Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeals decision due to improper service of judgment on the State Fund.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeals' dismissal of the State Defense Fund's appeal. The Court found that the lower court erred by accepting service of a judgment on a private employee rather than the legally required Minister of Finance, thereby invalidating the service and the subsequent statute of limitations calculation. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's decision and remanded the case for retrial to determine the correct procedural timeline.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 17 of Law 4407/1929; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: A judgment served on a private employee of a legal person of public law, rather than its competent legal representative, constitutes a procedural defect that invalidates the service and requires retrial to establish the correct limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 363 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 363/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ταμείο Εθνικής Άμυνας (Τ.ΕΘ.Α), που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Θαλού και Πιττακού 10 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Μ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τριαντάφυλλο Μαυρογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4945/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4444/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 2 και 17 του ν. 4407/1929 "περί συστάσεως Ταμείου Εθνικής Αμύνης", 12 και 13 του Π.Δ της 5/7-2-1933 "περί εκτελέσεως του ν. 4407/1929", 24 και 42 παρ. 4 του Π.Δ. 671/1982 "Οργάνωση των Νομικών Υπηρεσιών της Διοίκησης", που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 10 του ν. 1256/1982, που ορίζουν, αφενός ότι η περιουσία του Ταμείου Εθνικής `Αμυνας, διατιθέμενη αποκλειστικώς και μόνο προς τον σκοπό συμπλήρωσης των μέσων της κατά ξηράν άμυνας της χώρας, θεωρείται δημόσια περιουσία, για την οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις που εν γένει διέπουν τη διαχείριση και τη διοίκηση αυτής και αφετέρου ότι οι διατάξεις που αφορούν την ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση και υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου εφαρμόζονται και προκειμένου περί του Ταμείου της Εθνικής `Αμυνας, συνδυαζόμενες προς τη διάταξη του άρθρου μόνου του ν. 6219/1934 "περί ερμηνείας των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9 και 15 του ν. 4407/1929", από την οποία, περιληφθείσα και στον Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ως άρθρο 39 παρ. 2 αυτού ορίζεται ότι "η αληθής έννοια των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9 και 15 του ν. 4407/1929 είναι, ότι το Ταμείον Εθνικής Αμύνης αποτελεί νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητον του Δημοσίου, εκπροσωπείται δε ενώπιον των δικαστηρίων, συμφώνως προς τας διατάξεις τας αφορώσας την εκπροσώπησιν του Δημοσίου" τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου-10 Ιουλίου1944 <περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου που ορίζουν ότι "Το Εκκλησιαστικόν Ταμείον, το Ταμείον Εθνικού Στόλου και το Ταμείον Εθνικής Αμύνης εκπροσωπούνται ενώπιον των Δικαστηρίων ως και το Δημόσιον υπό του Υπουργού των Οικονομικών" και ότι "μόνον οι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών ..
γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας" την παρ.28 του άρθρου 19 ν 2386/1996, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 28 ν 2579/1998, που μεταξύ άλλων ορίζει ότι:<... Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, επιδόσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Δημοσίου ή των κατά το άρθρο 1 του πιο πάνω κανονιστικού διατάγματος νομικών προσώπων, γίνονται στο κατάστημα του Ν.Σ.Κ...> προκύπτει ότι το Ταμείο Εθνικής 'Αμυνας αποτελεί ΝΠΔΔ, του οποίου η δικαστική εκπροσώπηση γίνεται όπως και για το Δημόσιο από το προσωπικό του ΝΣΚ, οι δε επιδόσεις που αφορούν δίκες στις οποίες μετέχει ως διάδικος γίνονται προς τον Υπουργό των Οικονομικών (στο κατάστημα του ΝΣΚ).
Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 ν. 4335/2015, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (παρ. 1), ενώ αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης (παρ. 2).
Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 106/2006).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και ότι αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της έφεσης εκπνέει με την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 1719/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ιδίου Κώδικος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 118/2011).
Η διάταξη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ., ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, ενόψει μάλιστα και του ότι στην τελευταία διάταξη ρητώς ορίζεται ότι αυτή ισχύει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (Α.Π. 118/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008).
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 1181/2019). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναίρεσης 4444/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδοση της 4945/10.8.2004 εκκαλούμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έγινε στις 8-2-2005 στην έδρα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, και την παρέλαβε η υπάλληλος αυτού Δ.
Θ. ήταν έγκυρη και απέρριψε την από 22-5-2007 έφεση του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 29-5-2007, ως εκπρόθεσμη διότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών μετά την εκπνοή της 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Έτσι όμως που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ διότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης δεν ήταν νόμιμη, εφόσον δεν έγινε προς τον Υπουργό των Οικονομικών που εκπροσωπεί το αναιρεσείον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και, συνεπώς δεν έθεσε σε κίνηση την προθεσμία των 30 ημερών, οπότε το εμπρόθεσμο ή μη της ασκηθείσας έφεσης έπρεπε να κριθεί αποκλειστικά από την πάροδο ή μη την προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης.
Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους (αρθ. 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ 1 ν 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4444/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ