Legislator Case Law & Legislation
353/2023 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to demonstrate how the alleged error affected the final ruling.

Case Number 353/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding unpaid severance pay. The appellants argued the lower court lacked sufficient reasoning to prove the employer unilaterally changed employment terms, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the appellants failed to demonstrate how the alleged procedural error influenced the final judgment, noting instead that their arguments relied on facts from a previously annulled decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate how the alleged procedural error led to an erroneous final ruling.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility lack of causal link procedural error final ruling impact severance pay dispute employment contract modification costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Law 2112/1920

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 353 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 353/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Κ. του Ε., και 2)Ε. Κ. του Π., κατοίκων……. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πλιάτσικα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Τ. Β. χήρας Α.., κατοίκου……. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καμπάνταη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7/6/2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 484/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/2/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 19.12.2013 αγωγή της ιστορούσε ότι τις 12.1.1999 ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, την προσέλαβε και την απασχολούσε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ψήστρια, κατά το ωράριο που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή, στην επιχείρηση παρασκευής και πώλησης μπουγάτσας και λειτουργίας αναψυκτηρίου, που ο ίδιος λειτουργούσε και την οποία, στις 2.9.2010, μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα.

Ότι συνέχισε την ως άνω εργασία της και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης έως τις 25.9.2013, οπότε υπήρξε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Ότι, παρά τη συμφωνία για την καταβολή των μισθών που δικαιούταν βάσει των ισχυόντων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Διαιτητικών Αποφάσεων για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων της ειδικότητάς της, της κατέβαλαν μηνιαίο μισθό μικρότερο από το συμφωνημένο νόμιμο, παρά τις οχλήσεις και διαμαρτυρίες της.

Ζητούσε δε α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλλουν το ποσό των 22.995,90 ευρώ ποσό που αντιστοιχεί σε διαφορές μηνιαίων μισθών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 1.9.2010, δώρων εορτών Πάσχα για τα έτη 2008, 2009, 2010 και Χριστουγέννων για τα έτη 2008 και 2009, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας για τα έτη 2008 και 2009, με το νόμιμο τόκο από το χρονικό σημείο που κάθε επιμέρους ποσό ήταν καταβλητέο σύμφωνα με το νόμο, άλλως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για αμοιβές υπερεργασίας, παράνομων υπερωριών, εργασίας τα Σάββατα, παρανόμων υπερωριών τα Σάββατα, νυκτερινής εργασίας και προσαύξησης 75% για παροχή ωρών εργασίας κατά την ημέρα της Κυριακής, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 14.7.2010, το ποσό των 47.405,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό ήταν καταβλητέο σύμφωνα με το νόμο, άλλως από την καταγγελία της σύμβασης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει έναντι αποζημίωσης απόλυσης, διαφορών μηνιαίων μισθών για το χρονικό διάστημα από 2.9.2010 έως 25.9.2013, για επιδόματα εορτών Πάσχα για τα έτη 2011, 2012 και 2013 και Χριστουγέννων για τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, αποδοχών αδείας ετών 2010, 2011, 2012 και επιδομάτων αδείας 2010 2011, 2012 και 2013, το συνολικό ποσό των 39.650,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό ήταν καταβλητέο σύμφωνα με το νόμο, άλλως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να της καταβάλει για αμοιβές υπερεργασίας, παράνομων υπερωριών, εργασίας τα Σάββατα, παρανόμων υπερωριών τα Σάββατα, νυκτερινής εργασίας και προσαύξησης 75% για παροχή ωρών εργασίας κατά την ημέρα της Κυριακής, για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως 25.9.2013, το ποσό των 71.757,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό ήταν καταβλητέο σύμφωνα με το νόμο, άλλως από την καταγγελία της σύμβασης, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 216/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και α) υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.651,20 ευρώ και αναγνώρισε ότι οι ίδιοι (εναγόμενοι) οφείλουν να της καταβάλουν, το ποσό των 18.595,97 ευρώ και β) υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να της καταβάλει, επιπροσθέτως, και το ποσό των 24.875,70 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτή (πρώτη εναγόμενη) οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 26.343,52 ευρώ, νομιμοτόκως με τις διακρίσεις που γίνονται στο σκεπτικό της για κάθε επιμέρους κονδύλιο.

Κατά της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκαν οι από 3.3.2015 και από 2.3.2015 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί των οποίων εκδόθηκε η 155/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις. Ακολούθως, μετά την άσκηση, εκ μέρους των εναγομένων, της από 7.6.2017 αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε η 484/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 155/2017 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Με την από 26.9.2019 κλήση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εισήχθησαν εκ νέου προς συζήτηση οι ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις. Κατά το άρθρο 559 αρ 11 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, (όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015, καθόσον στην ένδικη υπόθεση πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού), στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Η εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση της εγκυρότητας της ένορκης βεβαίωσης. (ΑΠ 1247/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 1150/2007). Έτσι, τηρουμένης της ανωτέρω προϋπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον οποιουδήποτε ειρηνοδίκη και όχι μόνο του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ο τρίτος ή έχει την έδρα το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση (ΑΠ 782/1989), καθώς, επίσης, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου εκτός της περιφέρειας του ειρηνοδικείου της κατοικίας ή διαμονής του ενδιαφερόμενου ή των μαρτύρων, δεδομένου ότι η εκ του άρθρου 1 του ν.1540/1944 επιταγή ότι η ένορκη βεβαίωση "δύναται να γίνει ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή ενώπιον ενός των συμβολαιογράφων της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου της κατοικίας ή διαμονής του ενδιαφερομένου ή των μαρτύρων", που αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου, δεν επιδρά στο κύρος της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου, εφόσον δεν προβλέπεται κύρωση σε περίπτωση παραβίασής της, επιπλέον δε, μετά την κατάργηση του άρθρου 4 παρ.2 του ν.2830/2000 "Κώδικας συμβολαιογράφων", που προέβλεπε την ακυρότητα κάθε πράξης που ενεργήθηκε από συμβολαιογράφο εκτός της περιφέρειάς του, με το άρθρο 32 παρ.1 ν.2915/2001, η παράβαση των ορίων της κατά τόπον αρμοδιότητας του συμβολαιογράφου δεν προκαλεί ακυρότητα της συντασσόμενης πράξης, αλλά αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς η υπέρβαση της κατά τόπον αρμοδιότητάς του αποτελεί παράβαση κανόνων που προβλέπουν την οργάνωση, έδρα και λειτουργία των συμβολαιογραφείων.

Έτσι, το Εφετείο που έλαβε υπόψη τις ……/…..2014 και ……./….2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ζ. Φ. του Ε., κατοίκου ………και Γ. Ε. του Γ., κατοίκου…….., αντίστοιχα, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καβάλας Αικατερίνης Καραμπογιά- Χατζοπούλου, παρόλο που οι μάρτυρες είναι κάτοικοι ……..και η συμβολαιογράφος, ενώπιον της οποίας λήφθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, δεν ανήκει στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου….., ούτε οι μάρτυρες κατοικούν στην περιφέρεια της συμβολαιογράφου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 578, ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 75/2007, ΑΠ 194/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ.

Ολ. 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.

η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές- πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.

η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ. Ολ. 11/2017, ΑΠ. Ολ. 1/2016, ΑΠ 106/2020). Τέλος, στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη ο ουσιαστικός δικαστής, Καθιερώνει δε, ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού (ορισμένου) του λόγου αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το έγγραφο της αναιρέσεως δηλ.

πρέπει να αναφέρεται στο έγγραφο της αναιρέσεως ότι ο στηρίζων τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα ότι νομίμως προτάθηκε [άρθρα 118 αριθμός 4, 577 παρ. 3, 566 παρ. 1, 240, 520 ΚΠολΔ]. Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός πρέπει να ληφθεί υπ' όψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, αφού λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω εξαιρέσεις.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, ακόμη και σε εκείνο του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 15/2000, ΑΠ ολ. 43/1990, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 30/2006, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 194/1998). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσία την έφεσή τους και επικυρώνοντας την πρωτόδικη 216/2014 απόφαση, που, επί των αναγνωριστικών αιτημάτων της αγωγής, με το διατακτικό της αναγνώρισε αφενός την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 18.595,97 ευρώ, "νομιμοτόκως με τις διακρίσεις που γίνονται στο σκεπτικό της παρούσας (απόφασης) για κάθε επιμέρους κονδύλιο", αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης αναιρεσείουσας να καταβάλει το ποσό των 26.343,52 ευρώ, "νομιμοτόκως με τις διακρίσεις που γίνονται στο σκεπτικό της παρούσας (απόφασης) για κάθε επιμέρους κονδύλιο", εσφαλμένα, κατά παράβαση των άρθρων 340, 341, 345, 346 ΑΚ και 222 παρ.1 ΚΠολΔ, επιδίκασε τόκους επί των αναγνωριστικών αιτημάτων της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον αφενός, ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω εξαιρέσεις, αφετέρου δεν εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών, προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, αλλά αρκείται μόνο στην παράθεση του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζεται για ποία εκ των αγωγικών κονδυλίων, που η προσβαλλόμενη αναγνώρισε ότι υποχρεούνται οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, "νομιμοκότως κατά τις διακρίσεις που γίνονται στο σκεπτικό της απόφασης", απαιτείται να προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση της δανείστριας- αναιρεσίβλητης, προκειμένου οι οφειλέτες- αναιρεσείοντες να καταστούν υπερήμεροι, δεδομένου ότι με τις διατάξεις του άρθρου 655 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, για τις αμοιβές από σύμβαση εργασίας, τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής, κατά τέτοιο τρόπο που με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίστανται οι αναιρεσείοντες υπερήμεροι κατά το άρθρο 341 παρ.1 ΑΚ και να οφείλουν έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.α' ΑΚ (ΑΠ 18/2021).

Ακολούθως ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν.1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π..

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν.1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης.

Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως. (ΑΠ 516/2019, ΑΠ 383/2012, ΑΠ 1131/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.5 α.ν.1846/1951, 22 και 32 ν.2084/1997, κατά τον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ των καθαρών μηνιαίων αποδοχών που λάμβανε η αναιρεσίβλητη και αυτών που νόμιμα έπρεπε να λαμβάνει, δεν ανήγαγε τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές, ύψους 650 ευρώ, που λάμβανε από αυτούς, σε μικτές, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών και οι οποίες μικτές μηνιαίες αποδοχές, ανέρχονται σε 760,50 ευρώ, επιδικάζοντας έτσι εσφαλμένα περισσότερα ποσά και μάλιστα έντοκα, από αυτά που δικαιούταν η αναιρεσίβλητη.

Πλην, όμως, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες πρότειναν παραδεκτά στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό με λόγο έφεσης, την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών με τις οποίες βαρύνονταν οι ίδιοι, παρά μόνο με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως να περιέχεται σ' αυτές και ο ισχυρισμός (ένσταση) περί καταβολής των εν λόγω εισφορών, ώστε να θεμελιωθεί η σχετική ένσταση και παράλληλα η υποχρέωση του Εφετείου να την ερευνήσει.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι "ο ισχυρισμός που προβάλλεται με τις προτάσεις, εκ μέρους των εναγομένων (αναιρεσειόντων) σύμφωνα με τον οποίο το ποσό των 650 ευρώ επιβάλλεται να αφαιρεθεί από τις οφειλόμενες αποδοχές προσαυξημένο κατά το τμήμα των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν έχει προβληθεί νομίμως σχετική ένσταση καταβολής του ποσού αυτού ούτε υφίσταται κάποιος αντιστοίχου περιεχομένου προβαλλόμενος λόγος έφεσης, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται καταβολή", ορθώς εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 757/2015).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδαφ. α` του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της σύμβασης ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης.

Για την εφαρμογή, όμως, της άνω διάταξης του εδαφίου α` του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης ή τον υπάρχοντα Κανονισμό και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο εργοδότης, ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ` αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι` αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως, προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.

Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του ν.2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι, η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασής του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 418/2021, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 132/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι, επί του ουσιώδους ζητήματος της αποζημίωσης απόλυσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά που να αποδεικνύουν την πραγματική μεταβολή των όρων εργασίας, τη μονομερή επιβολή τους και την βλάβη που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την παραπάνω μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας.

Πλην, όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ουδόλως εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, αλλά, τουναντίον, εκτίθενται και μάλιστα αποσπασματικά παραδοχές όχι της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφασης, αλλά της 155/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία ήδη, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αναιρέθηκε με την 484/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.2.2021 αίτηση των Ε. Κ. και Ε. Κ. για αναίρεση της 356/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ