Legislator Case Law & Legislation
360/2023 AI generated

Appeal dismissed because the appellant failed to cite specific evidence documents clearly and distinctly before the second-instance court.

Case Number 360/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second-instance court's decision regarding a construction machinery dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving the appellant's and his brother's operating licenses for the excavator. However, the court found that the appellant had not clearly and distinctly cited these specific documents before the second-instance court to prove or disprove the claims, as required by law. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 559, 561, 573, 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to clearly and distinctly cite specific evidence documents before the second-instance court to substantiate their claims.

Keywords

AI generated
cassation appeal clear citation requirement second instance court operating licenses construction machinery legal costs unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 360 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 360/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Β. - Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. - Ε. Ζ., χήρας Σ. Γ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατέρος της Σ. Γ., 2)Α. Γ. του Σ., 3)Π. Γ. του Σ., 4)Σ. Γ. του Α., κατοίκων ... 5)Ζ. Ζ. του Γ. και 6)Ε. Ζ. του Ν., κατοίκου ... Ο 5ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 1η, 2ος, 3η, 4ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χριστοδουλιά, ο οποίος δήλωσε ότι ο 5ος (Ζ. Ζ.) απεβίωσε. Ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1012/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πουλάκης ανέγνωσε την από 25-4-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεώργιου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 20.1.2022 κλήση του αναιρεσείοντος, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 23.6.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 7/23.6.2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 185/8.10.2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της 31.1.2017, από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17.5.2016. 2.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.

α` και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.

Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνο, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτώς, άμεση συζήτηση της υποθέσεως.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 575/2020 Α.Π. 148/2017, Α.Π. 28/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, στην ως άνω δικάσιμο (25.10.2022) εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Χριστοδουλιάς, ο οποίος, με προφορική δήλωσή του, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης γνωστοποίησε ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος, Ζ.

Ζ. του Γ., του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, απεβίωσε στις 22.10.2016 και κατέθεσε ακριβές φωτοαντίγραφο της με αριθμό πρωτ. 377/11.10.2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, της Ληξιάρχου Λέρου. Η γνωστοποίηση του θανάτου - επισυμβάντος μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - του πέμπτου αναιρεσίβλητου, είναι νόμιμη.

Ενόψει τούτου και του ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του ΚΠολΔ) πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, για τον οποίο, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους παρισταμένους προσηκόντως και συνδεόμενους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας λοιπούς διαδίκους, καθόσον, εξ αντιδιαστολής, από το άρθρο 288 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διακοπή που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, Α.Π. 399/2018, Α.Π. 241/2017).

3.-Με την κρινόμενη από 23.6.2015 και με αριθ. κατάθεσης 7/23.6.2015 αίτηση αναίρεσης, του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, Π. Κ., προσβάλλεται η υπ' αριθ. 185/8.10.2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, επί των από:

α) 20.12.2010 και με αριθμό κατ. 180/20.12.2010, β) 20.12.2010 και με αριθμό κατ. 3/10.1.2011, γ) 13.12.2010 και με αριθμό κατ. 6/12.1.2011 και δ) από 28.2.2011 και με αριθμό κατ. 34/15.4.2011 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της υπ' αριθ. 1012/29.10.2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 11.6.2009 και με αριθμό κατ. 1116/ΜΕΙ 176/12.6.2009 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκαν οι εκεί εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα παρακάτω ποσά ι)στην πρώτη ενάγουσα Ι. - Ε.

Ζ., χήρα Σ. Γ. 110.000 ευρώ για την ίδια και 90.000 ευρώ για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Σ. Γ., ιι) σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, Α. και Π. Γ., 45.000 ευρώ, ιιι) στον τέταρτο των εναγόντων Σ. Γ. 32.000 ευρώ και iv) σε καθένα από τους πέμπτο και έκτη των εναγόντων Ζ. και Ε. Ζ., 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, τις τέσσερις προαναφερόμενες αντίθετες εφέσεις, δέχθηκε τυπικά αυτές, αλλά α) απέρριψε στην ουσία την υπ' αριθμ. κατ. 3/2011 έφεση, β) απέρριψε στην ουσία, ως προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των εφεσιβλήτων την υπ' αριθμ.

κατ. 34/2011 έφεση, γ) δέχθηκε στην ουσία τις υπ' αριθμ. κατ. 6/2011 και 150/2011 εφέσεις, καθώς και την υπ' αριθμ. κατ. 34/2011 έφεση, ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο, δ) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της καθόσον αφορούσε τους εκκαλούντες τρίτο και τέταρτη των εναγομένων Ν. Μ. και την ομόρρυθμη εταιρία "...", καθώς και τον εφεσίβλητο - δεύτερο εναγόμενο Μ.

Ξ., μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καθ' όσον αφορά τον εκκαλούντα - πρώτο εναγόμενο Π. Κ., ε) κράτησε και δίκασε την υπόθεση, στ) απέρριψε την αγωγή ως προς τον τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, ζ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και δεύτερο των εναγομένων και η) υποχρέωσε ι) τον πρώτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντα και το δεύτερο των εναγομένων να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, στην πρώτη ενάγουσα 100.000 ευρώ για τον εαυτό της και 80.000 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Σ.

Γ., σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων 40.000 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα 28.000 ευρώ και σε καθένα από τους πέμπτο και έκτη των εναγόντων 5.000 ευρώ και ιι) το δεύτερο των εναγομένων (μη διάδικο πλέον στην αναιρετική δίκη) να καταβάλει επί πλέον στην πρώτη ενάγουσα 15.000 ευρώ για τον εαυτό της και 15.000 ευρώ για λογαριασμό του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου της, σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη 6.000 ευρώ και σε καθένα από τους πέμπτο και έκτη 2.000 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 23.6.2015, ενώ δεν προκύπτει επίδοσή της. Η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 8.10.2013 και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εντός της τριετίας που ορίζονταν στο άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015.

Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το πρώτο του σκέλος, και τρίτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση α) την πλημμέλεια της μη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας συνισταμένης, όπως κατά λέξη αναφέρει "στο γεγονός ότι λαμβάνει υπόψη της αποδεικτικά μέσα και δη καταθέσεις από τις οποίες δεν προκύπτει ευθέως γνώση της εντολής αλλά συμπερασματικά συνδυαζόμενη με φωτογραφία της οποίας η απεικόνιση είναι εντελώς διάφορη από το συμπέρασμα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης αφού η φωτογράφιση ενός ανθρώπου καθημένου σε μπουλντόζα δεν σημαίνει αυτονόητα και χειρισμό του προκαλέσαντος το θάνατο μηχανήματος" (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης) και β) την πλημμέλεια της μη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας συνισταμένης στο ότι με την επάλληλη αιτιολογία της η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχεται "ότι ακόμα και αν υπήρχε άδεια ικανότητας στο πρόσωπό μου ή στον αδελφό μου δεν αποκλείει την εκ παραλλήλου ανάθεση εργασίας" ερχόμενη σε αντίφαση με την αμέσως προηγούμενη αιτιολογία της (τρίτος λόγος αναίρεσης).

Περαιτέρω με τον τέταρτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης ουσιαστικής διάταξης νόμου (την οποία δεν αναφέρει) επειδή δεν όρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα προκειμένου να υπολογισθεί με βάση τον βαθμό πταίσματος αυτού, η επιδικασθησομένη στους ενάγοντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία εντελώς αόριστα καθόρισε.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω πρώτος, κατά το πρώτο του σκέλος, τρίτος και τέταρτος από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι παντελώς αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, ούτε έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος σε αυτό, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 εδ.

α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου κατά το πρώτο σκέλος, τρίτου και τέταρτου, λόγων αναίρεσης. Επομένως οι πρώτος, κατά το πρώτο του σκέλος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.

5.-Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται να παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας.

Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006) και στ) να αναφέρεται ότι το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006), δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των φωτογραφιών που απεικονίζουν τον θανόντα να χειρίζεται μηχάνημα εκσκαφής (μπουλντόζα) διάφορο του προκαλέσαντος το θάνατο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρεται σ' αυτόν α) ποιες είναι οι φωτογραφίες (περί του ότι και οι φωτογραφίες έχουν την έννοια του εγγράφου βλ. ΑΠ 513/2016), που παραμορφώθηκαν, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) το αληθινό περιεχόμενο των φωτογραφιών αυτών, γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχουν οι φωτογραφίες αυτές, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου των φωτογραφιών με εκείνες που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση των φωτογραφιών, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν οι φωτογραφίες, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση των φωτογραφιών στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης των φωτογραφιών, στ) ότι οι φωτογραφίες αυτές προσκομίστηκαν με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκαν κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας και ζ) ότι οι φωτογραφίες αυτές προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα και στο παρόν δικαστήριο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

6.-Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 774/1996).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τις άδειες χειριστή μηχανήματος εκσκαφής (μπουλντόζας), τόσο του ίδιου (αναιρεσείοντος) όσο και του αδελφού του, που ανελλιπώς προσάγονταν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς του και απέρριψε την έφεσή του.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις από 18.5.2013 προτάσεις του εναγομένου - εκκαλούντος [ήδη αναιρεσείοντος] ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.1), ο τελευταίος, δεν είχε επικαλεστεί τις σχετικές άδειες χειριστή εκσκαπτικού μηχανήματος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, δεν είχε γίνει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, από τον αναιρεσείοντα, τότε εκκαλούντα και εφεσίβλητο, επίκληση των επικαλούμενων στον αναιρετικό λόγο ανωτέρω εγγράφων, με τις πιο πάνω προτάσεις αυτού, ούτως ώστε να προκύπτει η ταυτότητα εκάστου εξ αυτών. Επομένως ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

7.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Ζ. Ζ. του Γ..-

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, την από 23.6.2015 και με αριθμό κατ. 7/23.6.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 185/8.10.2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω).-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ