Legislator Case Law & Legislation
361/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding service of summons and limitation periods.

Case Number 361/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court judgment. The court held that the appellant failed to appear at the hearing, violating procedural requirements for participation. Furthermore, the court ruled that the limitation period for the inheritance dispute had been interrupted by the appellant's mistake, which was corrected in 2017 before the lawsuit was filed in 2018.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 1857, 261a, 279 of the Civil Code; Article 70 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to participate in the appeal hearing, the court examines ex officio whether the absence was validly expedited; if not, the appeal is inadmissible. Additionally, a mistake regarding limitation periods does not constitute prescription if corrected before the suit is filed.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal hearing participation inadmissible appeal limitation period interruption inheritance dispute service of summons statute of limitations

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 1857, 261a, 279 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Law 4389/2016
Law 1944 regarding Public Law

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 361 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 361/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και ήδη από 1-1-2017 από την ανεξάρτητη αρχή ... (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της (ΑΦΜ ...) και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Ε' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Σ. και της Α., 2) Ζ. Π. του Σ. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη η αίτηση αναιρέσεως στους:

1) Γ. Κ. του Ζ. και της Α., κάτοικο ..., 2) Ν. Κ. του Ζ. και της Α., κάτοικο ... Θεσσαλονίκης, 3) Α. Κ. του Ν., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1 - 3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 608/2021, ΑΠ 412/2018, ΑΠ 864/2017, ΑΠ 99/2017). [2] Από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ...

με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 1287/2022).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1080/2023, ΑΠ 830/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του οικείου πινακίου, και τη συζήτηση αυτής, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις με αριθμ. 1507Δ και 1506/12-01-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Χ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 19-09-2022, πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, και την από 19-09-2022 πράξη της Προέδρου του Γ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Α.

Π., πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από αυτήν. Δεδομένου ότι η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, Α. Π., κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αυτή παρέστη τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ως πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων και δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσιβλήτους ή από κάποιον από αυτούς προς το αναιρεσείον η αντικατάστασή της.

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την σημερινή συνεδρίαση πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων. Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κλήτευση των προς τους η κοινοποίηση τρίτων μη διάδικων και μη μετεχόντων, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στη δευτεροβάθμια δίκη.

Η από 10-09-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 27-02-2019 έφεση και οι από 18-01-2021 πρόσθετοι λόγοι του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. ...

απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την επίδοση στις 30-06-2021, της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον μέχρι την κατάθεση αυτής, στις 20-09-2021, στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν παρήλθε η 30ηνθήμερη προθεσμία, διότι το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών, που για το δικαστικό έτος 2020 - 2021 ορίστηκαν με το άρθρο 26 του ν. 4792/2021 (ΦΕΚ Τεύχος A' 54/09.04.2021), από 1η Ιουλίου μέχρι 31 Αυγούστου 2021, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 11 εδ.

α' του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26ης.06/10.07.1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006 και ισχύει, δεν υπολογίζεται, διότι αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.

β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ.

β ΑΚ). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομία επάγεται σ' εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ). [2] Σύμφωνα με το άρθρο 1527 ΑΚ: "Η κληρονομία που επάγεται στο ανήλικο τέκνο θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής, και το τέκνο, με την επιφύλαξη των διατάξεων το άρθρου 1912, δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα αυτό.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1912 ΑΚ: "Σε περίπτωση προσώπων ανίκανων ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, έκπτωση από το ευεργέτημα, επειδή δεν συντάχθηκε απογραφή επέρχεται αν μέσα σε ένα χρόνο, αφότου τα πρόσωπα έγιναν απεριορίστως ικανά, δεν έκαναν την απογραφή".

Ήδη σύμφωνα με το άρθρο 35 ν. 4786/2021 (ΦΕΚ Α` 43/23.3.2021), που είναι πράγματι ερμηνευτική διάταξη, "κατά την αληθή έννοια του άρθρου 1912 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ, π.δ. 456/1984, Α` 164), ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δικαιούται εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ να αποποιηθεί την κληρονομία" (ΑΠ 1496/2023). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Δεν αποκλείεται, όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ., 147 επ., 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2 - 4 ΑΚ.

Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και η σχετική αγωγή είναι δυνατόν να στραφεί κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ 842/2022, ΑΠ 1041/2022, ΑΠ 827/2017).

Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία (ΑΠ 217/2023, ΑΠ 842/2022). [4] Από τις διατάξεις των άρθρων 157 και 1857 παρ. 2 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή, για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας, που οφείλεται σε εξακολουθητική πλάνη παραγράφεται μετά εξάμηνο, το οποίο αρχίζει αφότου παρήλθε η κατάσταση αυτή, από την άρση δηλαδή της πλάνης, και διακόπτεται αυτή με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 261 εδ.

α' του ΑΚ (ΑΠ 1496/2023, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 10412015). Η προθεσμία αποποίησης της κληρονομίας είναι αποσβεστική προθεσμία, το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής είναι διαπλαστικό, και η, από το άρθρο 1857 παρ. 2 εδ. β ΑΚ, εξάμηνη προθεσμία, παρά το γράμμα της δεν συνιστά παραγραφή αλλά αποσβεστική προθεσμία. [5] Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βούλησης και δήλωσης, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς (Ολ ΑΠ 858/1990), υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται:

α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά το ΑΚ που επέρχεται, αμέσως, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 217/2023, ΑΠ 842/2022). [6] Από τις διατάξεις των άρθρων 215, 237, 238 ΚΠολΔ, που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, οι οποίες, κατά την διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 01/01/2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επί μέρους στάδια προόδου της δίκης.

Ειδικότερα, στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 ΚΠολΔ ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ` αυτές (παρ. 1), ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από την λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ.1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας (παρ. 2), ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (παρ. 3).

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενέργειας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη (ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 692/2023). [7] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ.1 εδ.

δ` ΚΠολΔ των άρθρων 5, 96 παρ. 1 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), άρθρ. 8 παρ. 1 περ. γ` και παρ. 3 περ. α` του ν. 3086/2002, άρθρ. 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), άρθρων 1, 2, 17, 36, 41, 43 του ν. 4389/2016, και 85 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178, προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1850, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διάδικου ως κληρονόμου γίνεται, μετά την 01-01-2017, είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρ. 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής ..., άρθρ. 1 παρ. 1 και 4, 17 παρ. 1, 36 παρ. 1. 41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ.

γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178 (ΑΠ 1496/2023, ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 1498/2023). [8] Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η, κατ` αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 1515/2018). Όταν από το νόμο τάσσεται προθεσμία για την άσκηση αγωγής τότε πρόκειται για ουσιαστικό απαράδεκτο, και συγκεκριμένα για αποσβεστική προθεσμία έστω και αν λαμβάνει χώρα μετά από παραβίαση δικονομικών διατάξεων, και, συνεπώς, ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (πρβλ ΑΠ 1102/2019 ΑΠ 1003/2017). [9] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, με την από 11-12-2017 και με αριθμ. έκθ. κατ. 118760/27-12-2017, που κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά του ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, αφού εξέθεταν ότι γεννήθηκαν η πρώτη στις 15-06-1992 και ο δεύτερος στις 14-09-1993, ζήτησαν την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας (έτος μετά την ενηλικίωση τους) αποποίησης της κληρονομίας της αποβιώσασας, αδιάθετης, στις 15-04-1997, μητέρας τους, Α.

Κ. του Ζ., επικαλούμενοι ουσιώδη πλάνη του ασκούντος τη γονική μέριμνα αυτών, πατέρα τους, Σ. Π., κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας αυτών, και των ιδίων μετά την ενηλικίωσή τους και μέχρι τον Σεπτέμβριο 2017, ως προς το κατά τον ΑΚ σύστημα κτήσης της κληρονομίας, αποποίησης αυτής και προθεσμίας αυτής, με αποτέλεσμα να επέλθει διάσταση μεταξύ πλασματικής δήλωσης και βούλησης τους, διότι δεν επιθυμούσε τόσο ο ασκών τη γονική μέριμνα αυτών όσο και οι ίδιοι μετά την ενηλικίωσή τους, την αποδοχή της κληρονομίας της αποβιώσασας κατάχρεης μητέρας τους, και η ουσιώδης πλάνη συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2017, οπότε έλαβαν γνώση, από το εναγόμενο, ως δανειστή της κληρονομούμενης, από βεβαιωμένες οφειλές προς αυτό, ότι τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής και κατ' ισομοιρίαν, λόγω νόμιμης αποποίησης της κληρονομίας από τον σύζυγο της κληρονομουμένης και πατέρα τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή της, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο νόμιμα, ήτοι στις 04-01-2018, και μέσα στο αναφερόμενο στις διατάξεις του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ εξάμηνο, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Επί της έφεσης του εναγόμενου - αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "...Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο η αγωγή, ορθά κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του ..., καθώς εν προκειμένω το δημόσιο ενάγεται με την ιδιότητά του ως δανειστή κληρονομιάς της κληρονομουμένης συγγενούς των εναγόντων, από τους οποίους αναζητά την ικανοποίηση της αξίωσής του, ως ευθυνόμενων κατά νόμο κληρονόμων της οφειλέτιδας του, ώστε αντλεί έννομο συμφέρον από την πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς από τους ενάγοντες και δεν πρόκειται για φορολογική υπόθεση, ούτε δίκη του ΚΕΔΕ, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

Ως εκ τούτου και ο πρόσθετος λόγος έφεσης περί απαραδέκτου της αγωγής, λόγω μη νόμιμης επίδοσης της είναι νόμω αβάσιμος ... Στις 15/4/1997, απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 32 ετών η Α. Κ. του Ζ., μητέρα των εναγόντων, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους ενάγοντες, οι οποίοι κατά το χρόνο θανάτου της ήταν ακόμα ανήλικοι ηλικίας 5 και 4 ετών αντίστοιχα, όντας γεννημένοι στις 25/6/1992 η πρώτη και στις 14/9/1993 ο δεύτερος και τον σύζυγό της και πατέρα των εναγόντων, Σ.

Π. του Κ.. Στις 14/8/1997, ο πατέρας των εναγόντων, γνωρίζοντας το γεγονός ότι η κληρονομιαία περιουσία είχε χρέη ύψους 8.880 ευρώ προέβη νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αποποίηση της κληρονομιάς, συντάχθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθμ. ... δήλωση αποποίησης ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ως εκ τούτου, δια της αποποίησης του πατέρα τους, προσαυξήθηκαν αναλόγως οι κληρονομικές μερίδες των εναγόντων, οι οποίοι, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως τόσο των αρχικών τους μεριδίων, όσο και του ποσοστού του πατέρα τους, κατέστησαν μοναδικοί εξ αδιαθέτου και κατ' ισομοιρία κληρονόμοι της μητέρας τους.

Κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς στους ενάγοντες, ο πατέρας τους ο οποίος ασκούσε τη γονική μέριμνά τους, δεν προέβη σε νομότυπη και εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομιάς για λογαριασμό τους, διότι εσφαλμένως πληροφορήθηκε ότι τυχόν χρέη της κληρονομιάς δεν επιβαρύνουν τα ανήλικα και ότι λόγω της ανηλικότητας των εναγόντων δεν υπήρχε υποχρέωση αποποίησης εκ μέρους τους.

Ως εκ τούτου, ο Σ. Π. άφησε από άγνοια και παρά τη θέλησή του, να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης της κληρονομιάς για λογαριασμό των ανηλίκων τότε τέκνων του, οι οποίοι μετά την παρέλευση του τετραμήνου από το θάνατο της μητέρας τους, θεωρήθηκαν κατά πλάσμα του νόμου ότι αποδέχτηκαν την κληρονομιά, με το ευεργέτημα της απογραφής (άρθρα 1847, 1850, 1856 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1527 του ίδιου κώδικα).

Η ανωτέρω πλάνη του πατέρα των εναγόντων για την αποδοχή της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς και την έναρξη της προθεσμίας αποποίησής της, που προκλήθηκε δικαιολογημένα από την εσφαλμένη πληροφόρηση που του δόθηκε από την υπάλληλο του τμήματος αποποιήσεων κληρονομιάς του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού ο ίδιος δεν διέθετε αντίστοιχες νομικές γνώσεις, διατηρούμενη μέχρι την ενηλικίωση των εναγόντων αντίστοιχα το 2010 και 2011, μεταφέρθηκε εύλογα στους τελευταίους, οι οποίοι, ούτε μετά την ενηλικίωση τους προέβηκαν σε αποποίηση της κληρονομιάς ούτε επιπλέον συνέταξαν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 1912 ΑΚ απογραφή της.

Άλλωστε εξαιτίας του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από το θάνατο της μητέρας των εναγόντων μέχρι την ενηλικίωση τους και την έλλειψη οποιοσδήποτε συζήτησης μεταξύ των εναγόντων και του πατέρα τους σχετικά με την κληρονομιά της μητέρας τους, οι ενάγοντες ουδέποτε προβληματίστηκαν σχετικά με το ζήτημα αυτό, θεωρώντας εύλογα ότι όλα τα ζητήματα που είχαν προκύψει από την κληρονομιά της μητέρας τους, στο μέτρο που τους αφορούσαν, είχαν οριστικά διευθετηθεί για λογαριασμό τους από τον πατέρα τους και ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα ή υποχρέωση από την κληρονομιά της θανούσης, η οποία, σημειωτέον, δεν αποδεικνύεται ότι περιελάμβανε κάποιο συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.

Έτσι μετά την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 1912 ΑΚ ετήσιας προθεσμίας, το έτος 2011 και 2012 αντίστοιχα εξέπεσαν του ευεργετήματος της απογραφής, ευθυνόμενοι έκτοτε απεριορίστως για τα χρέη της κληρονομιάς της μητέρας τους, σύμφωνα με το άρθρο 1901 του ίδιου κώδικα. Ο δεύτερος ενάγων στις 19/9/2017, όταν επισκέφθηκε ο ίδιος κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας για να εισπράξει αμοιβή ποσού 1.680,00 ευρώ που δικαιούταν από το Αλεξάνδρειο Τ.Ε.Ι.

Θεσσαλονίκης για την πρακτική άσκηση που είχε πραγματοποιήσει σε δημόσιο φορέα ως φοιτητής, πληροφορήθηκε ότι το ποσό αυτό είχε κατασχεθεί από την ... έναντι οφειλών του. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στη Δ.Ο.Υ ... όπου μετά από το από 20/9/2017 αίτημά του για χορήγηση φορολογικής ενημερότητας, ενημερώθηκε περί της κληρονομικής του ιδιότητας, αλλά και περί της βεβαίωσης οφειλών σε βάρος του από τη Δ.Ο.Υ. ...ν ως χρέους της κληρονομιάς, συνολικού ύψους 8.619,74 ευρώ (βλ.

και την υπ' αριθμ. ... απαντητική επιστολή της ως άνω Δ.Ο.Υ. επί της ως άνω αιτήσεώς του) και πληροφόρησε άμεσα για το γεγονός αυτό και την πρώτη ενάγουσα αδελφή του. Με δεδομένα, όμως, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, τόσο ο νόμιμος αντιπρόσωπος των εναγόντων, όσο και οι ίδιοι, καθόλο το χρόνο που έπρεπε να αποποιηθούν την κληρονομιά και μέχρι την ενημέρωσή τους από την Δ.Ο.Υ. ...

στις 25-9-2017, αγνοούσαν την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης πριν την ενηλικίωσή τους και κατ' επέκταση τις απορρέουσες από την άπρακτη παρέλευσή της έννομες συνέπειες. Η με τον τρόπο αυτό συναγόμενη κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή της κληρονομιάς από τους ενάγοντες δεν συμφωνεί με τη βούλησή τους, λόγω ουσιώδους πλάνης τους ως προς την υποχρέωση αποποίησης τους εντός τετράμηνης προθεσμίας.

Συνακόλουθα,...., η ανυπαίτια άγνοια των εναγόντων για την επαγωγή τους στην κατάχρεη κληρονομιά της μητέρας τους, την οποία ουδόλως επιθυμούσαν να αποδεχθούν, όπως αποδεικνύεται από τις μέχρι τότε ενέργειες του πατέρα τους, που δημιούργησε τη μεταξύ της βουλήσεώς τους και δηλώσεώς τους διάσταση, ήταν ουσιώδης και θεμελιώνει ουσιαστικά βάσιμο δικαίωμά τους για την προσβολή της πλασματικής, λόγω παρέλευσης της σχετικής τετράμηνης προθεσμίας, αποδοχής της κληρονομιάς της ανωτέρω κληρονομουμένης, λόγω πλάνης, συνιστάμενη στην άγνοια του παραπάνω...., ουσιώδους στοιχείου, δικαίωμα που άσκησαν με την υπό κρίση αγωγή τους.

Η πλάνη τους αυτή εξακολούθησε μέχρι τις 25-9-2017, οπότε και επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο η υπ' αριθμ. ... απαντητική επιστολή της ως άνω Δ.Ο.Υ. επί της, από 20/9/2017, αιτήσεώς του για χορήγηση φορολογικής ενημερότητας που υπέβαλε, σύμφωνα με την οποία ενημερώθηκε ότι είχε χρεωθεί με το ποσό των 8.800 ευρώ λόγω οφειλής της θανούσας μητέρας του προς τη Δ.Ο.Υ. ..., και αμέσως ειδοποίησε την αδελφή του για την επαγωγή σε αυτούς της κληρονομιάς της μητέρας τους.

Την κρινόμενη δε αγωγή άσκησαν εμπροθέσμως στις 4/1/2018 (βλ. την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Γ.), ήτοι εντός έξι μηνών από την άρση της πλάνης της και τη γνώση του λόγου της επαγωγής της κληρονομιάς της μητέρας τους. Το εκκαλούν επαναφέρει ομοίου περιεχομένου ένσταση παραγραφής που είχε προβάλλει και πρωτοδίκως, ισχυριζόμενο ότι, η κρινόμενη αγωγή, ασκήθηκε μετά την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας, διότι η κατά τα ανωτέρω πλάνη των εναγόντων έπαψε να υφίσταται από τις 2/6/2017, όταν ο πατέρας τους αιτήθηκε για λογαριασμό του γιου του φορολογική ενημερότητα, αίτημα που απερρίφθη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ...ν λόγω των βεβαιωμένων οφειλών προς το Δημόσιο που τον βάρυναν ως κληρονόμο, με συνέπεια από την πληροφόρηση του περιστατικού αυτού έως την άσκηση της αγωγής να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου.

Ο ως άνω ισχυρισμός όμως παρίσταται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από κανένα απολύτως στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι από τον χρόνο που επικαλείται το εναγόμενο, υπήρξε άρση της αποδειχθείσας ουσιώδους πλάνης των εναγόντων. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στις 2/6/2017 ο πατέρας των εναγόντων, εξυπηρετώντας τον γιό του, ο οποίος απουσίαζε στις Σέρρες όπου φοιτούσε, αιτήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. ...ν να χορηγηθεί στον γιο του φορολογική ενημερότητα.

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε λόγω των χρεών που βάρυναν τον δεύτερο ενάγοντα από την κληρονομιά της μητέρας του. Όπως, όμως, περαιτέρω αποδεικνύεται, ο πατέρας των εναγόντων δεν μετέφερε την πληροφόρηση αυτή σε κανένα από τα τέκνα του, καθώς, θεωρώντας προδήλως τον εαυτό του υπεύθυνο για το χρέος που ανέλαβαν τα τέκνα του, το οποίο ανέρχεται σε 8.619,74 ευρώ, προσπάθησε να εξεύρει ο ίδιος το απαιτούμενο για την εξόφλησή του χρηματικό ποσό, χωρίς τελικά να το καταφέρει.

Ως εκ τούτου, εφόσον ο πατέρας των εναγόντων ουδέποτε ενημέρωσε τους ενάγοντες περί της βεβαρημένης κληρονομιάς της μητέρας τους που τους είχε επαχθεί, αλλά όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω το πρώτον έμαθαν περί αυτού, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 25-9-2017, είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος έφεσης περί παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι η αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 27-12-2017 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον Υπουργό Οικονομικών, με την υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Γ., ήτοι μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, δεν είναι ανυπόστατη. 2) Ότι η αγωγή ακύρωσης δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 1857 παρ. 2 ΑΚ εξάμηνη προθεσμία, η οποία, παρά το γράμμα της, δεν συνιστά παραγραφή αλλά αποσβεστική προθεσμία, για το λόγο ότι η πλάνη του ασκούντος τη γονική μέριμνα των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια των ιδίων ως ενηλίκων, ως προς την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας της αποβιώσασας, στις 15-04-1997, μητέρας τους Α.

Κ. του Ζ. και τις συνέπειες της άπρακτης παρόδου αυτής, άρθηκε στις 25-09-2017, οπότε πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της προθεσμίας και της παρόδου άπρακτης αυτής, και μέχρι τη νόμιμη επίδοση της αγωγής, στις 04-01-2018, δεν παρήλθε εξάμηνο. [2] Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο να κηρύξει ανυπόστατη την κατατεθείσα, στις 27-12-2017, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ένδικη αγωγή, διότι με επίδοση αυτής, στις 04-01-2018, στον Υπουργό Οικονομικών, ολοκληρώθηκε η άσκηση αυτής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθώς πρόκειται για αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1850, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων ως κληρονόμων της αποβιωσάσης, στις 15-04-1997, Α.

Κ. του Ζ., και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας αυτών ως οφειλετών του Δημοσίου, για την οποία αρκεί η επίδοση, και μετά την 01-01-2017, είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής .... Επομένως, ο, από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [3] Περαιτέρω, έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς την απόρριψη της ένστασης αποσβεστικής προθεσμίας (κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό) της ένδικης αγωγής, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1857 παρ. 2, 261α και 279 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1δ ΚΠολΔ, 5 (παρ. 1, 2) του Κ.Δ/τος της 26ης Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" και 2 παρ. 2β και 36 παρ. 1 του ν. 4389/2016, διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η ουσιώδης πλάνη των αναιρεσιβλήτων άρθηκε στις 25-09-2017 και μέχρι την από 04-01-2018 επίδοση της αγωγής στον Υπουργό Οικονομικών, η οποία αρκεί για την επίδοση της ένδικης αγωγής, ως έχουσα το προαναφερθέν αντικείμενο, για να ολοκληρωθεί το διακοπτικό της αποσβεστικής προθεσμίας γεγονός, και, συνεπώς, πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν επιβάλλονται, λόγω της ερημοδικίας τους και της συνακόλουθης έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-09-2021 αίτηση του ....

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ