Supreme Court dismisses appeal on labor contract modification, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence regarding the validity of the employment contract. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all submitted documents, including sworn statements, without needing separate detailed references for each item. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7 para. 1 of Law 2112/1920; Art. 671 para. 1 lit. d of the Code of Civil Procedure: A unilateral modification of employment terms is deemed a termination if it harms the employee, and appellate courts must evaluate all submitted evidence, including sworn statements, provided they were given after proper summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 657 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 657/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου των ανωνυμων εταιρειών με τις επωνυμίες "... Α.Ε." και "Ανώνυμος Εταιρεία ... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπαϊωάννου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2963/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 2180/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή και ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες.
Εξ άλλου από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 εδ. α ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 Α.Κ. προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται σιωπηρά νέα σύμβαση τροποποιήσεως της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτές, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή δ) εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (Α.Π. 447/2015). 2.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] προσελήφθη στις 6-12-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου διαρκείας από την εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία ...", της οποίας η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] είναι καθολική διάδοχος από 20-1-2004.
Έκτοτε απασχολήθηκε σ' αυτήν αρχικά ως εργάτρια σιδηροβιομηχανίας και από 3-7-1978 ως τεχνική υπάλληλος. Στις 21-10-1985 έγινε αλλαγή της ειδικότητάς της σε διοικητική υπάλληλο και στις 15-2-1991 τοποθετήθηκε στη γραμματεία της διεύθυνσης μηχανουργείου. Στις 7-2-1994 τοποθετήθηκε στη γραμματεία του διοικητικού συμβουλίου και την 1-5-2002 έγινε αλλαγή της ειδικότητάς της σε γραμματέα-δακτυλογράφο.
Ήδη από την ημερομηνία της ως άνω τοποθετήσεώς της στη γραμματεία του διοικητικού συμβουλίου (7-2-1994) απασχολήθηκε ως γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριάς της μέχρι 29-11-2004, κατά την οποία της ανακοινώθηκε αρμοδίως από το διευθυντή της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού η κατ' εντολή του προέδρου της εναγομένης απομάκρυνσή της από τη θέση της γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου.
Αμέσως μετά η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε αναρρωτική άδεια διαρκείας από 3-12-2004 μέχρι 31-1-2005, μετά δε την επιστροφή της στην υπηρεσία την 1-2-2005 τοποθετήθηκε στη γραμματεία της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού (ΔΑΔ), όπου παρέμεινε μέχρι 31-3-2005. Από 1-4-2005 μετατέθηκε ως γραμματέας διοίκησης στη γραμματεία του εντεταλμένου συμβούλου με ταυτόχρονη προβλεπόμενη μηνιαία αύξηση του μισθού της κατά 100 ευρώ, μετά δε την κατάργηση της θέσης του εντεταλμένου συμβούλου η ενάγουσα επανήλθε την 1-7-2005 στη γραμματεία της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού, όπου απασχολείται έως σήμερα, διατηρώντας το μισθό της γραμματέως διεύθυνσης.
Η ως άνω επίδικη μετάθεση της ενάγουσας από τη θέση της γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης στη γραμματεία της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού έγινε κατ' επιτρεπτή ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, το δικαίωμα δε αυτό της τελευταίας δεν έχει αποκλεισθεί ούτε περιορισθεί από τη σύμβαση.
Ακόμη, η με τον τρόπο αυτό άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας δεν υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρο 281 Α.Κ. αντικειμενικά κριτήρια. Αντίθετα η μετάθεσή της ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι, λόγω του ιδιαζόντως εμπιστευτικού χαρακτήρα της θέσεως της γραμματείας του διοικητικού συμβουλίου, είναι σύνηθες ο εκάστοτε πρόεδρος να τοποθετεί γραμματέα της εμπιστοσύνης του, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο τότε πρόεδρος Ι.
Π. τοποθέτησε στη θέση αυτή την ανεψιά του Π. Μ.. Εξ άλλου η ενάγουσα είχε την ειδικότητα της γραμματέως και ως γραμματέας μετατέθηκε στη διεύθυνση ανθρωπίνου δυναμικού και της ανατέθηκαν αντίστοιχα καθήκοντα. Σημειώνεται ότι η μετακίνηση αυτή έγινε χωρίς να μειωθούν οι αποδοχές της ενάγουσας, αφού η επικαλούμενη από αυτήν ως απωλεσθείσα εκ της άνω αιτίας πρόσθετη αμοιβή δεν περιλαμβάνεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών, όπως αβασίμως η ίδια διατείνεται και τούτο διότι δεν καταβάλλεται ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας των εκάστοτε γραμματέων του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αλλά πρόκειται περί αποζημιώσεως για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το ύψος της οποίας ορίζεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας.
Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση βλαπτικής για την ενάγουσα μεταβολής των όρων της εργασιακής της συμβάσεως, αγωγικός ισχυρισμός επί του οποίου θεμελιώνει τις επίδικες αξιώσεις της". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, είχε αναγνωρισθεί ότι η απομάκρυνση της ενάγουσας από τη θέση της γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης συνιστούσε παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας στην προηγούμενη θέση της με απειλή χρηματικής ποινής, είχε υποχρεωθει η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.000 ευρώ και είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά των 15.110 και των 2.500 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις) και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το εφετείο:
α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 648, 652 παρ. 1, 914, 932 Α.Κ. και 7 εδ. α ν. 2112/1920. Τούτο διότι δέχθηκε ανελέγκτως ότι με τη μετακίνηση της ενάγουσας από τη θέση της γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου στις θέσεις της γραμματέως της διευθύνσεως ανθρωπίνου δυναμικού και της ιδιαιτέρας γραμματέως του εντεταλμένου συμβούλου της εναγομένης, ουδεμία μεταβολή όρου της συμβάσεως εργασίας της έλαβε χώρα, αφού αυτή δεν άλλαξε ειδικότητα (διατήρησε την ειδικότητα της γραμματέως) ούτε επήλθε κάποια βλάβη σ' αυτήν διότι αφενός μεν η αποζημίωση που ελάμβανε από τις συμμετοχές της στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης δεν περιλαμβανόταν στις τακτικές αποδοχές της, αφετέρου δε μετά τη μετακίνησή της ο μισθός αυξήθηκε κατά 100 ευρώ.
β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη βλαπτικότητας της μεταβολής των όρων εργασίας της εναγομένης. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτών να αιτιολογείται "από ποια συγκεκριμένη διάταξη νόμου απορρέει η "συνήθεια" ο εκάστοτε πρόεδρος της εταιρείας που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο να αντικαθιστά υπαλλήλους με ανεπίληπτη υπηρεσιακή διαδρομή ετών με πρόσωπα του συγγενικού του περιβάλλοντος", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενόψει και του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό ότι αυτό απέρρεε από κάποια διάταξη νόμου αλλά ότι ήταν δικαιολογημένο λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της θέσεως της γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι οι κατά τ' ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 176/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής της, ήτοι:
α) το από 14-12-2007 πιστοποιητικό της διευθύνσεως ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης, β) τις από 10-5-2007 και 23-1-2008 επιστολές διαμαρτυρίας της προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, γ) τον από 14-1-2005 κανονισμό εργασίας της εναγομένης και δ) την 6681/2009 ένορκη βεβαίωση της συναδέλφου της εκπροσώπου των εναγομένων και την 6682/2009 ένορκη βεβαίωση της συναδέλφου της Ε.
Β.. Ο λόγος αυτός, πέρα από την αοριστία του ως προς την περιγραφή των ενόρκων βεβαιώσεων (που έγκειται στο ότι δεν αναφέρεται το όνομα της πρώτης από τις ενόρκως βεβαιούσες ούτε ενώπιον τίνος είχαν δοθεί οι βεβαιώσεις αυτές ούτε ότι αυτές ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης) είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος διότι αφενός μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη οι 6681/2009 και 6682/2009 ένορκες βεβαιώσεις, αφετέρου δε από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα ανωτέρω υπό τα στοιχεία α έως γ αναφερόμενα έγγραφα, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση, .
4. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2016 αίτηση για αναίρεση της 2180/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ,αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ