Legislator Case Law & Legislation
360/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against commercial agency contract termination, ruling facts were proven and no procedural error existed.

Case Number 360/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Patras, which rejected the claim for damages due to contract termination without cause. The appellant argued the lower court distorted an affidavit and failed to adjudicate a specific claim for additional damages. The court found the affidavit did not qualify as a document under the relevant procedural article and confirmed the lower court had fully adjudicated the damages claim, rendering the appeal inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court distorted an affidavit that does not constitute a 'document' under the cited article, and an appeal based on a claim being left unadjudicated is unfounded if the court of first instance has actually ruled on that claim in the main judgment.

Keywords

AI generated
commercial agency contract termination without cause appeal inadmissibility affidavit document status unadjudicated claim contract damages procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 360 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 360/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....." και τον διακριτικό τίτλο ".....", που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σαλώμη Δερμάτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ..../2018 μη οριστική και ..../2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η ...../2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/5/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. ...../2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν έφεση της αναιρεσεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. .../2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας για αποζημίωση λόγω καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας χωρίς σπουδαίο λόγο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Ι. Με το Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του, ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Με βάση αυτό τον ορισμό η σύμβαση αντιπροσωπείας έχει χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, αφού καθορίζει τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις των μερών και τους κανόνες της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία όμως πραγματώνεται με πλειάδα επί μέρους συμβάσεων διαμεσολάβησης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικότητας, σύμφωνα με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει τη μέριμνα των υποθέσεων του αποκλειστικά στον αντιπρόσωπο για μία ορισμένη περιοχή.

Σ' αυτή την περίπτωση πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 8 του ΠΔ 219/1991, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, κατά δε την παρ. 2, σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να ορισθούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων.

Τέλος, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, όταν είναι αόριστης διαρκείας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτη καταγγελία).

Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας). Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων.

Η έννοια της διάταξης είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις επιτρέπεται η καταγγελία της σύμβασης και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών. Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βούλησης, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης η αόριστης διάρκειας.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθού απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 984/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 964/2015).

Εξάλλου, στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου π.δ. ορίζονται και τα εξής: α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες, ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται και η εφαρμογή της ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος" (άρθρο 9 παρ. 1α), β) "το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ. 1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί στον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας που υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 9 παρ. 1γ) και δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωση ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (άρθρο 9 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές - σε συνδυασμό και με αυτές του άρθρου 8 - του ως άνω Π.Δ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ. 2 εδ. α`, β`, γ` και παρ. 3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι, από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α` του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ` της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος.

Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου (ΟλΑΠ 16/2013), η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο. Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου έχει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσης προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991.

Επίσης, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α' του π.δ. 219/1991 η, κατά τα ανωτέρω, αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, από το οποίο συνάγεται, περαιτέρω, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του εν λόγω π.δ.

προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ` ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία.

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 28/2020, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 1317/2018, ΑΠ 806/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η σύμβαση αντιπροσωπείας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ανέλαβε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής (προμήθειας), την αντιπροσώπευση των προϊόντων (οίνων και ποτών) της τελευταίας στον τομέα του λιανεμπορίου σε όλες τις χώρες του εξωτερικού, καταγγέλθηκε από την αντιπροσωπευόμενη αναιρεσίβλητη για σπουδαίο λόγο και δεν ήταν ούτε καταχρηστική ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη και ότι, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας ή ανόρθωση περαιτέρω ζημίας ούτε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εδρεύουσα στη ..... ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "......", η οποία ιδρύθηκε την 25.1.2008, με εταίρους τις επίσης κυπριακές εταιρίες "......", με συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο 500 μετοχές και ".....", επίσης με συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο 500 μετοχές, έχει ως αντικείμενο την προώθηση διαφόρων ειδών οίνων και ποτών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με κυριότερη αγορά αυτή της Γερμανίας, και είναι ευρύτερα γνωστή στην αγορά της Ελλάδος, καθ' όσον έχει συνεργαστεί με πολλές ελληνικές εταιρίες οίνων και ποτών, απασχολώντας δικό της προσωπικό, στην οποία παρέχει τις υπηρεσίες του ως υψηλόβαθμο στέλεχος και εκπρόσωπός της στην Ελλάδα ο Ν.

Α., ενώ Γενική Διευθύντρια είναι η υπήκοος ...... Ν. Α.. Η εδρεύουσα στο .... εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "......", με τον δ.τ. ".....", ιδρύθηκε το έτος 1987 (ΦΕΚ 2895/ 16.12.1987), Πρόεδρος είναι ο Α. Θ. του Κ., Διευθύνων Σύμβουλος ο Ι. Α. του Κ. και Αντιπρόεδρος Δ. Ι. του Θ. και δραστηριοποιείται στους τομείς εμφιάλωσης και εμπορίας διαφόρων ειδών οίνων και ποτών.

Με την από 10.4.2008 σύμβαση αντιπροσώπευσης, που υπεγράφη στο ....., η ενάγουσα κυπριακή εταιρία ανέλαβε ως αντιπρόσωπος την αντιπροσώπευση των προϊόντων της εναγόμενης εταιρίας, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στο Παράρτημα Α' της σύμβασης αυτής, σε όλες τις χώρες του εξωτερικού, εκτός της ελληνικής αγοράς.

Η διάρκεια της σύμβασης αντιπροσωπείας ορίστηκε σε οκτώ (8) έτη, αρχής γενομένης την 1η.8.2008, με δικαίωμα παρατάσεως πέντε (5) επιπλέον ετών, εφόσον οι ετήσιες πωλήσεις των προϊόντων των κατηγοριών Α έως Ε του ως άνω Παραρτήματος, κυμαίνονταν ή ξεπερνούσαν τις έξι εκατομμύρια (6.000.000) φιάλες. Δεδομένου ότι η εναγόμενη εταιρία είχε ήδη πελάτες στο εξωτερικό που αγόραζαν τα προϊόντα της και συγκεκριμένους διανομείς, οι οποίοι αναφέρονται αναλυτικά στο Παράρτημα Β' της σύμβασης αντιπροσωπείας, η αντιπρόσωπος εταιρία ανέλαβε τους πελάτες της λιανικής πώλησης (.....), ήτοι ...... markets, ...... markets, D.

C. C.. Προκειμένου ένας πελάτης να εισαχθεί στη διαχείριση του τομέα δραστηριότητας (......) της αντιπροσώπου εταιρίας έπρεπε ο τζίρος του στην εταιρία να αυξηθεί σε σχέση με τον τζίρο που υπήρχε την 31.12.2005 και το αποτέλεσμα της αύξησης να προέρχεται από την καθοδήγηση και τη συμμετοχή της αντιπροσώπου εταιρίας.

Οι πωλήσεις της εταιρίας στην Ελλάδα εξαιρέθηκαν ρητά από την ως άνω σύμβαση αντιπροσωπείας, εκτός αν αυτές αφορούσαν οίνους και ποτά εισαγωγής. Επίσης, εξαιρέθηκαν οι πελάτες χονδρικής και "catering" της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας σε όλο τον κόσμο, εκτός αν αυτοί προέρχονταν από την μεσολάβηση του αντιπροσώπου.

Και οι δύο πλευρές ανέλαβαν ρητή δέσμευση αλληλοενημέρωσης, προκειμένου να υπάρχει κοινή τιμολογιακή πολιτική, ενώ οι τιμές πώλησης θα συμφωνούνταν μεταξύ των μερών για κάθε έτος ξεχωριστά, το αργότερο κατά τους μήνες Οκτώβριο-Νοέμβριο εκάστου έτους, ώστε να ισχύουν την επόμενη χρονιά και εφόσον είχε προσδιοριστεί το σταθερό κόστος.

Η διάρκεια ισχύος των τιμών θα συμφωνούνταν μεταξύ των δύο εταιριών και θα αναμορφωνόταν κατ' έτος ως προς τα προϊόντα, τις τιμές κόστους και τις τιμές πώλησης. Η αντιπρόσωπος εταιρία δεσμεύθηκε να πωλεί τα προϊόντα στις τιμές που ορίζονταν στο Παράρτημα Α' και θα εξασφάλιζε από τη διαφορά σταθερού κόστους και τιμής ex factory το προϋπολογιστικό μεικτό κέρδος.

Την τιμή ex factory ο αντιπρόσωπος μπορούσε να τη διαμορφώνει κατά την κρίση του είτε προς τα πάνω είτε και προς τα κάτω του σταθερού κόστους, εφόσον όμως υπήρχε έγγραφη συγκατάθεση της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας. Ειδική συμφωνία καταρτίστηκε για τα προϊόντα με την ετικέτα ....., τα οποία η αντιπροσωπευόμενη εταιρία ανέλαβε να παράγει και να εμφιαλώνει στις εγκαταστάσεις της, άλλως σε άλλη οινοποιητική μονάδα κοινής επιλογής με τον αντιπρόσωπό της, έτσι ώστε να εξυπηρετείται το πελατολόγιο.

Και για τα προϊόντα ... συμφωνήθηκε ότι το σταθερό κόστος θα προσδιοριζόταν από την αντιπροσωπευόμενη εταιρία ετησίως κατά τους μήνες Οκτώβριο-Νοέμβριο, θα αποτελούσε τη βάση της τιμολογιακής πολιτικής του αμέσως επόμενου έτους, και θα έπρεπε να περιλαμβάνει μόνο το κόστος πρώτης ύλης πλέον του κόστους παραγωγής και εμφιάλωσης, ενώ δεν θα περιλάμβανε το κέρδος.

Στόχος της σύμβασης αντιπροσωπείας ήταν να επιτευχθεί στις διεθνείς αγορές ηγετική θέση της εναγόμενης εταιρίας στον τομέα της λιανικής αγοράς (retail), γεγονός το οποίο οδήγησε τους συμβαλλόμενους στη δημιουργία ενός Κέντρου Κέρδους (P.C.), στο οποίο θα συγκεντρώνονταν το κέρδος από τη μεταξύ τους σύμβαση, το οποίο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ήταν αυτοχρηματοδοτούμενο.

Η διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και του σταθερού κόστους ορίστηκε ως το μεικτό κέρδος του ως άνω Κέντρου, ενώ η αμοιβή του αντιπροσώπου ορίστηκε ότι θα προκύπτει από το κέρδος της συνεργασίας. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι η αντιπρόσωπος εταιρία μπορούσε, με τη συναίνεση της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας, να τιμολογεί έναντι του αναμενόμενου κέρδους κατά τη διάρκεια του έτους ανά τιμολόγιο μέχρι το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ μηνιαίως.

Η τελική εκκαθάριση θα λάμβανε χώρα την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και το ποσό αυτό θα αφαιρούνταν από το κέρδος της συνεργασίας. Για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου, ήτοι την άνοδο της εναγόμενης εταιρίας σε ηγετική θέση στις διεθνείς αγορές, και ειδικότερα στον τομέα της λιανικής αγοράς (retail), η τελευταία άνοιξε γραφείο εξαγωγών στην Αθήνα (οδός ....., αριθ. ...., ......), στο οποίο εγκαταστάθηκε ο εκπρόσωπος της αντιπροσώπου εταιρίας Ν.Α., με βοηθό εξαγωγών τη Γερμανίδα υπήκοο D.

K.- G., η οποία είχε προσληφθεί από την αντιπροσωπευόμενη εταιρία ως κοινή βοηθός τόσο του Ν.Α., ο οποίος δραστηριοποιούνταν ως αντιπρόσωπος στις παγκόσμιες αγορές με κύρια αγορά αυτή της Γερμανίας, την οποία γνώριζε ιδιαίτερα καλά, όσο και της ...., της οποίας η έδρα ήταν στο ...... . Η ως άνω υπάλληλος εκτός των λοιπών καθηκόντων της ήταν υπεύθυνη για τον ετήσιο απολογισμό της συγκεκριμένης σύμβασης και τον υπολογισμό του κέρδους (profit), τα οποία παρουσίαζε τόσο στον Ν.

Α., όσο και στον Ι.Α. (βλ. το από 10.8.2007 έγγραφο πρόσληψης της ως άνω υπαλλήλου γραφείου). Στο ίδιο γραφείο εργαζόταν και ο σύμβουλος προώθησης προϊόντων Γ. Κ.. Αποδείχθηκε ακόμη ότι για την εκτέλεση της ως άνω σύμβασης αντιπροσωπείας ο Ν.Α., ενεργώντας ως εκπρόσωπος της αντιπροσώπου εταιρίας, προέβη σε πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης σε πελάτες της λιανικής αγοράς του εξωτερικού, οι οποίοι πράγματι δεν περιλαμβάνονταν στον κύκλο εργασιών της, γεγονός το οποίο και η ίδια συνομολογεί.

Έτσι, η αντιπρόσωπος εταιρία δημιούργησε οργανωμένο δίκτυο πωλήσεων αποτελούμενο από σταθερούς πελάτες και συγκεκριμένα στη Γερμανία τις εταιρίες K...., R..., A..., S...., R.K., L.I., B.-L., G.... και M., στη Ρωσία την εταιρία M. E., στις Κάτω Χώρες τις εταιρίες F.D. και S.F.G. N. B.V., στην Πολωνία την εταιρία P.C., στη Σερβία την εταιρία S....., στις ΗΠΑ την εταιρία G.W., στο Βέλγιο την εταιρία S.B., στην Ουκρανία την εταιρία Κ.O., στην Ουγγαρία την εταιρία B.E.M., στην Γαλλία την εταιρία B....., στον Καναδά τις εταιρίες L....

και S.A., στην Ελβετία την εταιρία S.S. και στην Λιθουανία την εταιρία V. S.. Με τους ως άνω πελάτες η ενάγουσα εταιρία μέσω του Ν. Α. είχε αναπτύξει σταθερή και συνεχή συναλλακτική επαφή, ιδίως με αυτούς που είχαν έδρα στη Γερμανία. Το γεγονός αυτό οδήγησε και την ενάγουσα εταιρία να αναπτύξει τη δική της επιχειρηματική υποδομή, παρά το ό,τι αφενός προέβη στην οργάνωση του δικτύου διανομής των προϊόντων παραγωγής της εναγομένης στις ως άνω αγορές και αφετέρου εξακολουθούσε να εξαρτάται από την εσωτερική λειτουργία της τελευταίας και κυρίως το σύστημα διανομής της, γεγονός που αποδεικνύεται από την κοινή λειτουργία του προαναφερόμενου γραφείου εξαγωγών στην Αθήνα.

Η αύξηση των πωλήσεων και η άνοδος της εναγομένης εταιρίας στο εξωτερικό, γεγονός το οποίο αύξησε και την αμοιβή (προμήθεια) της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας, δημιούργησε αρχικά άριστες συνθήκες συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιριών. Οι εκατέρωθεν απαιτήσεις καταχωρούνταν σε κοινό δοσοληπτικό λογαριασμό και στη συνέχεια εκκαθαρίζονταν κατόπιν προφορικής συνεννόησης μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων εταιριών.

Μάλιστα, δεδομένου ότι η ενάγουσα εταιρία είχε έδρα στην Κύπρο και λειτουργούσε σύμφωνα με το εκεί ισχύον εμπορικό-οικονομικό νομικό πλαίσιο, η τιμολόγηση των προϊόντων και η αντίστοιχη φορολόγηση ήταν ευνοϊκότερη για αμφότερες τις εταιρίες. Πλην όμως, από το έτος 2010 δημιουργήθηκαν έντονες αμφισβητήσεις ως προς το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας αντιπροσώπου εταιρίας, οι οποίες κορυφώθηκαν τον Απρίλιο του έτους 2012.

Από το σύνολο της αλληλογραφίας μεταξύ των διάδικων μερών κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα αποδεικνύεται ότι οι σχέσεις των δύο εταιριών ήταν αρμονικές έως την 31.12.2010 (βλ. την από 31.12.2010 επιστολή για τα αποτελέσματα της συνεργασίας 2010). Έκτοτε, άρχισαν έντονες αμφισβητήσεις ως προς το ύψος των αμοιβών της ενάγουσας εταιρίας, οι οποίες είχαν αυξηθεί σημαντικά, γεγονός το οποίο δεν αποδεχόταν η εναγομένη εταιρία με βάση τις λογιστικές εκκαθαρίσεις που λάμβαναν χώρα για κάθε προϊόν της και ιδίως όσον αφορούσε στους εξωλογιστικούς συμψηφισμούς και τις μεταφορές ποσών [βλ.

τις με ημερομηνίες 18.4.2011, 5.7.2012, 25.7.2012, 30.7.2012, 1.8.2012, 7.8.2012, 8.8.2012, 10.8.2012, 30.8.2012, 7.9.2012, 14.9.2012 επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα (email) και προτάσεις συμβιβαστικής επίλυσης των οικονομικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων]. Η εντονότερη διαφωνία αφορούσε στην τιμολόγηση της γερμανικής εταιρίας "......", για την οποία η ενάγουσα εταιρία, με την από 25.7.2012 επιστολή της προς την "......." ανέφερε ότι αποτελούσε ειδική μεταξύ τους συμφωνία και οι καταβολές της συγκεκριμένης εταιρίας γινόταν απευθείας στην ίδια (ενάγουσα αντιπρόσωπο εταιρία) ως εγγύηση της μεταξύ τους σύμβασης και οι σχετικές καταβολές έχουν συμψηφιστεί σύμφωνα με τον πίνακα που ο Ν.

Α. είχε συντάξει και είχε επισυνάψει στην ως άνω επιστολή. Πλην όμως η ως άνω συμφωνία για την ειδική τιμολόγηση του ως άνω πελάτη και τις απευθείας καταβολές στην ενάγουσα αντιπρόσωπο εταιρία δεν αποδείχθηκε από κανένα έγγραφο, δεδομένου ότι σύμφωνα με τον προαναφερόμενο ρητό όρο της ως άνω σύμβασης αντιπροσώπευσης η τιμολογιακή πολιτική και των δύο εταιριών έπρεπε να είναι κοινή, ενώ για κάθε μεταβολή απαιτούνταν η έγγραφη συγκατάθεση της εναγόμενης εταιρίας.

Στις 30.7.2012 η εναγόμενη, ανταπαντώντας στην ως άνω επιστολή της ενάγουσας ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατόν να της απαντήσει στον προαναφερόμενο πίνακα χρεωπιστώσεων καθώς περιέχονταν σε αυτόν λογιστικά λάθη και ζητούσε να της αποσταλεί η συμφωνία που είχε συναφθεί με την γερμανική εταιρία. Δεδομένου ότι δεν κατέστη εφικτή η δι' αλληλογραφίας συνεννόηση των μερών, ακολούθησε στις 6.8.2012 συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων των δύο εταιριών στο ..... .

Για την ενάγουσα εταιρία συμμετείχε ο Ν.Α. και για την εναγομένη ο Πρόεδρος του Δ.Σ. Θ. Α., ο Διευθύνων Σύμβουλος Ι. Α. και τα μέλη του Δ.Σ. Ι. Δ., Διευθυντής παραγωγής και Ν. Μ., Αρχιλογιστής. Ο Ν. Α. παρέδωσε στην εναγόμενη εταιρία έγγραφο που αφορούσε στις εισπράξεις από την ως άνω γερμανική εταιρία και έγγραφο με τίτλο "Πίνακας εξολογιστικών συμψηφισμών και μεταφορών ποσών", στο οποίο αναφέρονταν αναλυτικά οι αμοιβές της ενάγουσας εταιρίας, ενώ υπήρχαν και διορθώσεις σε σχέση με το κέρδος που είχε προσδιορίσει η ίδια από το έτος κατάρτισης της σύμβασης αντιπροσωπείας (2008) έως και την ημέρα της συνάντησης, αμφισβητώντας ουσιαστικά όλες τις μέχρι τότε μεταξύ τους εκκαθαρίσεις.

Επιπλέον, ο Ν. Α. για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας ζήτησε να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση για τα ανωτέρω θέματα και αποφασίστηκε να επιδιωχθεί ο συντονισμός των λογιστικών τακτοποιήσεων με κύριο σημείο αναφοράς και ελέγχου τις αγοραπωλησίες και τις εισπράξεις από την εταιρία "...", ώστε να προκύψει το ακριβές ποσό της αμοιβής της ενάγουσας.

Στις 13.9.2012 πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση των διαδίκων στην έδρα της εναγομένης εταιρίας στο ..... και συμφωνήθηκε ως συμβιβαστική λύση ότι το εξωλογιστικό υπόλοιπο οφειλής μεταξύ των εταιριών ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ, το οποίο προέκυψε αφού προηγουμένως καταβλήθηκαν αμοιβές 10.000 ευρώ το μήνα έναντι των αποτελεσμάτων χρήσεως του έτους 2012 και επιφυλάχθηκε η ενάγουσα εταιρία πως εφόσον η αμοιβή του έτους 2012 προσδιοριστεί με ακρίβεια στις 31.12.2012, τότε με αυτή και με όποιες άλλες καταβολές γινόταν για το έτος 2012 να γίνει συμψηφισμός.

Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι για τους πελάτες X......, S... R..., B...- L..., G..., B..., B...., και ειδικά στα αλκοολούχα ποτά, για τον προσδιορισμό του "κέρδους-αμοιβής" της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας θα ίσχυε το ακριβές κοστολόγιο. Παρά δε τα ανωτέρω, ο Ν. Α. ως εκπρόσωπος της αντιπροσώπου εταιρίας, με επιστολή του προς την γερμανική εταιρεία "......", την οποία απηύθυνε προς τους εκπροσώπους αυτής D.S. και A.S., ενόψει της επικείμενης συνάντησής του μαζί τους στο B.-B.

στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου 2012, τους ενημέρωνε, εν αγνοία της εναγόμενης εταιρείας, επί λέξει (σε ακριβή, μετάφραση από τα γερμανικά) τα εξής: "Αρχικά θα ήθελα να δώσω ορισμένες σημαντικές πληροφορίες εκ των έσω, καθώς επίσης και τις προσωπικές μου εντυπώσεις γενικότερα για την C..... Από την αρχή της χρονιάς επικρατεί μεγάλη ανησυχία στη Γενική Συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, υπάρχουν μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές και δυσαρέσκεια.

Ο Γ. Α. δεν έχει πια πλήρη έλεγχο, αλλά ωστόσο χειρίζεται την κατάσταση. Από την άνοιξη υπάρχει ακόμα μια αντιπαράθεση σε εξέλιξη ανάμεσα στον Αντιπρόεδρο και κάτοχο του 15% των μετοχών και τους αδερφούς Α.... Προσπάθησα να μεσολαβήσω και η κατάσταση επιδεινώθηκε. Περισσότερα σχετικά με αυτό στο B.-B.. Οι γενικές συνθήκες και ιδιαίτερα η κατάσταση των Τραπεζών στην Ελλάδα δεν αλλάζουν, η εταιρία C...

θα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και θα μπορέσει να διατηρήσει την αποδοτικότητά της μόνο με πολλές ελλείψεις. Όσον αφορά την προμήθεια οινοπνεύματος από τη ......, είναι ήδη βέβαιο, ότι η C... υστερεί κατά πολύ σε σχέση με τον συνυποψήφιο- ανταγωνιστή T.... και δεν ξέρω για πόσο μπορώ να τους κρατήσω ήρεμους, εάν δεν πάρουν κομμάτι από την πίτα.

Όσον αφορά στην προμήθεια κρασιού από το εσωτερικό, δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αμφιβάλλω πολύ για το αν με το εγχώριο κρασί και τις τωρινές τιμές για τα απλά ερυθρά κρασιά θα μπορεί μελλοντικά να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός των discount αγορών. Σύμφωνα με την άποψή μου ο στόχος μας θα πρέπει να είναι να αναπτυχθούμε σε όλα τα επίπεδα του λιανικού εμπορίου ανά την Ευρώπη με ελληνικά και κυπριακά προϊόντα, ιδιαιτέρως με κρασί, οινοπνευματώδη ποτά και ελαιόλαδο.

Αυτό τον στόχο μπορούμε να τον επιτύχουμε με τη σειρά "......" (σ.σ. ετικέτα της κυπριακής ενάγουσας εταιρίας), την κοινή μάρκα του S.... και της H.C., καθώς επίσης και με τις ιδιωτικές ετικέτες.....Η σειρά κρασιών και οινοπνευματωδών ποτών "..." πρέπει να αντικαταστήσει σταδιακά τις μάρκες C..., και R... ". Σκοπός της ως άνω δυσφημιστικής επιστολής ήταν να αποσπάσει η ενάγουσα εταιρία την εταιρία "......" και να την εντάξει στο δικό της πελατολόγιο.

Έτσι, αφού δυσφήμισε με τις ως άνω δυσμενείς πληροφορίες για την οικονομική και εταιρική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας ".......", στη συνέχεια πρότεινε στην ως άνω πελάτη πλάνο ένταξής της στο δικό πελατολόγιο της "......", με μακροχρόνια συνεργασία τουλάχιστον δέκα (10) ετών. Είναι χαρακτηριστικό, δε, ότι στην ως άνω επιστολή όπου αναφέρεται ρητά ότι η ενάγουσα εταιρία "......" διαθέτει τα ευρωπαϊκά δικαιώματα για το εμπορικό σήμα "....." και θα τα μεταβιβάσει δωρεάν στην εταιρία "......", πλην όμως μέχρι την πλήρη ανάπτυξη (σχεδιασμός και υλοποίηση) της συγκεκριμένης ετικέτας θα έπρεπε να μην τεθεί σε κίνδυνο η συνεργασία με τις ιδιωτικές μάρκες της εναγόμενης εταιρίας (C..., ..., R.

κλπ), αλλά μόνο μόλις ολοκληρωνόταν η στρατηγική marketing και διακίνησης της ετικέτας ".....". Ο ισχυρισμός της ενάγουσας εταιρίας ότι την εντολή για την αποστολή της συγκεκριμένης επιστολής και μάλιστα με το ως άνω περιεχόμενο και ύφος είχε δώσει ο ίδιος ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ι. Α., προκειμένου να πωληθεί ένα μέρος των μετοχών της εναγόμενης εταιρίας στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία και γι' αυτό το σκοπό είχε στείλει και τους ισολογισμούς της "....", ενώ ως μέσο προσέλκυσης συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί η ετικέτα "....." δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο.

Η κατάθεση του ίδιου του Ν.Α. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία είναι η μόνη που επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρίας δεν αρκεί για να προσδώσει ουσιαστική βασιμότητα σε αυτούς, καθώς ο ανωτέρω ουσιαστικά είναι και ο εκπρόσωπος της κυπριακής εταιρίας στην Ελλάδα και ο ίδιος είχε προβεί στον σχεδιασμό και στη μεθόδευση των ανωτέρω προκειμένου, ενεργώντας αντισυμβατικά, να απομακρύνει έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες της "....." δυσφημώντας την αντιπροσωπευόμενη εταιρία και στη συνέχεια να τον προσελκύσει στο πελατολόγιο της αντιπροσώπου εταιρίας ".....".

Επιπλέον, δεν ευσταθεί στη βάσανο της λογικής ότι η ίδια η εναγόμενη εταιρία, μέσω του διευθύνοντος συμβούλου της, έδωσε εντολή στον Ν. Α. να συντάξει την ως άνω επιστολή με το άκρως δυσφημιστικό γι' αυτήν περιεχόμενο και αφού έλαβε γνώση αυτής στη συνέχεια έδωσε την έγκρισή της και δέχθηκε να την απευθύνει, ο τελευταίος σε έναν από τους σημαντικότερους πελάτες της στο εξωτερικό.

Ακόμα και η προαναφερόμενη γερμανίδα υπάλληλος-συνεργάτης του Ν.Α., D.K.-G. στην με αριθ. 66280/2.11.2020 ένορκη βεβαίωσή της, που δόθηκε ενώπιον της Γενικής Προξένου της Ελλάδος στο Ν., περιγράφει αναλυτικά τον σχεδιασμό του Ν.Α. για την προώθηση της ετικέτας "....." στην ως άνω εταιρία, χωρίς όμως να αναφέρει ότι γι' αυτό υπήρχε εντολή του Ι.

Α.. Την άποψη αυτή του παρόντος Δικαστηρίου επιρρωνύουν οι από 11.11.2020 ένορκες καταθέσεις του D. S., Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας "......" και του A.M.S., Διευθυντή πωλήσεων της ίδιας ως άνω εταιρίας, στους οποίους είχε απευθύνει την ως άνω επιστολή ο Ν. Α., οι οποίες δόθηκαν και πιστοποιήθηκαν ως προς το γνήσιο της υπογραφής τους σύμφωνα με την παρ. 378 παρ. 3 εδ. 1 της Ομοσπονδιακής Νομοθεσίας στο Ειρηνοδικείο του .......

Στις ως άνω καταθέσεις τους αμφότεροι οι εκπρόσωποι της αλλοδαπής εταιρίας βεβαιώνουν τα ανωτέρω και επιπλέον καταθέτουν ότι το περιεχόμενο της επιστολής ο Ν. Α. επανέλαβε και κατά τη συνάντησή τους στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου 2021 στο B.-B. όπου εκτός όλων των ανωτέρω δυσφημιστικών πληροφοριών για την εναγόμενη εταιρία, τους διαβεβαίωσε ότι μετά τον σταδιακό τερματισμό της συνεργασίας τους με την "...." ο ίδιος θα αναλάμβανε την εύρεση άλλων παραγωγών εκτός της τελευταίας.

Όταν οι D. S. και A.M.S. ενημέρωσαν τον Ι. Α. για τα ανωτέρω, ο τελευταίος τους διαβεβαίωσε ότι όλα όσα ανέφερε ο Ν. Α., τόσο στην επιστολή του όσο και κατά την συνάντησή τους στο B.-B. για την συνολική κατάσταση της "......" ήταν ψευδή και μόνος στόχος του τελευταίου ήταν να αποσπάσει από το δικό της πελατολόγιο τη συγκεκριμένη εταιρία και να την εντάξει στο πελατολόγιο της H.C.

Α.Ε. κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών. Κατόπιν των ανωτέρω διαβεβαιώσεων η εταιρία "......" απέρριψε την πρόταση του Ν.Α., παρά το από 18.10.2012 νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου με το οποίο τους πληροφορούσε ότι ο Ι. Α. δεν τήρησε τις μεταξύ τους συμφωνίες και κατήγγειλε ακαίρως και αναιτιολόγητα την μεταξύ τους σύμβαση αντιπροσωπείας, και μη πειθόμενη στους παραπλανητικούς ισχυρισμούς του, παρέμεινε στο πελατολόγιο της εναγομένης εταιρίας, σε αντίθεση με την γερμανική εταιρία "......" η οποία, με την ίδια μεθοδολογία αποσπάστηκε από το πελατολόγιο της "....." και στη συνέχεια προμηθεύτηκε και πώλησε στη γερμανική αγορά προϊόντα της ετικέτας "....".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον προαναφερόμενο γενικό λογιστικό έλεγχο που έλαβε χώρα προκειμένου υπάρξει συμβιβασμός μεταξύ των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων και να υπάρξει λογιστική τακτοποίηση, ώστε να προκύψει το ακριβές ποσό της αμοιβής της ενάγουσας, με κύριο σημείο αναφοράς και ελέγχου τις αγοραπωλησίες και τις εισπράξεις από την εταιρία "......", αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κυπριακή εταιρία εξέδωσε με δικά της φορολογικά στοιχεία α) το υπ' αριθ.

Α3-2-006107/31.5.2012 τιμολόγιο πώλησης των προϊόντων της εναγομένης εταιρίας "......" προς την ως άνω γερμανική εταιρία, ποσού 27.710 ευρώ, τα οποία όμως είχε τιμολογήσει και ήδη είχε αποστείλει η εναγόμενη εταιρία στην έδρα της "....." και β) το υπ' αριθ. Α3-2-006105/31.5.2012 τιμολόγιο πώλησης των προϊόντων της εναγομένης εταιρίας επίσης προς την ως άνω γερμανική εταιρία, ποσού 15.540 ευρώ, τα οποία επίσης είχε τιμολογήσει και ήδη είχε αποστείλει η εναγόμενη εταιρία στην έδρα της "......", ενώ αντίστοιχα εκδόθηκαν τα σχετικά ειδικά διοικητικά έγγραφα τελωνειακής διασάφησης, που συνόδευαν τα παραπάνω τιμολόγια.

Ταυτόχρονα, η ενάγουσα εταιρία δια του εκπροσώπου της Ν. Α., χωρίς να ενημερώσει το λογιστήριο της ".....", ζήτησε από την αγοράστρια γερμανική εταιρία να της επιστρέψει τα αντίστοιχα τιμολόγια που είχε εκδώσει η εναγομένη εταιρία για την πώληση των ίδιων προϊόντων, προκειμένου αυτά να ακυρωθούν, και να καταβάλει το ως άνω τίμημα στον δικό της εταιρικό λογαριασμό, με σκοπό να καρπωθεί αυτό η ίδια, εν αγνοία της εναγόμενης εταιρίας.

Μάλιστα το σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 4.6.2012, ο Ν. Α. το έστειλε στους εκπροσώπους της γερμανικής εταιρίας S., L.M.-C. και B. ως εκπρόσωπος της "......" και όχι της ".....", παρά το γεγονός ότι η τιμολόγηση θα γινόταν από την τελευταία, αναφέροντας επί λέξη (επίσημη μετάφραση από τα γερμανικά του ιδίου ως άνω μεταφραστή): "Χθες φορτώσαμε και τις δύο παραγγελίες σας 40250586 και 40250561, οι οποίες θα παραδοθούν σε εσάς σε δύο εβδομάδες.

Παρακαλούμε να μας επιστρέφετε τα αντίστοιχα τιμολόγια της εταιρίας C.... για αυτές τις παραγγελίες Α3-2-006107 και Α3-2-006105, και να χρησιμοποιήσετε για τις πληρωμές τα συνημμένα τιμολόγια της εταιρίας H.C. Ltd.....Γενικά και για όλες τις επόμενες παραγγελίες χρειαζόμαστε την υποστήριξή σας για τον έλεγχο των πληρωμών.

Θα θέλαμε εσείς και όλοι οι συνεργάτες σας στο λογιστήριο να μην πραγματοποιούν καμία πληρωμή, αν προηγουμένως δεν έχουμε συνεννοηθεί σχετικά με τα στοιχεία του λογαριασμού. Είναι μια περίοδος αναταραχών για την Ελλάδα. Παρ' όλα αυτά εμείς τροφοδοτούμε την εταιρία σας χωρίς προβλήματα και θα συνεχίσουμε να παραδίδουμε τις παραγγελίες σας με αξιοπιστία, ότι κι αν συμβαίνει στην Ελλάδα.

Διαβεβαιώστε μας μόνο ότι θα μας στέλνετε τις πληρωμές εκεί όπου και εμείς θα μπορούμε να έχουμε διαθεσιμότητα, έως ότου η κατάσταση στην Ελλάδα και στο τραπεζικό σύστημα ηρεμήσει ξανά". Το γεγονός ότι τα ανωτέρω έλαβαν χώρα εν αγνοία της εναγομένης εταιρίας αποδεικνύεται από την αλληλογραφία μεταξύ των λογιστηρίων της εταιρίας "....." και της γερμανικής εταιρίας.

Ειδικότερα, δεδομένου ότι η εναγόμενη εταιρία δεν γνώριζε τίποτα για τα ανωτέρω, τόσο ο Ι. Α., σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 22.3.2013, όσο και η υπάλληλος του λογιστηρίου Α. Μ., μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 27.5.2013, απέστειλαν στην ως άνω γερμανική εταιρία ηλεκτρονικά μηνύματα (email) προκειμένου να της υπενθυμίσουν την ως άνω οφειλή, η οποία φαινόταν σε εκκρεμότητα στο λογιστικό σύστημα της "....." και ζήτησαν την άμεση εξόφλησή της.

Αρχικά, η γερμανική εταιρία, με το από 4.4.2013 ηλεκτρονικό μήνυμά της (email) της υπαλλήλου της M.-C. ζήτησε να της αποσταλούν σε επίσημο επιστολόχαρτο τα στοιχεία του λογαριασμού της εταιρίας, με την υπογραφή του διευθύνοντος συμβούλου της, προκειμένου να εξοφλήσουν τα επίδικα τιμολόγια. Πλην όμως, κατόπιν σχετικού λογιστικού ελέγχου, με το από 29.5.2013 απαντητικό της email η ως άνω γερμανική εταιρία, μέσω της Αναπληρώτριας Διευθύντριας Λογιστικού Ελέγχου U.L., ενημέρωσε την ....

ότι για τις ως άνω παραγγελίες είχαν εκδοθεί νέα τιμολόγια από την H.C., τα οποία μάλιστα η γερμανική εταιρία είχε ήδη εξοφλήσει και ως εκ τούτου την παρακάλεσε να ακυρώσει τα υπ' αριθ. 006107 και 006105/ 31.5.2012 δικά της τιμολόγια. Κατόπιν των ανωτέρω, και προκειμένου να μην εκτεθεί έτι περισσότερο στην πελάτη της γερμανική εταιρία, η αντιπροσωπευόμενη εταιρία "....." ακύρωσε τα ως άνω τιμολόγια, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της στον Ν.

Α. για τα ανωτέρω και αμφισβητώντας πλέον τις μεταξύ τους λογιστικές εκκαθαρίσεις. Η ακύρωση των ανωτέρω τιμολογίων εκ μέρους της εναγόμενης εταιρίας "....." ουδόλως αποδεικνύει τον ισχυρισμό της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας ότι όλα τα ανωτέρω έγιναν εν γνώσει και με την έγκριση του διευθύνοντος συμβούλου της Ι.

Α.. Αντιθέτως, σύμφωνα και με τα αποτελέσματα της διαταχθείσας από το πρωτόδικο δικαστήριο λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αποδεικνύεται ότι πράγματι οι δύο εταιρίες, για φορολογικούς κυρίως λόγους, είχαν συμφωνήσει αρχικά ότι μπορούσαν να τιμολογούν αμφότερες τον συγκεκριμένο πελάτη και γι' αυτό το λόγο η γερμανική εταιρεία είχε συμφωνήσει και είχε εγγράψει στα μητρώα προμηθευτών της δύο διαφορετικούς προμηθευτές (την "....." και την "....."), με ακριβώς τις ίδιες τιμές αγοράς ανά προϊόν.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει ρητά με το από 7.9.2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω γερμανικής εταιρίας M. S.. Η συγκεκριμένη πρακτική, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά της και τις τυχόν φορολογικές ευθύνες που δημιουργεί για κάθε διάδικο μέρος, λάμβανε χώρα, όσο οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν ομαλές, πάντοτε κατόπιν ρητής έγγραφης συνεννοήσεως μεταξύ των δύο διάδικων εταιριών (βλ.

τα με ημερομηνία 7.10.2010 και 3.11.2010 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Ι. Α. προς τον Ν. Α., με τα οποία γινόταν αναλυτική καταγραφή των τιμολογίων που είχαν εκδοθεί για τις παραγγελίες της ως άνω γερμανικής εταιρίας από την ενάγουσα εταιρία και τον τρόπο εξόφλησης τους με τη ρητή συναίνεση της εναγόμενης εταιρίας).

Παρόμοια ρητή έγγραφη συμφωνία για τα επίδικα τιμολόγια κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα που ήδη οι σχέσεις των διαδίκων είχαν διαταραχθεί δεν προσκομίστηκε από κανένα διάδικο μέρος. Αντιθέτως, η αποστολή του από 4.6.2012 μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του Ν. Α. από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της "Κ.E. Α.Ε." απευθείας στη γερμανική εταιρία, χωρίς να προσκομίζεται αντίστοιχη προηγηθείσα αλληλογραφία μεταξύ των δύο διαδίκων εταιριών, αποδεικνύει την άγνοια της εναγόμενης εταιρίας για τις συγκεκριμένες ενέργειες του εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρίας Ν.

Α. και γι' αυτό το λόγο δέκα μήνες μετά ζήτησε την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων από την γερμανική εταιρία, γεγονός το οποίο μετά βεβαιότητας δεν θα είχε πράξει, προκειμένου να μην εκτεθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες της, αν ήταν σε γνώση και είχε εγκρίνει ρητά τις ανωτέρω ενέργειες της αντιδίκου κυπριακής εταιρίας.

Σαφής ως προς τα ανωτέρω είναι και η ένορκη κατάθεση του λογιστή της εναγόμενης εταιρίας Π. Χ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και η οποία περιλαμβάνεται στα υπ' αριθ. 9/2016 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ο οποίος καταθέτει μετά λόγου γνώσεως για τα ανωτέρω και τα οποία γνωρίζει ο ίδιος λόγω της ως άνω ιδιότητάς του.

Σύμφωνα με τον άνω μάρτυρα, για την αξιοπιστία του οποίου το παρόν Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, πράγματι είχε λάβει χώρα τιμολόγηση της ως άνω γερμανικής εταιρίας απευθείας από την ενάγουσα κυπριακή εταιρία, με συναίνεση της εναγόμενης εταιρίας, για φορολογικούς λόγους, μόνο όμως μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2009.

Έκτοτε, δόθηκε ρητή εντολή από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Ι. Α. προς το λογιστήριο της "....." ότι για παραγγελίες της ως άνω γερμανικής εταιρίας η τιμολόγηση θα γινόταν απευθείας από την εναγόμενη εταιρία και όχι από την "....", γεγονός το οποίο μπορεί να επιβάρυνε φορολογικά την εναγόμενη εταιρία πλην όμως της εξασφάλιζε οικονομική ρευστότητα, καθώς μπορούσε να προβεί σε κατάθεση και ενεχύραση των τιμολογίων αυτών στην Εθνική Τράπεζα, με την οποία συνεργαζόταν η "....." για το σύνολο των εμπορικών της συναλλαγών στο εξωτερικό και στην οποία διατηρούσε τους αντίστοιχους εταιρικούς τραπεζικούς της λογαριασμούς.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από την ένορκη βεβαίωση της γερμανίδας υπαλλήλου και στενής συνεργάτιδος του Ν. Α., D. K.-G., ούτε από την με αριθ. 16639 ένορκη βεβαίωση του Ιωάννη Γιώτη, διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "H. C.. ..... ......", με έδρα στο ......, οι οποίοι καταθέτουν γενικά για τη σύμβαση αντιπροσωπείας και τις μεταξύ των διαδίκων εταιριών σχέσεις και την εξέλιξη αυτών, χωρίς ειδικότερες αναφορές στα ως άνω επίδικα περιστατικά.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο μόνος ο οποίος καταθέτει περί των ανωτέρω ισχυρισμών της ενάγουσας εταιρίας και προσκομίζει και τις αντίστοιχες δικές του με αριθ. 439930, 43955 και 16640 ένορκες βεβαιώσεις είναι ο Ν. Α., ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας απόδειξης και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η κατάθεσή του περιλαμβάνεται στα ως άνω πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και πρέπει να σταθμιστεί λόγω της θέσης του ως εκπροσώπου της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας στην Ελλάδα, χωρίς αυτές να ενισχύονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Κατόπιν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της "...." έλαβαν γνώση ότι παρόμοια αντισυμβατική συμπεριφορά είχε επιδείξει ο Ν. Α. κατά τη συνεργασία του και με την εταιρία με την επωνυμία "......" (βλ. την με αριθ.18179 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Α. Α., εμπορικού διευθυντή της εταιρίας ".....") και με τον Αγροτικό Οινοποιητικό Συνεταιρισμό ..... (Α.Ο.Σ.Ν.) (βλ.

την με αριθ. 837/2020 ένορκη βεβαίωση του Π. Σ., Διευθυντή του Α.Ο.Σ.Ν.), αποφάσισαν την καταγγελία της επίδικης σύμβασης αντιπροσωπείας. Την 3.10.2012 μετέβησαν στα γραφεία που διατηρούσε η "......", στην Αθήνα, στα οποία στεγάζονταν και ο Ν. Α. κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα, και αφού ενημέρωσαν προφορικά τους υπαλλήλους ότι διακόπτεται η συνεργασία με την αντιπρόσωπο εταιρία "...", αντικατέστησαν τις κλειδαριές και αποχώρησαν.

Την 10.10.2012 κατήγγειλαν εγγράφως την ως σύμβαση αντιπροσωπείας (βλ. προσκομιζόμενη από 10.10.2012 εξώδικη καταγγελία σύμβασης), επιδίδοντας ταυτόχρονα την ως άνω καταγγελία στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για λογαριασμό της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας (βλ. την από 17.10.2012 επιστολή της "...." προς την "..." και τον Ν.

Α.). Στην ως άνω καταγγελία αναφέρονται ως λόγοι αυτής τα ανωτέρω δύο περιστατικά τα οποία η εναγόμενη εταιρία, δια των νομίμων εκπροσώπων της θεώρησε απολύτως αδικαιολόγητα και την συγκεκριμένη συμπεριφορά του εκπροσώπου της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας στην Ελλάδα, Ν. Α., αντισυμβατική και αντίθετη στα συναλλακτικά εμπορικά χρηστά ήθη και την κάλεσε να της επιστρέψει το ποσό των 346.649,40 ευρώ το οποίο είχε εισπράξει επιπλέον της οφειλόμενης αμοιβής της.

Η ενάγουσα κυπριακή εταιρία ισχυρίσθηκε ότι όλα τα ανωτέρω έλαβαν χώρα με τη σύμφωνη γνώμη και την προτροπή του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας Ι. Α.. Πλην όμως, ιδιαίτερα για την εξαγορά μετοχών της "....." από την εταιρία "....." και την προσέλκυσή της γι' αυτό με την προσφορά δωρεάν εκμετάλλευσης νέας ετικέτας σήματος και την κατάρτιση μιας τέτοιας φύσεως και μεγάλης σημασίας εμπορικής συναλλαγής και συμφωνίας, η εναγομένη εταιρία όση εμπιστοσύνη και εάν είχε στον Ν.

Α. και στις ικανότητές του, δεν θα ήταν δυνατόν να του είχε αναθέσει να προβεί στις σχετικές διαπραγματεύσεις μαζί της, ούτε βεβαίως στην ολοκλήρωση της σχετικής αυτής συμφωνίας, καθ' όσον όταν πρόκειται να πραγματοποιηθεί κάποια εμπορική συνεργασία μεταξύ εταιριών, οι σχετικές επαφές και οι διαπραγματεύσεις για την σύναψη και την ολοκλήρωση της σχετικής εμπορικής συνεργασίας γίνονται κυρίως από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιριών από τους ίδιους τους επιχειρηματίες και όχι από αντιπροσώπους αυτών, αφού οι τελευταίοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και τις σχετικές παραμέτρους ώστε να αποβεί επωφελής και επικερδής η σχετική συναλλαγή και συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας εταιρίας τυγχάνει αβάσιμος.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση οι προαναφερθέντες μάρτυρες ανταπόδειξης τα γνώριζαν προσωπικώς, έχοντας άμεση αντίληψη όσων διαδραματίσθηκαν και όχι από πληροφορίες τρίτων ή από φήμες. Εφ' όσον λοιπόν η ενάγουσα κυπριακή εταιρία, εμπορική αντιπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας ενήργησε δια του εκπροσώπου της στην Ελλάδα κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα, αθετώντας υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής συναλλακτικής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους, η ως άνω έγγραφη καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας έλαβε χώρα εξαιτίας σπουδαίων λόγων, που δικαιολογούσαν την καταγγελία και δεν ασκήθηκε άκαιρα ή καταχρηστικά, ενώ η συνέχιση της λειτουργίας της σύμβασης αντιπροσωπείας είναι βέβαιο ότι με την ως άνω συμπεριφορά της αντιπροσώπου εταιρίας "..." θα προξενούσε ζημία στην εναγόμενη εταιρία τόσο με την αθέμιτη προσέλκυση και την απώλεια πελατών της στις αγορές του εξωτερικού και ιδίως στη γερμανική λιανική αγορά, την οποία γνώριζε άριστα ο Ν.

Α., όσο και με την κατά παράβαση της σύμβασης αντιπροσωπείας απευθείας τιμολόγηση από την αντιπρόσωπο εταιρεία μεγάλων πελατών της εναγομένης, χωρίς την ρητή έγκριση της τελευταίας..Σημειώνεται, ότι αν και στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη εταιρία δεν είχε νομική υποχρέωση να ορίσει ρητά προθεσμία στην ενάγουσα αντιπρόσωπο εταιρία ώστε να άρει τους λόγους της καταγγελίας, ωστόσο από τον Μάιο του έτους 2012 γινόταν συστηματικές προσπάθειες προκειμένου να βρεθεί συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους και στη σχετική αλληλογραφία επισημαίνονταν κατ' επανάληψη τα ανωτέρω, πλην όμως η εναγόμενη εταιρία όχι μόνο δεν κατέβαλε σχετική προσπάθεια, αλλά αντιθέτως, διαβλέποντας την οριστική ρήξη της συνεργασίας τους, δια του εκπροσώπου της Ν.

Α. προσπάθησε και μεθόδευσε στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης αντιπροσωπείας (10.10.2012), να προσελκύσει με τον ως άνω αναλυτικώς περιγραφόμενο αθέμιτο τρόπο πελάτες της αντιπροσωπευόμενης εναγόμενης εταιρίας "...." και να τους εντάξει στο δικό της πελατολόγιο.

Συνεπώς, η ως άνω καταγγελία μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης προθεσμίας καθώς επήλθε λόγω σπουδαίου λόγου, λόγω υπαιτιότητας της αντιπροσώπου εταιρείας, και, κατ' αποδοχή της υποβληθείσης εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας σχετικής προς τούτο ενστάσεώς της, η ενάγουσα κυπριακή εταιρία, κατ' άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α' του Π.Δ 219/1991, δεν δικαιούται καμία αποζημίωση, ούτε αποζημίωση πελατείας ή αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας της (διαφυγόντα κέρδη), αφού ως προελέχθη η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική, ούτε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ενώ η ενάγουσα κυπριακή εταιρία δεν δικαιούται ούτε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού η καταγγελία από την εναγομένη εταιρία της επίδικης σύμβασης αντιπροσωπείας δεν μπορεί να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 8/2019 οριστική απόφασή του κατέληξε σε διαφορετική κρίση και απέρριψε την ως άνω ένσταση της εναγόμενης εταιρίας περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου για την επίδικη καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης αντιπροσωπείας και δέχθηκε ότι οι αναλυτικώς αναφερόμενες ανωτέρω ενέργειες του εκπροσώπου της ενάγουσας κυπριακής εταιρίας Ν.

Α. έγιναν εν γνώσει και κατ' εντολήν του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας Ι.Α., καθιστώντας άκαιρη την ως άνω καταγγελία, και δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη,.. έσφαλε στην εκτίμησή του ως προς τις αποδείξεις..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της, αναφορικά με τα κονδύλια αποζημίωσης πελατείας, ύψους 170.000,00 ευρώ, διαφυγόντων κερδών ύψους 583.779,53 ευρώ και υπόλοιπο αμοιβών-προμηθειών ύψους 76.478,53 ευρώ, έκανε δεκτή την συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας της επίδικης σύμβασης αντιπροσωπείας.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 3 εδ. α' του ΠΔ 219/1991 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ενώ έχει την αναγκαία αιτιολογία, η οποία καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1α', γ' ΠΔ 219/1991, 298, 914, 919, 932 ΑΚ.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως έγινε για σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με ρητό όρο της επίδικης συμβάσεως αντιπροσωπείας η τιμολογιακή πολιτική των διαδίκων εταιρειών συμφωνήθηκε να είναι κοινή και για κάθε μεταβολή αυτής από την αναιρεσείουσα αντιπρόσωπο απαιτείτο η έγγραφη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα προέβη μόνη της στην ειδική τιμολόγηση της γερμανικής εταιρείας "...", με την οποία συμφώνησε οι καταβολές να γίνονται απευθείας στην ίδια (αναιρεσείουσα), εν αγνοία της αναιρεσίβλητης και επιπλέον η αναιρεσείουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της, απέστειλε επιστολή στην γερμανική εταιρεία ".....", με δυσφημιστικό για την αναιρεσίβλητη περιεχόμενο, με σκοπό να αποσπάσει την εταιρεία αυτή και να την εντάξει στο δικό της πελατολόγιο.

Με την ως άνω συμπεριφορά της η αντιπρόσωπος αναιρεσείουσα παραβίασε ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις της, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς τα συναλλακτικά εμπορικά χρηστά ήθη, έτσι ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για την αναιρεσίβλητη σύμφωνα με την καλή πίστη η συνέχιση της επίδικης συμβάσεως μέχρι τη λύση της, η γενόμενη δε έγγραφη καταγγελία αυτής έγινε για τον ως άνω σπουδαίο λόγο και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας ούτε αποκατάσταση περαιτέρω ζημίας της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 66280/2-11-2020 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ν.

Κ.-Γ., ενώπιον του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Ν., την οποία αυτή προσκόμισε με επίκληση και από την οποία αποδεικνύεται η εκ μέρους της εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Εν προκειμένω, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκε υπόψη εκτός των άλλων και "η υπ' αριθ. 66280/2.11.2020 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ν. (D.) Κ.-Γ. (K.-G.), που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας εμπορικής αντιπροσώπου εταιρίας ενώπιον της Συμβούλου Πρεσβείας Α', Γενικής Προξένου της Ελλάδος στο Ν., κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου της, δυνάμει της υπ' αριθ. 11048/ 27.10.2020 έκθεσης επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενόψει και της ειδικής αναφοράς στην ως άνω ένορκη βεβαίωση και της αξιολογήσεώς της από το δικαστήριο. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 1332/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 612/2019, ΑΠ 584/2018, ΑΠ 794/ 2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικά η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το αληθινό περιεχόμενο της υπ' αριθ. 66280/2-11-2020 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρα Ν.

Κ.-Γ., που δόθηκε ενώπιον του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Ν., με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην ένορκη αυτή βεβαίωση, με συνέπεια να καταλήξει σε προδήλως εσφαλμένο πόρισμα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένορκη αυτή βεβαίωση, κατά το μέρος που περιλαμβάνει τα υπό της άνω μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν αποτελεί "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου. Για την ευδοκίμηση όμως του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνον στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 627/2024, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 384/2023, ΑΠ 203/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της ένδικης αγωγής, με το οποίο η αναιρεσείουσα αξίωνε και τη θετική ζημία της, ποσού 76.478,53 ευρώ. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δίκασε και το ως άνω αίτημα της αγωγής, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται για υπόλοιπο οφειλόμενης αμοιβής-προμήθειας το ποσό των 76.478,53 ευρώ, καθόσον αυτή έχει εισπράξει επιπλέον της οφειλόμενης αμοιβής της το ποσό των 346.649,40 ευρώ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, ..., 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...../2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ