλαίσια παράτασης του ιδίου ως άνω προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, με την …/…/…-7-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΕΔ (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου …./…/…-9-2Ο07 έγγραφο του εναγομένου), καταρτίστηκε στις 5-9-2008 νέο συμφωνητικό συνεργασίας, με το οποίο η ενάγουσα απασχολήθηκε στην ίδια Τοπική Μονάδα Υγείας του εναγομένου από 30-9-2008 έως 30-3-2010 (βλ.

το από 5-9-2008 συμφωνητικό). Η απασχόλησή της, ωστόσο, εξακολούθησε και μετά τη λήξη που προέβλεπε το από 5-9-2008 συμφωνητικό, και συγκεκριμένα έως την 30-6-2010, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να την απασχολεί. Η ενάγουσα, καθ' όλα τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα απασχόλησής της στο εναγόμενο, παρά τον αναγραφόμενο στα από 6-2-2006 και 5-9-2008 συμφωνητικά σκοπό κατάρτισής τους, ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, συνίστατο στην εκ μέρους αυτής απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, απασχολήθηκε, όχι ως μαθητευόμενη, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι αυτού, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελούσε δε υπό τις δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες του εναγομένου σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας της.

Συγκεκριμένα κατά το τετραετές και πλέον διάστημα της απασχόλησής της, μετέβαινε από Δευτέρα έως και Παρασκευή στην Τοπική Μονάδα Υγείας του εναγομένου στον Ασπρόπυργο Αττικής και ασκούσε, με την ανωτέρω ειδικότητά της, απασχολούμενη ημερησίως από ώρα 08:00 έως ώρα 16:00, τα ανατιθέμενα καθήκοντά της, συνιστάμενα στην εξυπηρέτηση κοινού και ασφαλισμένων, στη συνταγογράφηση φαρμάκων, στην τήρηση στατιστικών στοιχείων των ιατρών, στη σύνταξη και ταξινόμηση των εγγράφων και των αναφορών και στην εν γένει γραμματειακή υποστήριξη της άνω Τοπικής Μονάδας Υγείας (βλ.

τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της Διευθύντριας της T.M.Y ΙΚΑ Ασπρόπυργου Αττικής). Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων της ενάγουσας, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα των πενήντα ενός (51) μηνών που διήρκησε η "άσκησή της", καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτήν με το εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως μαθητείας, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρης, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, με συνέπεια να δημιουργείται απλή σχέση εργασίας και η ενάγουσα να δικαιούται καθ' όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στο εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το τελευταίο θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν η ενάγουσα γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές απασχολούμενου υπαλλήλου στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες με την ενάγουσα και υπό τις αυτές συνθήκες, καθοριζόμενες από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α', 7 παρ. 1 και 2, 12 παρ. 1 περ. α' Ν. 3205/2005,Α παρ. 1 Ν. 3554/2007 και 6 παρ. 1 Ν. 3670/2008 και αποτελούμενες από το βασικό μισθό (BM) και το επίδομα κίνητρου απόδοσης (ΚΑ), χωρίς σε αυτές να συμπεριλαμβάνεται η ειδική παροχή των 176,00 ευρώ, διότι δεν πρόκειται για ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, μη εξομοιούμενη συνεπώς με μισθό (ΟλΑΠ 16/2015 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ"), ανέρχονταν στο ποσό των 832,00 ευρώ για το έτος 2006 (736,00 ευρώ ΒΜ και 96,00 ευρώ επίδομα ΚΑ), στο ποσό των 890,00 ευρώ για το έτος 2007 (794,00 ευρώ ΒΜ και 96,00 ευρώ επίδομα ΚΑ), στο ποσό των 911,00 ευρώ για το έτος 2008 (847,00 ευρώ ΒΜ και 64,00 ευρώ επίδομα ΚΑ), στο ποσό των 928,00 ευρώ για το έτος 2009 (864,00 ευρώ ΒΜ και 64,00 ευρώ επίδομα ΚΑ) και στο ποσό των 961,00 ευρώ για το έτος 2010 ( 897,00 ευρώ ΒΜ και 64,00 ευρώ επίδομα ΚΑ).

Με δεδομένο δε ότι η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής της στο εναγόμενο ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των 550,00 ευρώ, δικαιούται: α) το ποσό των 2.820,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-3-2006 έως 31-12-2006 (832,00 ευρώ - 550,00 ευρώ = 282,00 ευρώ X 10 μήνες), β) το ποσό των 4.080,00 ευρώ για το έτος 2007 (890,00 ευρώ - 550,00 ευρώ = 340,00 ευρώ Χ 12 μήνες), γ) το ποσό των 4.332,00 ευρώ για το έτος 2008 (911,00 ευρώ -550,00 ευρώ - 361,00 ευρώ X 12 μήνες), δ) το ποσό των4.536,00 ευρώ για το έτος 2009 (928,00 ευρώ - 550,00 ευρώ = 378,00 ευρώ Χ 12 μήνες) και ε) το ποσό των 2.466,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-6-2010 (961,00 ευρώ - 550,00 ευρώ 411,00 ευρώ Χ 6 μήνες).

Τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία κατέστη πλουσιότερο το εναγόμενο, υποχρεούται το τελευταίο να αποδώσει στην ενάγουσα ως ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία της, καθόσον τα ίδια ποσά θα αναγκαζόταν να καταβάλει αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση για την ίδια εργασία έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα. Επίσης, εφόσον η ενάγουσα απασχολήθηκε με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα εορτών και αδείας και ειδικότερα για το έτος 2006 368,00 ευρώ επίδομα αδείας και 736,00 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων, για το έτος 2007 397,00 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα, 794,00 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων και 397,00 ευρώ επίδομα αδείας, για το έτος 2008 423,50 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα, 847,00 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων και 423,50 ευρώ επίδομα αδείας, για το έτος 2009 432,00 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα, 864,00 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων και 432,00 ευρώ επίδομα αδείας και, τέλος, για το έτος 2010 448,50 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα.

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες η ενάγουσα δικαιούται: α) 3.924,00 (2.820,00 + 368,00 +736,00) ευρώ για το έτος 2006, β) 5.668,00(4.080,00 + 397,00 + ευρώ για το έτος 2007, γ) 6.026,00 (4.080,00 + 423,50 + 847,00 + 423,50) ευρώ για το έτος 2008, δ)6.264,00 (4.536,00 + 432,00 + 864,00 + 432,00) ευρώ για το έτος 2009 και ε) 2.914,50 (2.466,00 + 448,50) ευρώ για το έτος 2010, συνολικά δε το ποσό των 24.796,50 (3.924,00 + 5.668,00 + 6.026,00 + 6.264,00 + 2.914,50) ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.178,50 (6.264,00+2.914,50) ευρώ, που αφορά αμοιβή για την απασχόλησή της κατά τα έτη 2009 και 2010, καθώς και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.618,00 (3.924,00 + 5.668,00 + 6.026,00) ευρώ, που αφορά αμοιβή για την απασχόλησή της κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008, άπαντα τα ανωτέρω (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) ποσά με το νόμιμο τόκο, οριζόμενο σε ποσοστό 6% ετησίως, και καταδίκασε το εναγόμενο-εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας-εφεσίβλητης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 497/2020, 7/2020, ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 319/2017).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε το άρθρο 904 ΑΚ κρίνοντας ότι μεταξύ της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και του εναγομένου ήδη αναιρεσειοντος υφίσταται άκυρη σχέση εργασίας, επειδή καμία (ούτε άκυρη) σχέση εξαρτημένης εργασίας δεν συνέδεε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσιβαλόμενη με το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", εφόσον το νομικό και πραγματικό καθεστώς της ενάγουσας αναιρεσίβλητης αποτελεί σχέση επαγγελματικής κατάρτισης προς απόκτηση εμπειρίας, ήτοι γνήσια σύμβαση μαθητείας, ώστε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ περί αδικαιολόγητης αποκόμισης ωφέλειας εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠΟΛΔ πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την παραδοχή του ότι οι διάδικοι συνδέονται όχι με σύμβαση γνήσιας μαθητείας αλλά με σύμβαση άκυρης εξαρτημένης εργασίας.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμηση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες εκ πλαγίου παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι αν και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων είναι σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια εκπαιδευτικού προγράμματος (stage) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν.2639/1998 και ως εκ τούτου αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας καθώς και το άρθρο 904 ΑΚ, στη συνέχεια δέχεται ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων της ενάγουσας σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα των πενήντα ενός (51) μηνών που διήρκεσε η "άσκησή της" η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον έχει τα χαρακτηριστικά όχι μαθητείας αλλά εξαρτημένης εργασίας και δη άκυρης.

Ο δεύτερος λόγος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Μονομελές Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, δεχόμενο βάσει των αναλυτικώς εκτιθέμενων περιστατικών ,αφού προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων της ενάγουσας με το εναγόμενο σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, ότι προέχον στοιχείο στην απασχόληση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσβλητης δεν υπήρξε η πρόσκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως στο γνωστικό της αντικείμενο και συγκεκριμένα στην ειδικότητα "ΔΕ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ", όπως αναγραφόταν στα υπογραφέντα μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικά συνεργασίας, αλλά η εκτέλεση παραγωγικού έργου, το οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παρείχε σε θέση διοικητικού υπαλλήλου στην Τοπική Μονάδα Υγείας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στον Ασπρόπυργο Αττικής.

Κατά τα λοιπά με το δεύτερο λόγο αναίρεσης με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ με την παραδοχή του ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι γνήσια σύμβαση μαθητείας πλήττεται η ουσιαστικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. (ΑΠ 295/2018, ΑΠ 168/2018).

Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1333/2012), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 464/2019, ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 31/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο, το οποίο εκθέτει στην αίτηση αναίρεσης, των δύο βεβαιώσεων της Διευθύντριας της Τοπικής Μονάδας Υγείας Ασπροπύργου με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-9-2010 η μία και χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου και ημερομηνία η άλλη, στις οποίες (βεβαιώσεις) στηρίχθηκε αν όχι αποκλειστικώς πάντως κυρίως, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην πραγματικότητα συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με σχέση εξαρτημένης εργασίας και τελούσε υπό τις ίδιες εργασιακές συνθήκες με τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους, έχοντας τις ίδιες ικανότητες και προσόντα με αυτούς, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, και ειδικότερα δεχόμενο ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε τα ίδια προσόντα και ικανότητες με τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους της Τ.Μ.Υ.

Ασπροπύργου και για το λόγο αυτό δικαιούται την επίμαχη διαφορά μεταξύ της ληφθείσας βάσει της συμβάσεως stage αποζημιώσεως και του νόμιμου μισθού μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς τα έγγραφα αυτά, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση των εγγράφων, επειδή, δήθεν, δέχτηκε ότι στο κείμενό τους, περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά απλώς από το περιεχόμενο των εγγράφων, που σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα.

Στην πραγματικότητα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν αναφέρονται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα προσδιόρισε το κείμενο των επίμαχων βεβαιώσεων αλλά στο ότι εσφαλμένα αντιλήφθηκε το νόημά τους, προβαίνοντας σε εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου τους, οπότε δεν τίθεται ζήτημα παραμόρφωσης εγγράφου, αλλά σφάλματος εκτίμησης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, δεν θεμελιώνεται ο παρών λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ίδιου Κώδικα (Ολομ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 1645/2009, ΑΠ 155/1996).

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί.

Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένων κατ` εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/2002, ως έχει τροποποιηθεί με τα άρθρα 62 παρ. 3 Ν. 4387/2016 και 31 Ν. 4445/2016, ΑΠ 1213/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 2417/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ