Supreme Court partially allowed appeal on labor dispute, ordering partial payment after dismissing re-examination of statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance labor judgment, ordering the employer to pay a reduced amount. The court found the plaintiff's claims for the period prior to 1999 were time-barred, leaving only the 1999-2000 period valid. Consequently, the court recalculated the award by deducting the barred amounts from the total sum previously awarded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560, para. 1, Art. 535, para. 1 of the Code of Civil Procedure; When a second-instance court finds claims time-barred, it must deduct the barred amounts from the total award rather than remitting the case for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 353 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 353/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικεί στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ο. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κωστάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2001 (με αριθμό κατάθεσης 1908/2001) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6530/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος ανέγνωσε την από 16/1/2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την αποδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 23-7-2007 και αρ. καταθ. 98/26-7-2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6530/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 3-10-2002 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 282/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Το τελευταίο, δικάζον κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, την από 31-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία επικαλούμενη σύμβαση εργασίας της ιδιωτικού δικαίου με το αναιρεσείον ζήτησε να της επιδικασθούν ως επίδομα οικογενειακών βαρών (γάμου, τέκνων) για το χρονικό διάστημα από 10-12-1998 έως 10-12-2000, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, δέχθηκε αυτή εν μέρει και επιδίκασε στην ενάγουσα τα αιτούμενα με αυτή χρηματικά ποσά για τα έτη από 1-1-1999 έως 10-12-2000, απορρίπτοντας λόγω παραγραφής τις αιτούμενες αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 10-12-1998 έως 31-12-1998.
Η αίτηση φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση, εκδοθείσας σχετικά της 1270/2007 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου Β' Τμήματος του ΝΣΚ, μόνο ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του δεύτερου λόγου αυτής από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι και ως προς τον πρώτο λόγο επίσης από τον αρ. 1, δεδομένου ότι ως προς αυτόν η γνωμοδότηση είναι αρνητική και, συνακόλουθα, δεν ερευνάται), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 §§ 1 & 2 Ν. 2298/1995, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (26-7-2007), καθόσον το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 13 § 9 Ν. 3790/2009, με έναρξη ισχύος 7-8-2009 (ΑΠ 32/2017, ΑΠ 109/2016).
Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", η οποία έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου γενέσεως των επίδικων αξιώσεων, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλομΑΠ 29/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης, η άσκηση ενδίκου μέσου κλπ).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) του ίδιου ως άνω νόμου, "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που έχει κατά το επίδικο διάστημα προσληφθεί από το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπόκεινται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και με βάση την ανωτέρω κρίση δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής (20-11-2001) οι αναγόμενες στο έτος 1999 αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, έχοντας ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής την 1-1-2000, δεν είχαν υποπέσει στην προβλεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις διετή παραγραφή.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ως εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής "... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την κρίση του, ότι η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων (περιοδικών παροχών) της εφεσιβλήτου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών και, συνακόλουθα, ότι η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1999 άρχισε την 1-1-2000 και έληξε την 1-1-2002, και των αξιώσεων του έτους 2000 (μέχρι την 10-12-2002) άρχισε την 1-1-2001 και έληξε την 1-1-2003 δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 19-11-2001 και επιδόθηκε 20-11-2001, μόνο ως προς το κονδύλιο του χρονικού διαστήματος από 10-12-1998 έως 31-12-1998 έχει υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 § 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 91 ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, δεν έσφαλε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο έφεσης από το εκκαλούν ως προς το θέμα αυτό είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".
Και με τις παραδοχές αυτές, αποδέχθηκε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε, λόγω 2ετούς παραγραφής που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, τις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 10-12-1998 έως 31-12-1998. Ωστόσο, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", η οποία έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου γενέσεως των επίδικων αξιώσεων και ως ειδική υπερισχύει αυτής του άρθρου 91 εδ.
α' ιδ. v. , η αξίωση μισθών των υπαλλήλων του Δημοσίου, κατ' αυτού, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της. Ενόψει δε και των άρθρων 93 Ν. 611/1977 και 42 Ν. 2683/1999, σύμφωνα με τις οποίες οι μισθοί των τακτικών υπαλλήλων του Δημοσίου καταβάλλονται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, θα έπρεπε το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του Δημοσίου -ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως- να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη με την επίδοση της ένδικης αγωγής στο αναιρεσείον την 20-11-2001 διέκοψε κατ' άρθρο 93 εδ.
α' Ν. 2362/1995 την παραγραφή των μετά την 1-12-1999 απαιτήσεών της και, κατά συνέπεια να απορρίψει την αγωγή ως προς τις αναγόμενες στο διάστημα πριν την 1-12-1999 απαιτήσεις της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης, δηλαδή από 10-12-1998 έως 30-11-1999, λόγω συμπληρώσεως της κατά τα ανωτέρω διετούς παραγραφής και όχι (να απορρίψει) μόνο τις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 10-12-1998 έως 31-12-1998.
Επομένως, το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και μη απορρίπτοντας ως παραγεγραμμένες τις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 έως 30-11-1999 παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο σχετικός, μοναδικά ερευνώμενος, δεύτερος λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, ΟλομΑΠ 41/2002, ΟλομΑΠ 25/2001, ΑΠ 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι οι αξιώσεις της από 31-10-2001 αγωγής της αναιρεσίβλητης είναι παραγεγραμμένες καθόσον αφορούν και το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-11-1999, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Πρωτοδικείο δικάζον την έφεση του αναιρεσείοντος, μετά την κατά τα άνω εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα της παραγραφής που λύθηκε, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η αφαίρεση των ποσών των παραγεγραμμένων αξιώσεων του διαστήματος αυτού από τα συνολικώς επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση στην ενάγουσα -εφεσίβλητη χρηματικά ποσά ήτοι μείον [70,43 € Χ 11 μήνες =] 774,73 €, απομένοντος υπολοίπου, των εν λόγω κονδυλίων μη καταλαμβανομένων από το περιεχόμενο και την έκταση της παρούσας αναιρετικής απόφασης [1690,39 - 774,73 =] 915,66 €.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση αυτής και συνακόλουθα, δεκτής γενομένης της από 3-10-2002 έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια, αφού ερευνηθεί κατά το άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ η από 31-10-2001 αγωγή, να γίνει αυτή κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρεωθεί δε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1-12-1999 έως 10-12-2000 915,66 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων σύμφωνα με το άρθρο 22 § 2 ν. 3693/1957, ενώ η αναιρεσίβλητη ως ηττημένη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, μειωμένα κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6530/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την έφεση κατ' ουσίαν.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη 282/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα εννιακόσια δεκαπέντε ευρώ και εξήντα έξι λεπτά (915,66 €), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της προκειμένης δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ